Ειδική Αγωγή, μια σύντομη  ιστορική αναδρομή...

Γράφει η
Νάντια Σαρρή

Σε μια εποχή σοκαριστικά απρόβλεπτη και γεμάτη ανατροπές το να προσπαθήσει να κάνει κάποιος μια ανασκόπηση φαντάζει καταδικασμένη να μην μπορεί να είναι πλήρης… Πορόλα αυτά όμως , αξίζει να επιχειρήσουμε να ανατρέξουμε στην  ιστορία εξέλιξης της Ειδικής Αγωγής και εύκολα τότε θα δούμε  πως έχει χαρακτηριστικά της ανάπτυξης ενός υποσυστήματος στο περιθώριο της εκπαίδευσης. Και καλό είναι να μην ξεχνάμε, πως ο τρόπος που η κοινωνία αντιµετωπίζει τα παιδιά και την εκπαίδευσή τους είναι συνήθως ενδεικτικός του επιπέδου ανάπτυξής της. Έτσι  κι οι αλλαγές στην εκπαίδευση των µαθητών µε ειδικές ανάγκες δε συνδέονται τόσο µε τις ειδικές εκπαιδευτικές τους ανάγκες όσο µε κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονοµικούς, νοµοθετικούς και θρησκευτικούς παράγοντες. Παράγοντες που καθορίζουν  ποιος εκπαιδεύεται, πώς εκπαιδεύεται και πότε εκπαιδεύεται. 

Οι περίοδοι-σταθµοί για την Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα και διεθνώς θα µπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία στάδια: α) το στάδιο της απόρριψης και της κακοµεταχείρισης, β) το στάδιο του οίκτου, της περίθαλψης και της ξεχωριστής εκπαίδευσης και γ) το σηµερινό στάδιο της διεκδίκησης ίσων ευκαιριών εκπαίδευσης και της συνεκπαίδευσης.
Γύρω στο 1960 άρχισε να αναπτύσσεται το αναπηρικό κίνηµα σε πάρα πολλές χώρες. Έτσι την εκπροσώπησή τους την αναλαµβάνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι µε ειδικές ανάγκες εκτοπίζοντας τη φιλανθρωπική εκπροσώπησή τους από αρτιµελείς «φίλους». Οι οργανώσεις των γονέων κάνουν, επίσης, την παρουσία τους πιο έντονη και διεκδικητική. Αυτή είναι και η εποχή που αρχίζει η αµφισβήτηση του επικρατούντος ιατρικού- παθολογικού µοντέλου για την αναπηρία.  Ενός μοντέλου δηλαδή που θεωρεί την αναπηρία ως προσωπική τραγωδία, ως ανωµαλία ή ως αρρώστια που µπορεί να θεραπευτεί.

Στην Ελλάδα όμως, την περίοδο αυτή της γενικής αµφισβήτησης και του έντονου διαλόγου, επικρατεί ηρεµία. ∆ε σηµειώνεται καµιά δηµόσια συζήτηση για ένταξη. Τα φιλανθρωπικά και προνοιακά ιδρύµατα και σχολεία είναι τα µόνα που «περιθάλπουν» τα παιδιά µε ειδικές ανάγκες. Το Ιατρικό Μοντέλο κυριαρχεί σε κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο.
Οι επόµενες δεκαετίες του 1970 και 1980 στις Η.Π.Α. και σε πολλές χώρες της Ευρώπης η ένταξη των µαθητών µε ειδικές ανάγκες στα συνηθισµένα σχολεία κατοχυρώνεται νοµοθετικά. Η εκπαίδευση των µαθητών αυτών γίνεται υποχρεωτική από τη νηπιακή ηλικία.  

Η κυρίαρχη τάση είναι η ένταξη ,έτσι οι εκπαιδευτικοί υποχρεούνται από το νόµο να καταρτίζουν ατοµικό εκπαιδευτικό πρόγραµµα για κάθε παιδί. Η συµµετοχή των γονέων στα προγράµµατα των παιδιών τους είναι απαραίτητη, ενεργή και νοµικά κατοχυρωµένη.Στόχος της Ειδικής Αγωγής δεν µπορεί πια να είναι η αποκατάσταση µε την παρέµβαση στο άτοµο, ενώ ο ρόλος του συνηθισµένου σχολείου να παραµένει ο ίδιος!!!  Έτσι έµφαση δίνεται στην αλλαγή του σχολείου και στην προσαρµογή του στις ανάγκες του µαθητή µε την παροχή ιδιαίτερων µέσων, υλικών, τεχνικών και κατάλληλης διδασκαλίας. 

Στην Ελλάδα την περίοδο αυτή  για πρώτη φορά η πολιτεία και ειδικά το Υπουργείο Παιδείας αναλαµβάνει συστηµατικά την ευθύνη της εκπαίδευσης των παιδιών µε ειδικές ανάγκες µε την ψήφιση του νόµου 1143 το 1981. Είναι ο πρώτος νόµος για την Ειδική Αγωγή και προετοιµαζόταν από το 1975! Ο νόµος αυτός ευνοεί την ξεχωριστή ειδική εκπαίδευση. Το άρθρο 3 αναφέρει ότι η Ειδική Αγωγή παρέχεται µόνον σε ειδικά σχολεία, ειδικές τάξεις και ιδρύµατα. ∆εν υπάρχει καµιά αναφορά στην ένταξη. Η ονοµασία του νόµου είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ελληνικής πολιτείας την εποχή εκείνη, ονοµάζεται «νόµος περί Ειδικής Αγωγής, επαγγελµατικής εκπαιδεύσεως, απασχολήσεως και κοινωνικής µερίµνης των αποκλινόντων εκ του φυσιολογικού ατόµων». Επίσης χαρακτηριστικός είναι και ο σκοπός του νόµου: «Σκοπός του παρόντος νόµου είναι η παροχή ειδικής αγωγής; και ειδικής επαγγελµατικής εκπαιδεύσεως εις αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτοµα, η λήψις µέτρων κοινωνικής µερίµνης και η αντίστοιχος προς τας δυνατότητάς των ένταξις αυτών εις την κοινωνικήν ζωήν κλπ.»

Την περίοδο από το 1984- 1989 παρατηρείται µια τεράστια σε σύγκριση µε τις προηγούµενες περιόδους ανάπτυξη των ειδικών τάξεων. Η ανάπτυξη, όµως, αυτή γίνεται χωρίς επιστηµονικό σχεδιασµό και συστηµατικό τρόπο. 
Αποτέλεσµα ήταν να γεµίσουν οι ειδικές τάξεις µε παιδιά µε µαθησιακά προβλήµατα, µε διαφορετικές ειδικές ανάγκες, µε µειονότητες κλπ. Οι νέες ειδικές τάξεις λοιπόν  ήταν φροντιστηριακές  και εξυπηρετούσαν βασικά µαθητές της γενικής εκπαίδευσης.

Οι συνθήκες στα ειδικά σχολεία συνεχίζουν να είναι ιδρυµατικές. Το ιατρικό µοντέλο κυριαρχεί. Γίνονται κάποιες µεµονωµένες προσπάθειες έγκαιρης παρέµβασης και συµβουλευτικής γονέων, αλλά η έλλειψη παροχών είναι µεγάλη και η πλειοψηφία των παιδιών και των γονέων τους καταφεύγουν σε ιδιώτες (λογοθεραπευτές, κλπ) ή στο εξωτερικό.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο 1990 όπου η αναπηρία επαναπροσδιορίζεται ως κοινωνικός ρατσισµός και κοινωνική αδικία, την οποία οι ανάπηροι δεν είναι διατεθειµένοι να δεχτούν. Απαιτούν παροχές όχι πια για την ανικανότητά τους αλλά για την κοινωνική τους συµµετοχή. Συνεκπαίδευση και όχι ένταξη είναι το αίτηµα των καιρών. Έτσι η ξεχωριστή ειδική εκπαίδευση πρέπει να καταργηθεί και όλα τα παιδιά µε ειδικές ανάγκες θα πρέπει να διδάσκονται στη γενική εκπαίδευση. Αυτό σηµαίνει ότι η γενική εκπαίδευση θα πρέπει να επαναπροσδιορίσει τους στόχους της, να περιορίσει την έµφαση στην ακαδηµαϊκή, µόνο, πρόοδο των παιδιών, να αλλάξει τα αναλυτικά προγράµµατα και να δώσει έµφαση στις κοινωνικές σχέσεις µεταξύ των µαθητών. Η αναπηρία θα πρέπει να θεωρηθεί από το σχολείο ως ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι δάσκαλοι καλούνται να ανταποκριθούν στο καινούριο τους έργο, της εκπαίδευσης µαθητών µε πολλές διαφορετικότητες στην τάξη τους. Γι’ αυτό η εκπαίδευσή τους αναβαθµίζεται συνεχώς µε καλά σχεδιασµένα προγράµµατα σπουδών και µε συνεχή επιµορφωτικά σεµινάρια. Η συµµετοχική µάθηση, η ενδυνάµωση των δασκάλων, η χρήση της τεχνολογίας, οι εναλλακτικοί τρόποι αξιολόγησης είναι θέµατα εξέτασης και πρακτικής εφαρµογής στα κοινά σχολεία και τις τάξεις για όλα τα παιδιά.

Στην Ελλάδα τη σηµερινή εποχή της συνεκπαίδευσης, των έντονων αναζητήσεων και προβληµατισµών διεθνώς, όχι µόνο για τη θέση των αναπήρων στην κοινωνία αλλά και για τον επαναπροσδιορισµό του ίδιου του ρόλου και του περιεχοµένου της Ειδικής Αγωγής, επικρατούν συνθήκες που θυµίζουν παλαιότερες εποχές.Η µετάδοση της γνώσης στηρίζεται σε παραδοσιακά µέσα όπως η παράδοση  και το σχολικό βιβλίο εγείροντας ερωτηµατικά για τη δυνατότητα των µαθητών µε ειδικές ανάγκες να παρακολουθήσουν µια διδασκαλία που απευθύνεται σε όλους τους µαθητές, στο ίδιο επίπεδο και µε βάση το σχολικό βιβλίο.Κι όλα αυτά σε συνδυασμό με τον  ελλιπή εξοπλισµό σε Η/Υ, την έλλειψη εποπτικών µέσων, την απροθυµία των εκπαιδευτικών για προσαρµογές και τις χωροταξικές ελλείψεις στα σχολεία γενικής εκπαίδευσης να δηµιουργούν σοβαρά εµπόδια για την ανάπτυξη προγραµµάτων ένταξης και συνεκπαίδευσης. Προβλήµατα προσπελασιµότητας…

Έτσι σε λίγες μέρες υποδεχόμαστε  το 2018 και στην Ελλάδα:
• τα παιδιά για να αξιολογηθούν από τα ΚΕΔΔΥ (Κέντρα Διαφοροδιάγνωσης Διάγνωσης Υποστήριξης) και να αποφασιστεί ποια είναι η κατάλληλη εκπαιδευτική δομή (ειδικό ή τυπικό σχολείο) που πρέπει να ακολουθήσουν, χρειάζονται 6 έως 12 μήνες αναμονής.
• τα παιδιά που είναι στο φάσμα του αυτισμού τα ΚΕΔΔΥ τους δίνουν 10-12 ώρες παράλληλης στήριξης, με τη λογική ότι αυτά τα παιδιά είναι, για παράδειγμα τις δύο από τις πέντε ημέρες της εβδομάδας αυτιστικά, ενώ τις υπόλοιπες όχι;
• τα παιδιά καλούνται να βρίσκονται στο σχολείο, σε τμήματα 25 μαθητών, με εκπαιδευτικούς που κανένας κρατικός φορέας δεν έχει φροντίσει να τους επιμορφώσει σε θέματα διαφορετικότητας. Ενώ οι δάσκαλοι ειδικής αγωγής, φθάνουν στα σχολεία με 2- 5 μήνες καθυστέρηση και αντιμετωπίζονται σε πολλές περιπτώσεις ως βοηθοί των δασκάλων ή σαν παιδιά για τα θελήματα από τους διευθυντές…
• δίπλα σε ένα παιδί με αναπηρία για κάθε διδακτική ώρα μπορεί να βρίσκεται σύμφωνα με την τελευταία εγκύκλιο όποιος δάσκαλος απ’ το προσωπικό του σχολείου κρίνεται ως υπεράριθμος. Έτσι για να μην μετακινηθεί σε κάποιο άλλο σχολείο κάνει μάθημα σε οποιοδήποτε παιδί με ειδικές ανάγκες στο σχολείο.
Κι εν τελει οι ελλείψεις σε τομείς έγκαιρης παρέμβασης, υποστηρικτικών δομών, τεχνολογικών βοηθημάτων είναι τεράστιες… Αλλά αυτό που με κάνει να νιώθω απογοήτευση  είναι οι στάσεις των δασκάλων προς τους µαθητές µε ειδικές ανάγκες και την ένταξή τους... Οι ελλείψεις που έχουν σε γνώσεις σε συνδυασµό µε την έλλειψη οργανωµένων προγραµµάτων εκπαίδευσης δασκάλων, αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες υποβάθµισης της Ειδικής Αγωγής. 
Άλλωστε και οι ίδιοι οι µαθητές µε ειδικές ανάγκες θεωρούν ότι η εκπαίδευσή τους είναι υποβαθµισµένη και πιστεύουν ότι ο κυριότερος παράγοντας γι’ αυτή την κατάσταση είναι η έλλειψη ειδικών γνώσεων από τους δασκάλους τους!

Υ.Γ. «Αν το παιδί δεν μπορεί να μάθει με τον τρόπο που το διδάσκουμε, τότε πρέπει να το διδάξουμε με τον τρόπο που μπορεί να μάθει…», Μ.Montessori