Από το σχέδιο Μάρσαλ και το δόγμα Τρούμαν στα Μνημόνια της Τρόικας

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Ανατρέχοντας στα μέσα του περασμένου 20ού αιώνα, ειδικότερα από τον Οκτώβριο του 1944, όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε από τον γερμανικό ζυγό, πληροφορούμαστε ότι, όχι μόνο η δημοσιονομική  κατάσταση, λόγω των καταστροφών του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ήταν η χειρότερη, επιπλέον και η παραγωγή όσον και επισιτιστική δεν βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα.

Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν μεταξύ των πρώτων δέκα χωρών, που υπέφεραν περισσότερο κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Δυστυχώς, όμως, κατά την κρίσιμη εκείνη εποχή της Ελληνικής ιστορίας, ανά τη χώρα απλωνόταν εμφύλια διαμάχη, άγγιξε τα όρια της Εθνικής συμφοράς, αλλά τελικά αποσοβήθηκε. Συνέχισαν, ωστόσο, από τότε να αιωρούνται στην πολιτική ζωή του τόπου, για μερικές δεκαετίες,τα τραυματικά  ίχνη της έντονης αδελφοκτόνου ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας κατά την άμεση μεταπολεμική περίοδο και μέχρι το 1952 βρισκόταν υπό την παρακολούθηση  των Άγγλων αρχικά, και από το 1946 των Αμερικάνων στη συνέχεια. Έτσι, με κάποια δόση υπερβολής, όπως της τωρινής της τρόικας: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Εν τω μεταξύ, αν και υπήρχε η προετοιμασία που είχε γίνει υπό την εποπτεία του Ακαδημαϊκού, Οικονομολόγου και Υπουργού Συντονισμού της ελεύθερης ελληνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο, Κυριάκου Βαρβαρέσου, η κατάσταση εξαιτίας πέραν των ανθρώπινων απωλειών, των καταστροφών υλικού κεφαλαίου και εκμηδενισμού της δραχής, η μεταπολεμική ανασυγκρότηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση. 

Επί του προκειμένου, έστω και παρενθετικά μπορούμε να σημειώσουμε: αρχές του 1944, ενώ ο δικός μας Γιάννης Ζίγδης βρισκόταν στο Κάιρο, ως στρατιώτης στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών, ήλθε στη Μονάδα που υπηρετούσε τού Βαρβαρέσου να πάει στο Λονδίνο για να βοηθήσει στο έργο της προπαρασκευής της πολιτικής και οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας μετά τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και τη νίκη των Συμμάχων, που φαινόταν πια βέβαιη.
 


Όταν ο Ζίγδης έφθασε στο Λονδίνο, ο Κυριάκος Βαρβαρέσος τον τακτοποίησε στον Οργανισμό της UNRRA (Οργανισμός Αρωγής και Ανασυγκρότησης των Ηνωμένων Εθνών), που μόλις τότε είχε ιδρυθεί, για να παράσχει όλη τη δυνατή βοήθεια στα συμμαχικά κράτη, ευθύς μετά την απελευθέρωσή τους. (Νίτσα Λουλέ Θεοδωράκη. “Γιάννης Ζίγδης”, Αθήνα 1988).  Αργότερα ο Ζίγδης διορίστηκε Οικονομικός Σύμβουλος της UNRRA στην Ελλάδα, όπου παρέμεινε μέχρι το 1948. Από τη θέση αυτή πέτυχε να συγκροτηθεί μια πολυμελής Επιστημονική Επιτροπή από Τεχνικούς και Οικονομολόγους, η οποία συστηματικά ασχολήθηκε με την εκβιομηχάνιση της Ελλάδας.
.................

Ενόψει και της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα,οι Άγγοι φυγάδευσαν τον Γεώργιο Παπανδρέου στη Μέση Ανατολή και στις 24 Μαΐου 1944 ο Βασιλιάς Γεώργιος Β’ τον διορίζει Πρωθυπουργό. Έτσι, στις 18 Οκτωβρίου 1944 ο Αθηναϊκός λαός υπόδέχεται με ενθουσιασμό την Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας, με επικεφαλής τον Γ. Παπανδρέου. Και ενώ θα έπρεπε να αρχίσει το έργο της Ανασυγκρότησης, άρχει η “αλληλοφαγωμάρα” μεταξύ των διάφορων πολιτικών παρατάξεων, που κατέληξαν στα Δεκεμβριανά του 1944. Ακολουθεί πολιτική αστάθεια και μεταξύ Οκτωβρίου 1944 και Ιανουαρίου 1947 σχηματίσθηκαν δέκα κυβερνήσεις, που αποδείχθηκαν αδύναμες να αποκαταστήσουν τις βασικές λειτουργίες της Οικονομίας, παρά την οικονομική βοήθεια των Συμμάχων Άγγλων και Αμερικανών, ιδίως των δευτέρων. 

Έτσι, η συνολική βοήθεια που δόθηκε στην Ελλάδα ήταν από τον Οκτώβριο του 1944 μέχρι τον Ιανουάριο του 1947 πλησίασε τα 700 εκατομμύρια δολάρια, από τα οποία η UNRRA έδωσε τα 350 εκατ. και οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι τα υπόλοιπα. Ενώ από τον Ιούνιο του 1953 η Ελλάδα εισέπραξε 2.752 εκατ. δολλάρια σε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια (Μιχάλης Μ. Ψαλιδόπουλος. “Ζητείται ένα θαύμα για την Ελλάδα”, Αθήνα 2010).

Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί παίρνουν την κατάσταση υπό παρακολούθηση· με διακριτικό δε, αλλά αποτελεσματικό τρόπο, επενέβαιναν βοηθούντες την εκάστοτε κυβέρνηση. Οπόταν, στις 11 Δεκεμβρίου 1946 ανακοινώθηκε, επίσημα πλέον, η μετάβαση στην Ελλάδα της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής και αργότερα τον ίδιο μήνα, ο Πρόεδρος Τρούμαν όρισε τον Ρ.Α. Πόρτερ, επί κεφαλής της, με το βαθμκό του Πρεσβευτή. 

Στις 18 Ιανουαρίου 1947 έφθασε στηνΑθήνα και αφού συγκέντρωσε τα απαραίτητα οικονομικά στοιχεία και τις γνώμες διαφόρων πολιτικών και πανεπιστημιακών παραγόντων αναχώρησε στις 22 Μαρτίου 1947. Να σημειωθεί ότι ο R.A. Porter δεν έχει καμιά σχέση με τον P.A. Porter, αρχηγό της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα το 1949.

Ο Porter με τους συνεργάτες του έφθασαν στην Ελλάδα και όπως γράφει ο Καθηγητής της ιστορίας των Οικονομικών Θεωριών στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλης Μ. Ψαλιδόπουλος: «...στην Ελλάδα βρέθηκε ο Αμερικανός απεσταλμένος, αντιμέτωπος με μια κατάσταση πρωτόγνωρη γι’ αυτόν. Στις 14 Φεβρουαρίου του 1947 έγραφε προς τον Υφυπουργό των Εξωτερικών W.I. Clayton: «Εδώ δεν υφίσταται Κράτος, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα.

Αντ’ αυτού, υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία αυτομιστών πολιτικών, μερικοί απόι τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν το χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι’ αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα».

Παρ’ όλα αυτά, η Αμερικανική Αποστολή προσήγγισε τα ελληνικά προβλήματα της χώρας, εμημερώθηκε πλήρως και εισηγήθηκε ανάλογα· είχε, δε, τη βεβαιότητα ότι, όπωςτο new deal είχε βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σε έξοδο από το Κραχ του 1929, η Αμερικανική βοήθεια θα ανασυγκροτούσε  οικονομικά την Ελλάδα.

Την εποχή εκείνη, και σχεδόν κατά κανόνα, οι γνώμες ως προς την ακολουθητέα οικονομικής ανάπτυξης ήταν διχασμένες, ακόμη και μεταξύ Πανεπιστημιακών δασκάλων. Έτσι, η Αμερικανική Αποστολή απηύθυνε ένα πλήρες ερωτηματολόγιο σ’ έναν αριθμό πολιτών και οικονομικών παραγόντων, τις απαντήσεις των οποίων επεξεργάστηκε ανάλογα και με τις δικές της τοποθετήσεις. Μεταξύ αυτών που ρωτήθηκαν ήταν και ο δικός μας Γιάννης Ζίγδης, ο οποίος τη χρονική εκείνη περίοδο ήταν οικονομικός σύμβουλος της UNRRA στην Αθήνα.
Ωστόσο, πέραν του ερωτηματολογίου ο  P.A. Porter από 20 Ιανουαρίου μέχρι 27 Φεβρουαρίου 1947 επισκέφθηκε κατ’ ιδίαν τους προαναφερθέντες, με πρώτο τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Π. Τσαλδάρη, ο οποίος τον δέχθηκε έχοντας μαζί του τέσσερις από τους Υπουργούς του, συμπεριλαμβανομένου του Χέλμη, Υπουργού Οικονομικών.  Ακόμη και το βασιλιά Γεώργιο Β’ επισκέφθηκε στο Παλάτι.

Αναφερόμενος ο Αρχηγός της Αμερικανικής Αποστολής Porter στη συνάντηση που είχε με τον Έλληνα Μονάρχη, τονίζει, μεταξύ των άλλων: «...Η εντύπωσή μου για το βασιλιά Γεώργιο είναι ότι  δεν πρόικειται απλώς για “ντιλετάντη” (ερασιτέχνη-επίδοση σε δραστηριότητα. Το μόνο για προσωπική ευχαρίστηση) ή ανδρείκελο. Μολαταύτα η στάση του προς το λαό της Ελλάδας μου φαίνεται συγκαταβατική και ενώ φαινόταν σχετικά καλά ενημερωμένος, δεν διέκρινα ίχνος ειλικρινούς επιθυμίας για βελτίωση των συνθηκών ζωής των Ελλήνων...».

Θα πρέπει απαραίτητα να αναφερθεί, επί του προκειμένου, ότι το Ημερολόγιο του Porter “αλίευσε” ο Καιθηγητής της Οικονομίας Μιχάλης Ψαλιδόπουλος από επίσκεψή του στις 23 Ιουνίου 2003 στο Kansas City της  Truman Library Institute και για 10 ημέρες μελέτησε τα αρχεία της Επιτροπής Paul A. Porter (Βλεπ. Ημερολόγιο ενός Προεδρικού Απεσταλμένου, 20 Ιανουαρίου-27 Φεβρουαρίου 1947. Αθήνα 2010). 

Ως προς τη συζήτηση που είχε με το δικό μας Γιάννη Ζίγδη, που έγινε στις 27 Φεβρουαρίου 1947 ο Porter αναφέρει, μεταξύ των άλλων: «...Το απόγευμα, ο Ζίγδης, της UNRRA ήρθε για συζήτηση διάρκειας μιάμισης ώρας περίπου με τα μέλη της Επιτροπής. Η από πλευράς του ανάλυση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος ήταν εξαιρετικά εύστοχη. Αναφέρθηκε στους προφανείς παράγοντες στους οποίους οφείλεται το πρόβλημα του χαμηλού εισοδήματος, στην αναποτελεσματική αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού και στο έλλειμμα στις διεθνείς πληρωμές, εξαιτίας του οποίου η Ελλάδα καθίσταται μπολύ ευαίσθητη με μεταβολές των διεθνών εμπορικών συνθηκών.

Επεσήμανε ότι το δίλημμα δεν ήταν “Η Ελντοράντο -μυθική περιοχή στη Νότια Αμερική, που θεωρήθηκε από τους Ισπανούς κατακτητές ως χρυσοφόρα- ή αενάως φτώχεια” και αφού διατύπωσε τη δική του ανάλυση της γεωργίας, της ναυτιλίας και της βιομηχανίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ορυκτός πλούτος ήταν η πραγματική ελπίδα για το μέλλον της Ελλάδας. Μας είπε για το υπό έκδοση βιβλίο του με θέμα τον ορυκτό πλούτο και εξέφρασε την ελπίδα πως ο σχεδιασμός με τον οποίο ασχολούταν θα συνεχιζόταν, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη και μετά τη διάλυση της UNRRA. 

«Είχα την εντύπωση», συνεχίζει ο P.A. Porter «πως επρόκειτο για ένα τίμιο και ικανό μηχανικό, που έδινε μηχανική λύση στο πρόβλημα του χαμηλού επιπέδου σε μια -κατά κύριο λόγο- αγροτική χώρα.  Παρά ταύτα, όταν οδηγούνταν στις πολιτικές πτυχές του θέματος, γινόταν λιγότερο επισημονικός και περισσότερο οξύς. Ήταν πιο ειλικρινής, όσον αφορά την από πλευράς του αξιολόγηση της κυβέρνησης από οποιονδήποτε άλλον Έλληνα με τον οποίο έχω συνομιλήσει.

Χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα σε πρόσωπα, επέμεινε ότι η πλειονότητα της παρούσας κυβέρνησης αποτελούνταν από συνεργάτες των Γερμανών και άτομα με φασιστικές πεποιθήσεις των οποίων το κυριότερο μέλημα δεν ήταν το καλό του ελληνικού λαού ή της Οικονομίας, αλλά απλώς η διατήρηση της χαοτικής κατάστασης, χάρη στην οποία οι ίδιοι παρέμεναν στην εξουσία.

Επέμενε ότι στον Πειραιά υπάρχουν καράβια σε αναμονή της ημέρας κατά την οποία θα ξεσπούσε η αναταραχή και ότι η πλειονότητα της άρχουσας τάξης είχε ασφαλίσει τα κέρδη της σε χρυσές λίρες, έτοιμη για φυγή στο Κάιρο ή αλλού. «Όμως, ένα πράγμα, το οποίο φαίνεται να μην καταλαβαίνει ο Ζίγδης είναι ότι τα μακροπρόθεσμα σχέδια, τα οποία οραματίζεται δεν θα καρποφορήσουν ποτέ, αν δεν λυθούν οι άμεσες πολιτικές και οικονομικές κρίσεις...».
..............

Η Αμερικανική  Αποστολή όταν επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες συνέταξε και παρέδωσε τις εισηγήσεις της στα ανώτερα εκεί κυβερνητικά κλιμάκια, με την επισήμανση ότι “προκειμένου να γίνει καλή χρήση της δωρεάς του σχεδίου Μάρσαλ, ως και εκείνου Τρούμαν θα πρέπει: η επαίτης βοήθειας των Ηνωμένων Πολιτειών έως την Ελλάδα πρέπει να συνοδευθεί με αποτελεσματικά μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης διά την χρησιμοποίηση των ελληνικών πόρων διά την ανόρθωση της χώρας».
.................

Δυστυχώς στην Ελλάδα από την Απελευθέρωση, Οκτώβριος 1944 μέχρι και το 1952 δεν κάναμε ορθολογική χρήση, τόσον των ενισχύσεων σε συνάλλαγμα του σχεδίου Μάρσαλ, όσο και του δόγματος Τρούμαν. Δύο ενισχυτικά προγράμματα, τα οοπία σκοπόν είχαν να ανασυγκροτηθεί ανάλογα, από τις καταστροφές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου η Ελληνική οικονομία. Αν και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τα οικονομικά αυτά προγράμματα αποτέλεσαν ενισχυτικές προϋποθέσεις -εφαλτήριο θα λέγαμε- για μια δυναμική πορεία ανασυγκρότησης.

Αλλά και στη συνέχεια ναι μεν ήταν καλύτερη η οικονομική κατάσταση, πάντοτε, όμως, χωρίς προγραμματισμένο ορθολογικό προσανατολισμό. Βέβαια, η υποτίμηση της δραχμής τον Απρίλιο του 1953, η οκταετία  1955-1963, η ένταξη στην ΕΟΚ και την ΟΝΕ, είναι μερικά από τα βασικά θετικά σημεία.

Ωστόσο, μερικές ενδιάμεσες κρίσεις, όπως εκείνη του 1971 και άλλες μικρότερης σημασίας πορεύονταν στη λογική αύξηση της κατανάλωσης σε βάρος της παραγωγής, ως και διόγκωση του δημόσιου τομέα με τις γνωστές συνέπειες υποχώρησης του μεταποιητικού τομέα, διόγκωση των δημοσίων υπαλλήλων, μεγάλο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, υπέρογκος εξωτερικός δανεισμός, ώστε η χώρα έφτασε να εισάγει προϊόντα στο 28,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος -ΑΕΠ- της από την ίδια την Ευρωπαπαϊκή Ένωση και να εξάγει σε αυτήν μόνο το 3,7%.

Μέχρι που αναγκαστικά, σε συνδυασμό και με την κρίση που άρχισε το 2008, να υποκύψουμε στους όρους των Μνημονίων με όλες τις οδυνηρές συνέπειες. (Μιχάλης Λυμπεράτος. “Τα Νέα”, 31.1.2011).