Μοναξιά

Του Σεραφείμ Αθανασίου

Ήταν θυμάμαι  22 Δεκεμβρίου του έτους  2011 πριν ακριβώς έξι χρόνια μια που και  σήμερα  ο  μήνας Δεκέμβρης  έχει 22 και διανύουμε τον,  δυστυχώς  για όλους μας γεμάτο οικονομική  κρίση,  ημερολογιακό χρόνο  2017.

Τη μέρα κείνη αποφάσισα να  επισκεφθώ ένα καλό φίλο  τον οποίο συχνά έβλεπα και βλέπω  αλλά η μέρα κείνη  ήταν διαφορετική  και  ήθελα, έστω και για λίγη ώρα, να βρεθώ  κοντά του. Επιτρέψτε μου όμως, να αναφέρω  τα όσα συνέβησαν  όταν βρέθηκα στο σπίτι του.

Φτάνοντας  σ’ αυτό, διαπίστωσα  ότι επικρατούσε μια απόλυτη ησυχία  και  το γνώριμο  σε μένα σκυλάκι, που βρισκόταν στην αυλή του, με «υποδέχτηκε» φιλικά κουνώντας την ουρά του.

Το χάιδεψα, κατάλαβε ότι και εγώ το  αγαπούσα  και, κάνοντάς μου χαρές, με ακολούθησε μέχρι την πόρτα του σπιτιού και χτύπησα το κουδούνι.

 Μου άνοιξε ο ίδιος και αφού με καλωσόρισε συνοφρυωμένος  επέστρεψε σε μια παλιά πολυθρόνα του  καθιστικού του.

Ήταν άκεφος  και έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
- Κάθισε, μου είπε και, αφού τον ευχαρίστησα, σωριάστηκα  και εγώ  σε κάποια καρέκλα.
Γνώριζα τι του συνέβαινε αλλά έκανα τον ανήξερο .

 Σιωπηλά περιέφερα τα μάτια μου στο χώρο εκείνο που ήταν καθαρός και μπορώ να πω ευχάριστος, μια που τα λιγοστά  και απλά έπιπλά του ήταν και εκείνα με τάξη τοποθετημένα.
Τον κοίταξα στα μάτια και επειδή τον γνωρίζω χρόνια,  τόλμησα να τον ρωτήσω:

- Γιατί είσαι έτσι; Τι μούτρα είναι αυτά; Γιατί είσαι μόνος; Πού είναι οι άλλοι; Και γιατί κάθεσαι μέσα και δεν βγαίνεις στη βεράντα να πάρεις λίγο καθαρό αέρα, ο καιρός είναι καλός, δεν κάνει κρύο!

Του είπα αυτά και περίμενα την απάντησή του, η οποία  μου δόθηκε, αφού πρώτα αναστέναξε βαθειά.
- Πώς να μη είμαι στα κακά μου χάλια, ενώ εδώ και μέρες  βρίσκομαι  τελείως μόνος  και  με μια ατελείωτη σιωπή με την οποία, ούτε στον Παράδεισο  μπορούσα να ζήσω.

- Τον κοίταξα- δήθεν-ξαφνιασμένος για τα όσα μου έλεγε, τον κάκισα για την εμφανή στο πρόσωπό του απαισιοδοξία ,τον ρώτησα ξανά που «είναι οι άλλοι» και πήρα τις απαντήσεις του.

Πριν όμως τον αφουγκραστώ, τράβηξα ένα σκαμπό  που βρήκα σε μια γωνιά του καθιστικού  και κάθισα δίπλα του. Και το έκανα αυτό για να καταλάβει ότι τον αγαπούσα, ότι τον ένοιωθα ως καλό και τίμιο φίλο  και πως θα πρόσεχα τα λόγια του και αν χρειαζόταν θα του έδιδα το ανάλογο «κουράγιο» επειδή σε τέτοιες στιγμές  απαισιοδοξίας, όλοι μας χρειαζόμαστε  έναν άνθρωπο δίπλα μας, ένα δικό μας στενό και καλό συγγενή, ένα τέλος πάντων φίλο,  που να μας συμπονά, να συμμετέχει άδολα σε  χαρές και στενοχώριες  μας και, με λίγα λόγια, να βρίσκεται κοντά μας.

Κάθισα  λοιπόν δίπλα του, του είπα ότι θα τον άκουγα με   προσοχή, με κοίταξε γεμάτος εμπιστοσύνη, χωρίς να μου πει ευχαριστώ, όμως πιστεύω ότι  το  ένιωθε μέσα του  και ιδού τα λόγια του:

Μια ζωή-μου έλεγε-δε θυμάμαι να έμεινα ποτέ μόνος μέσα σε τέσσερες τοίχους του σπιτιού μου. Πάντα υπήρχε και κάποιος άλλος δικός μου άνθρωπος, παιδιά ή σύζυγος.
Προσφιλή και αγαπημένα πρόσωπα ήταν πάντα δίπλα μου, ιδιαίτερα  τα τελευταία μπορώ να πω χρόνια, αυτή  μου η ζωή,  κυλάει πολύ ήσυχα.

Όμως, εδώ και λίγες μέρες( ήτοι από τις 12-12-2011)στον εσωτερικό μου κόσμο, τα πάντα «αναποδογύρισαν» και τάραξαν όχι μόνο τη δική μου γαλήνη, αλλά και τη γαλήνη όλων των μελών της οικογένειάς μου.

Βρισκόμουνα-συνέχισε να μου λέει- ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα, νιώθοντας ευτυχισμένα και χαρούμενα  παρά τις  ατέλειωτες δικές μου γεροντικές παραξενιές  στις οποίες  όμως  οι δικοί μου άνθρωποι έδειχναν τόση κατανόηση, χωρίς  διαμαρτυρίες  ή ξεσπάσματα,  όπως δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα συμβαίνουν ανάμεσα σε πολλές οικογένειες.

Στον τωρινό χρόνο η  και πάνω από σαράντα πέντε χρόνια σύντροφος της ζωής μου η οποία, με την παρουσία της, καλοσύνη και απέραντη κατανόηση τα δικά μου στραβά και ανάποδα προσπερνούσε απαρατήρητα, χωρίς «μικροβιολογικές» εξετάσεις  και ως εκ τούτου, εγώ ένοιωθα  πανευτυχής.  

Αυτή λοιπόν η καλή σύντροφός μου εδώ και μία εβδομάδα βρίσκεται καθηλωμένη σε κάποιο Νοσοκομειακό κρεβάτι.
 Έσπασε το πόδι της, χειρουργήθηκε  και ο  μικρότερος άγαμος  γιός μας  που μένει μαζί μας και  είναι ο φύλακας Άγγελος  και των δυο μας (τα μεγαλύτερα παιδιά με τις οικογένειές τους μένουν μακριά μας) είναι μαζί της.

Αυτός λοιπόν ο  γιος μας  λόγω του  σοβαρού ατυχήματος της μητέρας του, τις περισσότερες ώρες του 24ώρου  βρίσκεται κοντά της, ενώ και  εγώ-συνεχίζει  την αφήγησή του ο  φίλος μου- αυτό το διάστημα  είμαι  άρρωστος και δεν μου επιτρέπουν να πάω στο Νοσοκομείο να την  δω.
 Ως εκ τούτου με  συντροφιά  το γατάκι μου, περιμένω την επιστροφή του γιού μας προκειμένου να μάθω νέα της άρρωστης μάνας του  και παράλληλα να αισθανθούν χαρά παρουσίας νέας πνοής όχι μόνο εγώ ως γονιός  αλλά και οι τοίχοι του σπιτιού μας.

Ευτυχώς μεταξύ των καλών μας γειτόνων  υπάρχει και ένα ζευγάρι (ο Νίκος και η Αγγελική) το οποίο  με  τις ολιγόωρες και σε μένα επισκέψεις του/και πάντα με γεμάτα χέρια, ιδιαίτερα με σπιτικό φαγητό/, μου δίνουν το ανάλογο κουράγιο στην ατέλειωτη μοναξιά  στο να συνεχίζω να ζω και να προσμένω την  επιστροφή των προσφιλών μου προσώπων.

Όλα όμως τούτα (επισκέψεις γειτόνων και φίλων) είναι παροδικά  επειδή όταν αποχωρούν οι καλοί μου φίλοι τότε κάνει ξανά την εμφάνισή της η παγωμένη και απέραντη σιωπή  προς μεγάλη μου στενοχώρια η οποία, στενοχώρια, συνοδεύει τον όποιο εχέφρονα άνθρωπο  που  έχει μάθει να ζει και να κινείται ανάμεσα σε  φίλους  και ιδιαίτερα  σε συγγενικά του πρόσωπα που λατρεύει και εκείνα τον αγαπούν.

 Γι’ αυτό στην αρχή σου είπα-συνεχίζει να μου λέει ο φίλος μου-πως και μέσα στον Παράδεισο δεν θα  μπορούσα να ζήσω μόνος, ιδιαίτερα χωρίς τη συντροφιά της καλής μου συζύγου για την οποία προσεύχομαι την γρήγορη αποκατάσταση της υγείας της.

Και, χαριτολογώντας, αναφέρθηκε σε μια εξαίρεση  παραμονής του στον άδειο κήπο.
Στον κήπο της Εδέμ, που τον λέμε Παράδεισο, θα μπορούσα να μείνω, μου είπε ο φίλος μου, μόνο αν συνοδευόμουνα/ έστω και ύστερα από  πενήντα τόσα χρόνια/ από τον καλό και εξαίρετο φίλο μου συμβολαιογράφο Βόλου  κ. Γιώργο  Γαλλέα.

Τότε, ακόμη και μακριά  από προσφιλή πρόσωπα,  θα την «άραζα», σε κείνον τον κήπο,  παρέα  με το  Γιώργο.
Και αυτό θα συνέβαινε επειδή ο  φίλος μου  είναι ένας  ευχάριστος στις παρέες του άνθρωπος, γεμάτος  αγάπη  και προικισμένος με αστείρευτο χιούμορ και με απέραντη καλοσύνη οπότε θα «ξεχνούσα»-μου έλεγε-βάσανα, στενοχώριες και ότι άλλο «στραβό» ή «ανάποδο» ακολουθεί τον ψεύτικο τούτο κόσμο!

Λέγοντας τα όσα χαριτολογώντας είπε, για τον καλό του φίλο το Γιώργο Γαλλέα/  που σχεδόν κάθε μέρα τηλεφωνικά του έδιδε κουράγιο  με τα όποια αστεία του, προκειμένου  να τον κάνει να αλλάξει ψυχική  διάθεση/ επανέφερε στο πρόσωπό του κατήφεια και θλίψη συνεχίζοντας  το μονόλογό του.

Θα μου πεις πως: ναι μεν  πρέπει να αγαπάμε τα προσφιλή μας πρόσωπα  αλλά να δίνομε  και κουράγιο στον εαυτό μας σε περίπτωση κάποιου απρόσμενου ανεπιθύμητου συμβάντος και να μη σκεπτόμαστε απαισιόδοξα έχοντας ως παράδειγμα πολλούς ανθρώπους που ζουν τελείως μόνοι που όμως, αυτοί οι μοναχικοί, είναι γεμάτοι αισιοδοξία και όρεξη για ζωή.

Σου απαντώ-μου έλεγε, αν μου κάνεις αυτό το ερώτημα- ότι απόλυτα συμφωνώ μαζί σου, αλλά πώς να το κάνουμε, ο καθένας από μας είναι πλασμένος με το δικό του καλούπι, με το δικό του χαρακτήρα και την δική του ψυχοσύνθεση  από την οποία, τα όποια συμπλέγματά του, δύσκολα  ελευθερώνονται.

Λέγοντάς μου όλα τούτα ο φίλος μου, ανακάθισε στο κάθισμά του  και με τις παλάμες του έκρυψε το πρόσωπό του, για να μη δω κάποια δάκρυα  που είχαν κυλίσει  στα μάγουλά του.
Τον κοίταξα με συμπάθεια και επειδή  τον φίλο μου τον γνωρίζω χρόνια, σιωπηλά, συμφώνησα μαζί του  στα όσα, από το στόμα του, πριν λίγο, είχα ακούσει.

Πράγματι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ζήσει μόνος ούτε  μέσα στον Παράδεισο και όταν έρθει-όποτε έρθει- εκείνη η ώρα και δει  μπροστά του ακόμη και έναν απέραντο πανέμορφο κήπο, άδειο όμως από ανθρώπους, θα αρνηθεί την εκεί  μόνιμη αιώνια «εγκατάστασή» του γιατί, μένω με την εντύπωση  πως, θα προτιμήσει  την μεταφορά του  εκεί που θα βρίσκεται ο περισσότερος κόσμος έστω και αν, αυτός ο κόσμος,  πηγαινοέρχεται στο μαγκανοπήγαδο κάποιου θεοσκότεινου τούνελ που θα ανήκει στην «αρμοδιότητα» της αριστερής πτέρυγας, δηλαδή της Κολάσεως.

Και το λέω αυτό επειδή, τον συνομιλητή μου,  τον γνωρίζω καλά, γι’  αυτό  αποφάσισα, ιδιαίτερα με τα όσα μέσα στη στενοχώρια του μου απαρίθμησε, να παραμένω δίπλα του  και να συμμετέχω  σε χαρές και στενοχώριες του επειδή  αυτές, μια που είναι δίδυμες αδελφές,  ακολουθούν  πάντοτε η μια την άλλη .

Από τότε που μου τα έλεγε αυτά και ήταν  στα κακά του  χάλια έχουν, όπως στην αρχή είπα,  περάσει έξι ολόκληρα χρόνια, η σύζυγός του επέστρεψε  υγιής στο σπίτι τους  και όλοι τους νιώθουν  χαρούμενοι.

Όμως και εγώ  τήρησα την υπόσχεσή μου δεν έφυγα από  κοντά του, θέλω να είμαι δίπλα του,  να τον παρακολουθώ και να του δίδω κουράγιο  ιδιαίτερα  όταν, λόγω ηλικίας, περπατά στα δικά του κακοτράχαλα  καλντερίμια και χρειάζεται βοήθεια στις μετακινήσεις του στο να μη «σωριαστεί»  και  φεύγοντας  άδοξα μας  αποχαιρετίσει  από κανένα  ανεπιθύμητο «πέσιμο» ή  από …δεν ξέρω εγώ  πια Ελληνική  λέξη ακολουθεί το «πέσιμο»!.

Θα μείνω λοιπόν κοντά του αφού τον ξέρω καλά και τον θεωρώ  καλό μου  φίλο  παρά του ότι/ πολλές φορές και  για ψύλλου πήδημα/«τρωγόμαστε» παρά του ότι, στη συνέχεια, τα  «βρίσκομε».
Και τον ξέρω καλά  γιατί  αυτός ο άνθρωπος  που   συνέχεια μαλώνει μαζί μου και  πάλι μονιάζει μου είναι  πολύ γνώριμος είναι:  
Ο  Ε Α Υ Τ Ο Σ  ΜΟΥ!!!