Πρόσφυγες “Άγγελοι”

Γράφει η
Γεωργία Καρδούλια-Τσουρουνάκη

Η μεσαιωνική πόλη ήταν βυθισμένη στην απόλυτη ηρεμία. 
Τίποτε δε θύμιζε τη μεγάλη εκκωφαντική φασαρία από τον καυγά των δύο γυναικών. Η οδός Αγίου Φανουρίου (συνοικία ιεροδούλων), είχε πάρει τώρα λες τα ηρεμιστικά της. Και όλα αυτά γιατί ένας ταλαίπωρος... βρήκε λίγη στοργή από μια πανόψυχη ιερόδουλη.

Αστεγος ο κακομοίρης ο Θοδωρής εδώ και πολλά χρόνια, περιπλανιέται σαν την άδικη κατάρα. Και να φανταστεί κανείς πως υπήρξε πρωτοπαλίκαρο της Αλβανίας. Ολη του η περιουσία σήμερα μία φυσαρμόνικα, μία φθαρμένη χλαίνη και πολλές μνήμες φυλαγμένες καλά μέσα στο θολωμένο μαυλό του. Είναι ότι απέμεινε απ’ τη ζωή του, έπειτα από το σοβαρό τραυματισμό του στον πόλεμο του ‘40, που εκτός απ’ το κεφάλι είχε πάθει και κρυοπαγήματα, αναλλοίωτα σημάδια που μαρτυρούν ακόμη τις ατέλειωτες πεζοπορίες στα χιονισμένα δύσβατα βουνά της Πίνδου και της Κλεισούρας. Θυσίες στον ψυχρό βωμό του πολέμου για να χαιρόμαστε εμείς σήμερα τη ζεστασιά της ελευθερίας μας.

Καμιά κρατική μέριμνα γι’ αυτόν τον πατριώτη. Η μόνη προσφορά της ήταν η φθαρμένη χλαίνη που του απόμεινε να ζεσταίνει τα παγωμένα όνειρά του. Ολοι τον ξέχασαν. Ακόμη και οι δύο αδελφές του, αφού του πήραν το μερίδιο που του ανήκε από την περιουσία των γονιών τους, τον πέταξαν στους πέντε δρόμους. Και μόνο αυτή η γυναίκα είχε την ευαισθησία να τον περιθάλψει και να του παραχωρήσει μια γωνιά εκεί στην αυλή του σπιτιού της. Μια πρόχειρα στημένη αυθαίρετη παράγκα που όλοι κατήγγειλαν ως παράνομη και ας έκτιζαν όλοι αυτοί οι “κύριοι” δισκοθήκες, μπαράκια... και ασελγούσαν ασύστολα πάνω στο κάλλος της αρχέγονης ομορφιάς και αρχιτεκτονικής της παράδοσης αυτού του χώρου. Γι’ αυτούς δεν ίσχυε ο νόμος. Ομως τώρα η ουσία ήταν πως ο καημένος ο Θοδωρής, πάλι θα έβγαινε στους δρόμους με τη φυσαρμόνικα να επαιτεί για μια μπουκιά ψωμί και πολύ εξευτελισμό. 

Μοναδικός του φίλος ο Καντής ένας μικροαπατεωνάκος, αλλά πιο καπάτσος απ’ αυτόν, αφού κατάφερνε να τον δανείζουν (δανεικά και αγύριστα) απ’ όσους τύχαινε να γνωρίζει έχοντας έτσι την πολυτέλεια να επιβιώνει με περισσότερη άνεση. Σήμερα έτυχε να συναντηθούν και οι δυό τους στο Αστυνομικό Τμήμα. Ο ένας για διατάραξη της κοινής ησυχίας και ο άλλος γιατί χρωστούσε και δεν πλήρωνε. Ομως ευτυχώς και οι δυό το πρωί αφέθηκαν ελεύθεροι. Ηταν μόλις επτά η ώρα και το αγιάζι του Δεκέμβρη σε διαπερνούσε ως το κόκκαλο. Οι δύο φίλοι περπατούσαν χωρίς προορισμό. Το μόνο που ήθελαν ήταν να είχαν ένα ζεστό κρεβάτι κι ένα πιάτο φαΐ.

Τέτοια... πολυτέλεια! Χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν έξω από το νεκροταφείο. Είδαν κόσμο στην αίθουσα τελετών. Κάποιο μνημόσυνο είχε τελεσθεί και έπιναν τον καφέ τους.
- Δενπάμε και εμείς βρε Θόδωρα μπας και ζεσταθούμε με λίγο καφεδάκι και ότι προκύψει.
- Και δεν πάμε αδελφέ μου΄ Η καλύτερή μας είναι! Οσο για τον μακαρίτη, δεν νομίζω νάχει αντίρρηση για δύο κεράσματα παραπάνω; Ανθρωποι είμαστε, σήμερα αυτός, αύριο μόνον ο Θεός γνωρίζει...

Οι δύο φίλοι χωρίς άλλες κουβέντες είχαν κιόλας καθίσει σε ένα ακριανό τραπέζι. Τα βλέμματα όλων είχαν πέσει επάνω τους. Ακόμη και σ’ αυτές τις στιγμές, η περιέργεια και η απόρριψη δεν κρύβουν το ειρωνικό προσωπείο του ρατσισμού τους. Ευτυχώς όμως για τους δυό φίλους, αυτά ήταν ψιλά γράμματα που δεν τα καταλάβαιναν. Ενα πλεονέκτημα που συντηρούσε την ύπαρξή μας! Μα η απρόβλεπτη ζωή είχε μαζέψει πολλά δανεικά για τον Καντή. Ξαφνικά μια ζάλη τον σώριασε κατάχαμα. Την ίδια στιγμή η φωνή ενός μεσόκοπου άνδρα όπου ο Καντής κάποτε του είχε αποσπάσει ένα χρηματικό ποσό τύπου δανείου, σηκώθηκε εξαγριωμένος και του φωνάζει:

- Τι θα γίνει βρε αλήτη με το χρέος σου;Τώρα βρήκες να τα τεντώσεις; Σήκω επάνω ρε, μ’ ακούς; και του δίνει μια δυνατή κλωτσιά. Οι παρευρισκόμενοι είχαν μείνει άφωνοι. Δεν τον βλέπεις τον άνθρωπο είναι κατάχλωμος σαν πεθαμένος. Ο Θοδωρής χωρίς να πει κουβέντα έφερε από ‘κει γύρω ένα καροτσάκι που βρήκε. Ηταν από αυτά που κουβαλούσαν οικοδομικά υλικά και βάζει το φίλο του μέσα.
- Κάτσε φίλε μου, μονολογεί. Εγώ θα σε συνοδέψω στο στερνό σου καταφύγιο.
Ο Καντής φαινόταν τώρα να κάθεται στο θρόνο της εξουσίας του που η μοίρα του εκ προοιμίου τον είχε κληροδοτήσει. Και απ’ εκεί ατάραχος να βλέπει το πέρασμα της ζωής.
- Πού τον πας ρε σύ; Εμένα ποιός θα μου πληρώσει αυτά που μου χρωστάει; Βρε απατεώνα, τώρα βρήκες να ψοφήσεις; Τώρα που σε βρήκα εγώ, τόσον καιρό σ’ έψαχνα!
Ο Καντής ατάραχος ποιός ξέρει αν... ή μάλλον τον άκουγε, με το δικό του πια τρόπο, ίσως και να του έλεγε:
- Ακόμη και να πεθάνεις δε γλυτώνεις από το ριζικό σου. Τα χαστούκια του είναι η σκιά που σε συνοδεύει ακόμη και στο θάνατο.

Ωστόσο άστους Θεέ μου να λένε...
και όπως ήταν χοραταντζής θα συμπλήρωνε:
- Ούτε πάνω, ούτε κάτω. Αυτοί φίλε μου “ου γαρ οίδασι τι ποιούσι” μήτε τι πηδούσι!
Ο Θοδωρής μηχανικά έριξε πάνω στον Καντή τη φθαρμένη του χλαίνη, ότι του είχε απομείνει από τις παγωμένες αναμνήσεις, για να ζεστάνει τη ψυχρή μοναξιά του φίλου του. Συντετριμμένος φώναξε τον νεκροθάφτη.
- Ελα, έλα να τον πάμε στο στερνό του καταφύγιο, γιατί μια ζωή δεν είχε ούτε μια γωνιά δικιά του για να “χαίρεται” τη δυστυχία και την ερημιά του.

- Πώς θα τον θάψω μωρέ μου λες;Εχει χαρτιά; Χρειάζεται άδεια για την κηδεία και πιστοποιητικό θανάτου από γιατρό. Πρώτα θα μου φέρεις αυτά και ύστερα θα θάψω τον φίλο σου. Αλλωστε τώρα πια το κουφάρι του φίλου σου δε βιάζεται! Ηρθε στην οδό της αέναης υπομονής και μπορεί να περιμένει. Στ’ αμπελοχώραφα του χάρου καθημερινή είτε σχόλη, η ώρα δεν μετράει.
Μα η βροχή και το τσουχτερό κρύο μετρούσε και δεν χαριζόταν, χτυπούσε κατάστηθα και βίαζε αλύπητα κουράγιο και αντοχή. Ο Θοδωρής με όση δύναμη του είχε απομείνει άρχισε να παίζει με τη φυσαρμόνικά του. Ολοι τον άκουγαν, μα λίγοι ήταν αυτοί που συγκινήθηκαν. Κανείς δεν του πρότεινε να τον βοηθήσει για το φίλο του. Και οι λίγοι χριστιανοφανείς, του έδωσαν μερικά ψίχουλα ίσα για να τα ‘χουν καλά με τη φαλακρή συνείδησή τους.Τα ελάχιστα χρήματα που είχε μαζέψει ο Θοδωρής ούτε για ταξί δεν έφθαναν να πληρώσει. Επειτα υπήρχε και το άλλο. Ποιός θα τον έβαζε στο ταξί του; Το πόδι του πάντα ήταν πληγιασμένο και “μύριζε” αφόρητα. Προπάντων όταν αργούσε όπως τώρα, να του κάνουν αλλαγή στο Κρατικό Νοσοκομεί. Αφήστε πια εκεί τι τραβούσε! Του Ιώβ τα πάθη. Ολόκληρη μέρα μπορούσαν να τον ταλαιπωρούν. Γι’ αυτούς ήταν ένας ακόμη περιθωριακός που το μόνο του εγγυητικό αντίκρυσμα ήταν ένα χαρτί απορίας... μέγιστο προνόμιο αντί προσφοράς, αυτό το εισιτήριο ντροπής και εξευτελισμού για τους ηρωικούς του αγώνες. 

Αλήθεια πόση ευγνωμοσύνη δεν ένοιωθε για ‘κείνη την καλή γυναίκα τη Σεφιέ που όλοι τους αυτοί... την έβλεπαν σα μυγιασμένη. Στη Σμύρνη την έλεγαν Γκιαούρ Μαρία. Αυτό ήταν το όνομά της, εδώ τη φώναζαν Σεφιέ η Τουρκάλα. Προερχόταν από μάνα Ελληνίδα και πατέρα Τούρκο. Ηταν καρπός ενός παράνομου έρωτα, ένα ακόμη θύμα του νυχτωμένου κατεστημένου που κουβαλούσε τα βάρη μιας φαρισαϊκής κοινωνίας και που στο τέλος τη λύγισαν χωρίς κανένα έλεος. 
Ενα χλωμό περιθωριακό φεγγάρι που κύλησε στην άμμο και χάθηκε... Και εκεί διωγμένη και εδώ πρόσφυγας. Για το Θοδωρή όμως αυτή η γυναίκα ήταν ένας πρόσφυγας ήλιος που φιλοξενούσε πολύ ζεστασιά και αγάπη στην καρδιά της και είχε ένα ωραίο και μοναδικό όνομα: Ανθρωπος! Ηταν η μόνη που θα μπορούσε να τον βοηθήσιε.
- Πώς δεν το σκέφθηκα τόση ώρα μονολογεί και χωρίς άλλη καθυστέρηση ξαναφωνάζει τον νεκροθάφτη και τον παρακαλεί να φιλοξενήσει για λίγη ώρα τον Καντή στο νεκροθάλαμο για να μην τον δέρνει η βροχή και το κρύο μέχρι να γυρίσει. Φορτωμένος με την έννοια του φίλου του βιάζεται να ανταμώσει τη Σεφιέ. Κατά καλή του τύχη στο δρόμο του ανταμώνει ένα μεταφορέα ο οποίος ήταν τακτικός επισκέπτης της Σεφιέ και του ζητά να τον πάει στο σπίτι της.
- Α! κακομοίρη μου αν σε δουν ξανά αυτοί, πάλι φασαρίες θα ‘χεις.

- Δεν με νοιάζει θέλω να με πας γρήγορα γιατί είναι μεγάλη ανάγκη και του εξηγεί τι είχε συμβεί.
Στο σπίτι με το κόκκινο φαναράκι τη Σεφιέ δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα. Ανησυχούσε για τον άνθρωπο που τόση δυστυχία τον βασάνιζε. Τον πονούσε σαν πατέρα της μιας και αυτή ποτέ της δεν είχε την τύχη να γνωρίσει. Μία προδικασμένη πορεία μοναξιάς και λάσπης αποτελούσε όλη η ζωή για εκείνη. Η μόνη της ανάταση ήταν να μπορεί να βοηθάει και να συμπαραστέκεται σ’ αυτόν το δυστυχισμένο άνθρωπο.
Το κτύπημα στην πόρτα και η φωνή του, την ανακούφισαν.
- Καλή μου, δεν έχω άλλον από σένα. Μονάχα εσύ μπορείς να με βοηθήσεις να κάνω κάτι για τον άτυχο φίλο μου τον Καντή. Δεν μπορώ να τον εγκαταλείψω σ’ αυτήν την περιφρόνηση και της εξιστορεί τα συμβάντα.
- Μη στεναχωριέσαι και μη σε νοιάζει φίλε μου. Ολα θα τα αναλάβω εγώ. Μέχρι το απόγευμα τα πάντα θα έχουν τακτοποιηθεί. Ωστόσο, Ανέστη και απευθύνεται στον μεταφορέα.
- Εσύ, πάρε αυτά τα χρήματα και πήγαινε πρώτα να τακτοποιήσεις τα χαρτιά που χρειάζονται και εγώ θα ειδοποιήσω το γραφείο κηδειών για να του κάνουμε μια αξιοπρεπή κηδεία. Μόνο Θόδωρε,  κι εσύ τώρα πρέπει να φύγεις, γιατί όπως βλέπεις οι πελάτες περιμένουν...
Η Σεφιέ ήξερε πως η σημερινή είσπραξη, θα είναι για τον Καντή.
(Το ημερολόγιο έγραφε 24 Δεκεμβρίου...)