Ο ωραίος τύπος από τα Πατήσια που τον λένε Άρη Λυκογιάννη

Απολαυστική συνέντευξη στην «Ροδιακή» παραχώρησε ο κόουτς Λυκογιάννης, μιλώντας για τον Κολοσσό, τις φιλοδοξίες του, για τα όσα αγαπάει, για τα όσα μισεί, ακόμα και για τα… ελαττώματά του

Εξαιρετικός προπονητής, από τους καλύτερους της γενιάς του, είναι σίγουρα. Όποιος διατηρεί αμφιβολίες, δεν έχει παρά να ρίξει μία ματιά στη διαδρομή του και το κυριότερο, να δει τι είναι και πώς παίζει επί των ημερών του ο Κολοσσός.

Μόνο που το βασικό ζητούμενο της συνέντευξης με τον κόουτς Άρη Λυκογιάννη, την οποία με χαρά έκανε την τιμή να παραχωρήσει στην «Ροδιακή», δεν ήταν να αναδειχθεί η δεδομένη προπονητική αξία του, ούτε και να περιοριστεί σε μία συζήτηση γύρω από τα «θαλασσί» ζητήματα.  Αποσκοπούσε περισσότερο στο να γνωρίσουμε παρέα τον άνθρωπο πίσω από το κοστούμι και τη γραβάτα που φοράει στην άκρη του πάγκου.

Υπάρχουν περιπτώσεις που οι μεγάλοι και ολίγον τι… ποιητικοί πρόλογοι καθίστανται αχρείαστοι, που τους αχρηστεύει ο χειμαρρώδης λόγος του… «ανακρινόμενου». Και στη δική μας περίπτωση, είναι ο χειμαρρώδης λόγος ενός ωραίου, «περπατημένου» και βαθιά φιλοσοφημένου τύπου από τα Πατήσια, με τον οποίο θα ήθελες να κάνεις παρέα, για να μιλάς για μπάσκετ, μεταξύ τόσων και τόσων άλλων που θα είχες να κουβεντιάσεις και να μάθεις.  Αλλά για λίγα από όλα αυτά, ας μιλήσει καλύτερα ο ίδιος ο απολαυστικός Άρης Λυκογιάννης.  

 *Κόουτς, τέταρτη χρονιά στον Κολοσσό η φετινή, αλήθεια, τι σε κρατάει εδώ;
«Γενικότερα δεν έχω αλλάξει πολλές ομάδες. Ήμουν έξι χρόνια στον Σπόρτινγκ, δύο στο Παγκράτι τέσσερα στον Ίκαρο και τέσσερα τώρα στον Κολοσσό, συν μία χρονιά στο εξωτερικό. Σε όλες τις ομάδες έχω κάτσει τέσσερα χρόνια και περισσότερο σχεδόν. Δεν είμαι προπονητής ο οποίος αλλάζει εύκολα, ψιλοδένομαι με τις ομάδες. Εχω καλή συνεργασία εδώ, με έχει βοηθήσει η ομάδα, την έχω βοηθήσει κι εγώ. Υπάρχει καλή συνεννόηση και συνεργασία. Ο Κολοσσός είναι από εκείνες της ομάδες που σου επιτρέπουν να κάνεις τη δουλειά σου. Δεν πολυμπλέκονται οι άνθρωποι, υπάρχει μία εμπιστοσύνη και μία ομπρέλα ασφαλείας για τον προπονητή. Αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι που έχω μείνει εδώ. Φιλοδοξία υπάρχει, αλλά πρέπει να συνδυαστεί κιόλας για να φύγεις. Πρέπει και κάτι να βρεθεί»

*Είσαι και γενικά στη ζωή σου άνθρωπος που αγαπάει τη σταθερότητα; Άνθρωπος που δεν επιδιώκει τις αλλαγές;
«Δεν είμαι πολύ του ρίσκου, αν και υπάρχουν τομείς στους οποίους θα ρισκάρω. Πιο πολύ με ενδιαφέρει η προοπτική. Ο Κολοσσός, όταν ήρθα εδώ, ήταν μία προοπτική για μένα και εξακολουθεί να είναι. Μου έδωσε τη δυνατότητα να φτιάξω, εντός εισαγωγικών, το όνομά μου. Μέσα από τον Κολοσσό μου δόθηκε η δυνατότητα να πάω στον Παναθηναϊκό έστω και για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Έχω κάνει καλές επιλογές ξένων εδώ, έχουμε κάνει μεγάλες νίκες, έχουμε σταθερή πορεία, έχουν γίνει πράγματα αυτά τα τέσσερα χρόνια».

*Μιλώντας για προοπτική, όσοι αγαπούν και παρακολουθούν τον Κολοσσό, η λέξη ίσως και να τους προκαλεί έναν φόβο. Ποια είναι η προοπτική της ομάδας, το ταβάνι της, ο ρόλος που πρέπει να διαδραματίσει; Το ερώτημα εκπορεύεται από τη διαπίστωση πως το κλειστό στα περισσότερα παιχνίδια δεν γεμίζει. Πολλές φορές είναι μισοάδειο.
«Για μένα είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει ένας κορεσμός. Έτσι θα το ερμηνεύσω. Ο κόσμος εδώ δεν είναι πολύ μπασκετικός, δεν πολυενδιαφέρεται. Γεμίζει το γήπεδο στα μεγάλα παιχνίδια, στα άλλα υπάρχουν αυτοί οι σταθεροί 400-500 φίλαθλοι. Θεωρώ πως για να μπορέσει να γίνει μία μεγαλύτερη προσέγγιση, πρέπει να γίνει ένα μεγαλύτερο άνοιγμα προς τον κόσμο. Η ομάδα να βάλει πιο μεγάλους στόχους, να βάλει μία πιο μεγάλη φιλοδοξία, να παίξει σε ένα άλλο γήπεδο ή, να διαμορφώσει διαφορετικά αυτό, δεν ξέρω τι απ’ όλα αυτά είναι εφικτό. Η φιλοδοξία είναι αυτή η οποία φέρνει κάθε φορά τον οπαδό ή τον φίλαθλο πιο κοντά στην ομάδα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει σταθερότητα και αυτή η σταθερότητα μεταφράζεται σε αυτούς τους 400-500 ανθρώπους»

*Έχουν υπάρξει στιγμές που να έχεις αισθανθεί πικρία και απογοήτευση, σκεπτόμενος πως  αυτή η σταθερή και επιτυχημένη προσπάθεια, δεν τυγχάνει της ανταπόκρισης που της αξίζει; Δεν είναι και μικρό επίτευγμα αυτό που έχει καταφέρει ο Κολοσσός. Θα έλεγες  ότι ίσως να μην έχουμε αντιληφθεί τι ακριβώς κρατάμε στα χέρια μας;
«Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, ότι ο κόσμος δεν έχει αντιληφθεί τι έχει. Ότι αν ο Κολοσσός πάψει να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο τότε γενικότερα όλα τα Δωδεκάνησα δεν θα έχουν τη δυνατότητα να βλέπουν μεγάλες ομάδες εδώ και πιθανότατα να κάνουν και πάρα πολλά χρόνια να δούνε. Γιατί δεν νομίζω ότι στο ποδόσφαιρο υπάρχει η  προοπτική να βρεθεί άμεσα μία ομάδα στην Α’ Εθνική. Το ζητούμενο δεν είναι αν απογοητεύεται ο Λυκογιάννης. Ο Λυκογιάννης και γενικότερα όλοι οι προπονητές και όλοι οι παίκτες είναι περαστικοί από αυτή την ομάδα. Το ζητούμενο είναι να μην απογοητεύονται οι άνθρωποι που στηρίζουν αυτή την ομάδα. Το επικίνδυνο θα είναι να μην απογοητευτεί ο Κουγιός και ο Χατζηλαζάρου, οι οποίοι συνδράμουν και κουβαλάνε αυτή την ομάδα. Αυτός είναι ο κίνδυνος. Εμείς είμαστε επαγγελματίες. Σήμερα είμαστε εδώ, αύριο κάπου αλλού. Σίγουρα σε κανέναν δεν αρέσει να παίζει σε άδεια γήπεδα ή να έχει μία καλή πορεία και ο κόσμος να μην την αγκαλιάζει. Το ερωτηματικό και το κρίσιμο είναι να μην απογοητευτούν αυτοί που οικονομικά στηρίζουν αυτή την ομάδα, Δεν έχουμε φτάσει μέχρι εκεί, αλλά δεν είμαστε και μακριά. Δεν θεωρώ πως είναι οικονομικοί οι λόγοι που ο κόσμος δεν έρχεται. Αν αναλογιστείς ότι σε ένα μήνα θα γίνουν δύο εντός έδρας παιχνίδια, μιλάμε για ένα εικοσάρικο το μήνα. Δεν είναι κάποιο τρελό ποσό. Πιο πολύ έχει να κάνει με το ενδιαφέρον Με την μπασκετική κουλτούρα που δεν υπάρχει και σίγουρα  και με την προσέγγιση. Και η ομάδα ενδεχομένως θα πρέπει να ψάξει να βρει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του κόσμου»

*Θα συμφωνούσες με κάποιον που θα υποστήριζε πως αυτή η μικρή ή μεγάλη αποστασιοποίηση είναι ένα γενικότερο σύμπτωμα μίας φθίνουσας πορείας του ελληνικού μπάσκετ; Τα χρόνια μετά το 87’ ο κόσμος ζούσε και ανέπνεε για το άθλημα. Σήμερα η «φλόγα» δεν μοιάζει να είναι η ίδια.
 «Έχουν αλλάξει οι εποχές. Σαφέστατα. Υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα απ’ ότι υπήρχαν εκείνη την εποχή, που για τη χώρα ήταν κάπως ανοδική. Σήμερα υπάρχει οικονομική κρίση, ο κόσμος έχει διαφορετικού είδους προβλήματα, έχουμε περάσει και σε μία διαφορετική εποχή σε κοινωνικό επίπεδο. Είναι η εποχή της τεχνολογίας. Τα νεότερα παιδιά δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ για τον αθλητισμό, βρίσκονται όλη την ώρα στο διαδίκτυο. Είναι διαφορετική εποχή. Ένα γήπεδο 1.200 θέσεως θα μπορούσε να γεμίσει με παιδιά που πηγαίνουν στην 3η Λυκείου, ή με φοιτητές, τόσους έχει η Ρόδος. Δεν βλέπω  νεαρόκοσμο να έρχεται, που υποτίθεται πως θα ήταν πιο κοντά στον αθλητισμό. Οπότε είναι γενικότερο το φαινόμενο και ταυτόχρονα συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Είναι μία άλλη εποχή και διαφορετική και η προσέγγιση που θα πρέπει να κάνεις. Το ίδιο πρόβλημα το αντιμετωπίζουν σχεδόν όλες ομάδες., Δεν βλέπω να γεμίζουν τα γήπεδα, ειδικά των μικρών επαρχιακών ομάδων.  Το Ρέθυμνο έχει το ίδιο πρόβλημα με εμάς. Τα Τρίκαλα έχουν ένα μεγαλύτερο σταθερό κοινό και θα έλεγα πως η  Πάτρα είναι μία μπασκετική πόλη. Και ο  Απόλλων και ο Προμηθέας έχουν αρκετό κόσμο στο γήπεδο, Βέβαια, και οι δύο ομάδες έχουν πολύ όμορφα γήπεδα. Δηλαδή πλασάρουν το προϊόν διαφορετικά. Φυσικά είναι και μία πιο μεγάλη πόλη. Θεωρώ πως ένας καινούργιος χώρος, ή το Βενετόκλειο με μία διαφορετική μορφή, θα ήταν σίγουρα ένα μεγαλύτερο κίνητρο για τον κόσμο».

*Το μπάσκετ πώς προέκυψε στη ζωή σου; Πρώτα παίκτης, μετά προπονητής, όπως είναι το σύνηθες;    
«Ως αθλητής έπαιζα σε χαμηλό επίπεδο, σε τοπικές κατηγορίες. Όντας φοιτητής στο Πανεπιστήμιο ξεκίνησα να κάνω αυτή τη δουλειά, μέσω προτροπής ενός συμφοιτητή. Ξεκίνησα από ακαδημίες στη Γλυφάδα και το μικρόβιο της προπονητικής μου μπήκε σταδιακά. Μου άρεσε. Ήταν και κάτι που μου έδινε χρήματα, οπότε το κυνήγησα. Αφιέρωσα πάρα πολύ χρόνο σ’ αυτό. Έγινε απασχόληση  ολοκληρωτική. Προέκυψε, τσούλησε, είδα κι εγώ ότι είχα κάποιο ταλέντο σ’ αυτό, ότι μου ταιριάζει σαν δουλειά. Η προπονητική είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων, δεν είναι μόνο γνώση. Ταιριάζει στον προσωπικότητα και στην ιδιοσυγκρασία μου»

*Δεν την λες πάντως και την πιο εύκολη δουλειά στον κόσμο…
«Είναι δύσκολη δουλειά. Είναι πολλές οι παράμετροι με τις οποίες πρέπει να συμβαδίσεις. Σε κάποιους τομείς θα έλεγα ότι ήμουν καλός από πολύ νωρίς, σε κάποιους ήμουν πάρα πολύ κακός. Όσο περνάνε τα χρόνια, προσπαθώ να βελτιώνομαι».

*Ποιο είναι το μεγαλύτερο ελάττωμα το οποίο αναγνωρίζεις στον κόουτς Λυκογιάννη; Τι είναι αυτό που θα ήθελες να έχεις και από τι να απαλλαγείς; 
«Είναι γνωστό ότι είμαι πολύ οξύθυμος, αρκετά αθυρόστομος. Πιέζω τους παίκτες στα όριά τους, πολλές φορές πάνω από τα όριά τους. Τα τελευταία χρόνια έχω βρει μία καλή ισορροπία σ’ αυτό, δηλαδή αναγνωρίζω πολύ πιο γρήγορα ποια είναι η χρονική στιγμή που θα πρέπει να βάλω το καρότο στη θέση του μαστιγίου, παλιότερα δεν το έκανα αυτό τόσο καλά. Αυτό είναι ένα κομμάτι που θεωρώ ότι βελτιώνω, αλλά θα πρέπει να το βελτιώσω ακόμα. Επίσης,  δεν είμαι άνθρωπος των δημοσίων σχέσεων και αυτό το αναφέρω στα αρνητικά μου, γιατί η προπονητική είναι μία δουλειά που πρέπει να έχεις καλές επαφές, καλές δημόσιες σχέσεις. Δεν είμαι γενικότερα ούτε άνθρωπος των δημοσιογράφων, ούτε άνθρωπος των μάνατζερ»

*Στα αρνητικά γιατί το δεύτερο; Άλλοι θα το έβλεπαν ως παράσημο, ως ένα συν.
«Δεν ξέρω αν είναι συν, σίγουρα όμως είναι ένα κομμάτι που εγώ δεν μπορώ να διορθώσω. Έτσι θα πάει μέχρι το τέλος. Δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει αυτό. Αλλά το βάζω στα αρνητικά».

*Είναι μία επιλογή, Σου έχει στερήσει ευκαιρίες;
« Όχι ότι μου έχει στερήσει ευκαιρίες, δεν θα το έλεγα έτσι. Έχει δημιουργήσει μία εικόνα και ένα πέπλο που εγώ για να την κάνω διαφορετική έχω ματώσει, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να την περάσει πολύ πιο εύκολα».

*Κατά γενική ομολογία έχεις κάνει καταπληκτική δουλειά. Κάνει εντύπωση που δεν έχει αξιολογηθεί εμπράκτως από έναν σύλλογο με σημαντικό όνομα και βαριά φανέλα. Ή μήπως έχει υπάρξει κάποια πρόταση;
«Όχι δεν έχει προκύψει. Εντάξει αυτό είναι και θέμα συγκυριών. Είναι και θέμα ποιες δουλειές ανοίγουν και ποια είναι η χρονική στιγμή που ανοίγουν. Αν είσαι εσύ διαθέσιμος, ή ποιοι άλλοι είναι διαθέσιμοι για να την πάρουν, γιατί έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό. Έχει να κάνει όμως και με τα στοιχεία που περιέγραψα προηγουμένως. Δεν είναι κάτι που με αγχώνει. Σε λίγους μήνες θα είμαι 49 χρονών, η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας έχουν διαμορφωθεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπω σε διαφορετική διαδικασία, τουλάχιστον σ’ αυτόν τον τομέα. Πιστεύω πως μόνο μέσα από τη δουλειά μπορώ να διεκδικήσω πλέον πράγματα σ’ αυτό το χώρο. Δεν μπορώ να τα διεκδικήσω μέσα από κανέναν άλλο δρόμο και θεωρώ πως αν είναι να συμβεί κάτι, θα συμβεί».

*Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα εξάγει προπονητές σε σημαντικά πρωταθλήματα. Υπάρχει στο μυαλό σου η προοπτική του εξωτερικού;
«Στην Ευρώπη δεν μπορείς να πας, αν δεν περάσεις από μεγάλο κλαμπ. Ή θα πας σε μικρότερα πρωταθλήματα. Εγώ έχω πάει μία χρονιά στη Σουηδία. Αυτή τη στιγμή το να πάω σ’ ένα πρωτάθλημα όπως είναι της Σουηδίας ή της Ουγγαρίας ή της Φινλανδίας δεν μου λέει κάτι. Είναι μία προοπτική δουλειάς, τα χρήματα δεν θα έχουν καμία τρομερή διαφορά και η αναγνωρισιμότητα δεν θα είναι πολύ μεγάλη. Για να βρεθείς σ’ ένα πρωτάθλημα πραγματικά δυνατό θα πρέπει να περάσεις από μεγάλο κλαμπ στην Ελλάδα. Όλοι αυτοί οι προπονητές που βρίσκονται στο εξωτερικό έχουν περάσει από μεγάλα κλαμπ. Είτε από τον Άρη, είτε από τον Ολυμπιακό, είτε από τον Παναθηναϊκό, είτε από την ΑΕΚ, είτε από την Εθνική ομάδα κάποια χρόνια. Καλώς ή κακώς πρέπει να περάσεις από την τριβή μίας μεγάλης ομάδας. Γιατί η μεγάλη ομάδα έχει διαφορετικά στεγανά»

*Στα πρώτα σου βήματα στο χώρο, είχες κάποιο συγκεκριμένο όνειρο; Να καθίσεις στον πάγκο κάποιας συγκεκριμένης ομάδας;
 « Όχι. Ξεκίνησα το 1994 από τις ακαδημίες της Γλυφάδας. Είχα μίνι, παμπαίδες, προμίνι, είχα μικρά παιδιά. Σαν ενασχόληση πιο πολύ. Το να μπω σ’ αυτή τη διαδικασία. Όσο πέρναγε ο καιρός, εμφανιζόταν κι  ένα καινούργιο κίνητρο, το να αναλάβω μία ανδρική ομάδα. Έχω περάσει από όλα τα επίπεδα. Από το Α’ τοπικό, στη Γ’ Εθνική, στη Β’ Εθνική, στην Α2. Έχω πάρει πρωταθλήματα σ’ αυτές τις κατηγορίες. Σταδιακά».

*Ποια ήταν η στιγμή που γύρισε ο «διακόπτης» του μυαλού σου; Που συνειδητοποίησες πως η προπονητική θα ήταν ο δρόμος σου;
«Νομίζω ότι εκεί που άλλαξε ο τρόπος σκέψης μου ήταν όταν πήγα στον Σπόρτινγκ. Πρώτον γιατί πήγα για πρώτη φορά σ’ ένα μεγάλο και ιστορικό κλαμπ, δεύτερον διότι ήταν η ομάδα της γειτονιάς μου, η ομάδα μου, την οποία αγαπούσα, καθότι Πατησιώτης. Τρίτον, επειδή πέρασα πολύ έντονες στιγμές εκεί. Και καλές και κακές, μα πάρα πολύ έντονες. Δεν ξέρω για πόσα χρόνια θα είμαι σ’ αυτό το χώρο και θα κάνω αυτή τη δουλειά, αλλά η μισή μπασκετική μου ζωή είναι αυτή η πενταετία στον Σπόρτινγκ»

*Αν δεν ήσουν προπονητής, τι πιστεύεις πως θα ήσουν;  
«Α δεν το ξέρω αυτό. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο. Εδώ και πολλά χρόνια δουλεύω στο Ταχυδρομείο, είναι γνωστό αυτό. Κι εκεί οι συγκυρίες με έφεραν, να κάνω παράλληλα αυτή τη δουλειά. Δεν ξέρω με τι άλλο θα ασχολούμουν. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω, γιατί ουσιαστικά με το μπάσκετ ξεκίνησα πολύ νωρίς, από το δεύτερο έτος στο Πανεπιστήμιο, στη Γυμναστική Ακαδημία. Επί της ουσίας, στη Γλυφάδα ξεκίνησα το 1988. Απλά επειδή το 92’ ως το 94’ ήμουνα φαντάρος, είχα σταματήσει. Γι’ αυτό είπα νωρίτερα πως ξεκίνησα το 94’.  Ήμουν 19-20 χρονών όταν ξεκίνησα, άρα πολύ νωρίς. Δεν μπορώ να ξέρω τι άλλο θα μπορούσα να κάνω. Γενικά ήμουν άνθρωπος του αθλητισμού. Μου άρεσαν τα σπορ, ασχολούμουν με διάφορα όταν ήμουνα μικρός και μόνο στη Γυμναστική Ακαδημία ήθελα να περάσω. Είχα κι άλλες επιλογές, μπορούσα να περάσω  σε οποιαδήποτε άλλη σχολή επιθυμούσα. ΑΣΟΕ, Πολιτικό της Νομικής, αλλά εγώ ήμουνα με τα σπορ».

*Οι γονείς σου πώς το δέχθηκαν; Δεν είχες γκρίνιες; Όταν έχεις την επιλογή να γίνεις οικονομολόγος, νομικός και προτιμάς τον αθλητισμό…  
«Καθόλου. Δεν είχαν καμία απαίτηση να κάνω κάτι. Υπήρχε η αντίληψη “είναι δικός σου ο δρόμος κι εσύ αποφασίζεις”. Σ’ αυτό είχα πολύ μεγάλη ελευθερία. Ήταν άλλες οι εποχές όμως. Δεν υπήρχε τόση μεγάλη πίεση ή κατεύθυνση στα παιδιά να πάνε κάπου, να κάνουν κάτι, ήταν πιο ελεύθερα τα πράγματα. Εγώ την πρόλαβα την εποχή της αλάνας. Πρόλαβα την εποχή που έφευγα από τις 5 το απόγευμα από το σπίτι και γύρναγα 10 το βράδυ γιατί ήμουν έξω κι έπαιζα μπάλα στα χώματα με τους φίλους μου».

*Μια και το έφερε η κουβέντα στην αλάνα, συμφωνείς με την άποψη πως η εξαφάνισή της έχει ευνουχίσει το ταλέντο των παιδιών;
«Ναι. Χίλια -μηδέν. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο. Οι παίκτες αυτή τη στιγμή είναι βιομηχανοποιημένοι. Είναι αποτελέσματα αθλητικής ικανότητας. Γι’ αυτό οι ντελικάτοι παίκτες, αυτοί που έχουν κάτι το διαφορετικό, ξεχωρίζουν. Αυτό το, εντός εισαγωγικών, αλήτικο, που το είχε λίγο ο Λαρεντζάκης εδώ, που το έχει ο Παππάς στον Παναθηναϊκό. Έχει εκλείψει το ένας εναντίον ενός, έχουν εκλείψει τα περίφημα μονά. Εκείνη την εποχή όλα τα παιδιά περιμέναμε με την μπάλα στο χέρι πότε θα τελειώσει τα μονά ο μεγαλύτερος για να βγει και να μπούμε εμείς. Μπορεί να καθόσουν και τρεις ώρες στο ανοιχτό. Τώρα δεν υπάρχει αυτό. Περνάς από τα ανοιχτά γήπεδα, βλέπεις κανέναν να παίζει; Είναι άλλη η εποχή. Τώρα το μπάσκετ έχει πάψει να είναι παιχνίδι. Τότε ήταν παιχνίδι, γιατί έπαιζες με τους φίλους σου στα μονά και η προπόνηση ήταν λιγότερη και λιγότερο εξειδικευμένη. Τώρα είναι περισσότερη και περισσότερο εξειδικευμένη, όμως δεν υπάρχει καθόλου το παιχνίδι. Ειδικά για τις μικρές ηλικίες το μπάσκετ είναι όπως είναι τα Αγγλικά, τα Γαλλικά, το πιάνο, κάτι τέτοιο.

 Το παιδί πάει Αγγλικά 5-6, έχει μπάσκετ 6-7. Το μπάσκετ όμως είναι παιχνίδι. Επίσης τότε, στις δικές μας εποχές, δεν υπήρχε ο κίνδυνος. Τότε όταν έφευγες πιτσιρικάς στις 5 το απόγευμα να πας να παίξεις στην αλάνα, δεν κινδύνευες στο βαθμό που συμβαίνει σήμερα. Τώρα πού να αφήσεις το γιο σου δέκα χρονών να φύγει στις 5 να πάει να παίξει στην αλάνα και να έρθει στις 10 το βράδυ; Δεν το κάνει κανένας».


*Αναφέρθηκες στην πρωτοβουλία. Εάν κάποιος παίκτης σου ξεφύγει από το καλούπι και το σύστημα που σχεδιάζεις, θα βάλεις τις φωνές;
«Όχι. Το μπάσκετ θα είναι πάντα παιχνίδι των παικτών., Όσο κι αν εμείς οι προπονητές θέλουμε να το βάλουμε σε καλούπια, πάντα είναι η πρωτοβουλία του παίκτη αυτή που θα μετρήσει. Ακόμα κι όταν εκτελείται το σύστημα, είναι η πρωτοβουλία του παίκτη. Αλλιώς θα έμπαιναν καλάθια μόνο από τα συστήματα. Τα καλάθια τα βάζουν οι παίκτες. Γενικά δεν είμαι από αυτούς που ευνουχίζουν τους αθλητές. Απλά θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό το σχέδιο, το καλούπι, γιατί αυτό δίνει την πειθαρχία και δίνει ένα πλάνο. Από εκεί και πέρα είναι η πρωτοβουλία, αλλά και αυτή πρέπει να αναλαμβάνεται μέσα σε κάποια όρια. Επειδή το μπάσκετ είναι ένα παιχνίδι που περιλαμβάνει πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες, όλοι κάτι διαφορετικό έχουν μέσα στο κεφάλι τους. Οπότε εκεί ελλοχεύει ο κίνδυνος να χαθεί η μπάλα. Αλλά είναι αυτό που είπαμε, μία από τις πολλές δουλειές που πρέπει να κάνει ένας προπονητής».

*Τι αγαπάς σ’ έναν παίκτη;
«Όλοι οι προπονητές αγαπούν τις προσωπικότητες. Ο παίκτης που θα μπορέσει να συνδυάσει την εργατικότητα με την προσωπικότητα είναι το ιδανικό για έναν προπονητή. Κανένας δεν θέλει τεμπέληδες, κανένας δεν θέλει ξερόλες, κανένας δεν θέλει τύπους οι οποίοι βάζουν το εγώ τους πάνω από την ομάδα. Όλοι  θέλουν παίκτες οι οποίοι θα είναι εργάτες, αλλά κατά τη γνώμη μου είναι απαραίτητο να υπάρχουν προσωπικότητες. Οι προσωπικότητες είναι αυτές που καθορίζουν το παιχνίδι. Αυτές θα πάρουν τις πιο δύσκολες αποφάσεις, αυτές είναι που θα βγουν μπροστά, που θα καθοδηγήσουν τους άλλους».

*Ενίοτε μία ισχυρή προσωπικότητα αμφισβητεί. Έχεις δεχθεί αμφισβήτηση από παίκτη και αν ναι, πώς το αντιμετώπισες;  
«Η προπονητική εξέλιξη έχει να κάνει με τη γνώση, με τη διαχείριση καταστάσεων. Υπήρξε την τελευταία μου χρονιά στον Ίκαρο Καλλιθέας στην Α1 που ήταν καταστροφική. Κακές επιλογές παικτών, κακοί χαρακτήρες, κακή χημεία μεταξύ τους και μεγάλη δυσκολία από μένα να το διαχειριστώ όλο αυτό. Θεωρώ ότι εκείνη η χρονιά υπήρξε πολύ διαφωτιστική για μένα, ως προς τον τρόπο που εν συνεχεία διαχειρίστηκα καταστάσεις, συν το γεγονός ότι η αμέσως επόμενη χρονιά με βρήκε στο εξωτερικό, κάτι που επίσης με βοήθησε ασύλληπτα. Το γεγονός ότι έπειτα από μία κακή χρονιά μου στην Ελλάδα, ενώ προερχόμουν από τρεις πολύ επιτυχημένες σεζόν στην ίδια ομάδα, η επόμενη με βρήκε στο εξωτερικό, σε μία χώρα με εντελώς διαφορετική φιλοσοφία,  με βοήθησε πάρα πάρα πολύ στο να διαχωρίζω καταστάσεις, στο να χειρίζομαι καταστάσεις, όλα αυτά. Αλλά και γενικότερα νομίζω πως δεν υπάρχει περίπτωση ένας προπονητής στη διάρκεια της πορείας του να μην κάνει κακές χρονιές. Είναι αδύνατον. Το βλέπουμε και τώρα με μεγάλους προπονητές, πως θα πετύχουν πολλά και μετά θα κάνουν μία χρονιά που θα είναι μία πλήρης αποτυχία. Συμβαίνει».

*Τι μισείς σ’ έναν παίκτη;
«Δεν μου αρέσουν οι παίκτες του εγώ. Δηλαδή δεν μου αρέσουν οι παίκτες που παίζουν για τα στατιστικά τους, για τα νούμερά τους, οι παίκτες που γενικότερα θα κοιτάξουν τον εαυτό τους, με όποιον τρόπο κι αν μεταφράζεται αυτό. Γιατί είναι πολλές και διαφορετικές οι κατηγορίες των παικτών οι οποίοι μπορούν να αντιδράσουν με έναν διαφορετικό τρόπο, πάντα όμως προς ιδίων όφελος. Για παράδειγμα ένας παίκτης ο οποίος θα βάλει τρία σουτ και σκέφτεται  “έχω καλά νούμερα, έχω τρία στα πέντε, οπότε μετά θα κρατάω την μπάλα και θα την πετάξω στα πέντε δευτερόλεπτα στον διπλανό μου, να την καταπιεί ας πούμε, επειδή εγώ δεν θέλω να χαλάσω το νούμερό μου”. Ή παίκτες οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν. Υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι. Ή παίκτες μου νομίζουν πως είναι κάτι που δεν είναι. Αυτό που είπα πριν για τις εποχές, έχει αντίκτυπο και σε αυτό. Αυτή τη στιγμή έχουν βρεθεί πάρα πολλά νεαρά παιδιά, που πριν από δέκα χρόνια δεν θα περνάγανε ούτε έξω από γήπεδο της Α1, βάσει των στοιχείων τους, των εικόνων τους και του ταλέντου τους και αυτή τη στιγμή έχουν μία δυνατότητα να βρίσκονται στα ρόστερ ομάδων της Α1. Το οποίο συμβαίνει πρώτον γιατί δεν βγαίνουν παίκτες, λόγω του στοιχείου που είπαμε πριν και δεύτερον επειδή για οικονομικούς λόγους πολλές ομάδες  θέλουν να συμπληρώσουν το ρόστερ τους με νεαρά παιδιά και  να τους δώσουν μία ευκαιρία. Ο τρόπος που οι περισσότεροι απ’ αυτούς το διαχειρίζονται είναι αστείος, το λιγότερο».

*Κόουτς μου είπες πως έχεις δύο αγόρια, ηλικίας οκτώμιση και έντεκα ετών, που παίζουν μπάσκετ στον Πανιώνιο. Το γεγονός ότι ο πατέρας τους είναι προπονητής της Α1 κι ένας άνθρωπος αναγνωρίσιμος, πόσο τα επηρεάζει, πόσο σε επηρεάζει;
«Είναι κάτι που προσπαθώ να μην το βάζω καθόλου. Το γεγονός ότι δεν είμαι μαζί τους βοηθάει. Δηλαδή δεν πολυπαρακολουθώ. Όταν παρακολουθώ προσπαθώ να είμαι όσο το δυνατόν πιο απομακρυσμένος από τη διαδικασία αυτή. Ο μικρός το βλέπει πιο πολύ σαν παιχνίδι. Ο μεγάλος είναι πιο χωμένος στο πετσί, του αρέσει, έχει κάποιο ταλέντο, σε λογικά πλαίσια. Δεν είμαι ο κλασικός μπαμπάς. Θα ακολουθήσω αυτό που ακολούθησε και ο δικός μου πατέρας. Ό, τι είναι να σου βγάλει, θα σου βγάλει.  Ό, τι είναι να το πάρεις θα το πάρεις. Αν αξίζεις, θα παίξεις. Και η γυναίκα μου ήταν αθλήτρια. Επειδή οι γονείς σου ήταν αθλητές δεν σημαίνει πως κι εσύ πρέπει να γίνεις αθλητής. Είναι καλό πράγμα να ασχολούνται τα παιδιά με τον αθλητισμό γενικότερα και από εκεί και πέρα, αν σου αρέσει, τότε ακόμα καλύτερα. Εγώ από τη μεριά μου θα τους βοηθήσω όσο περισσότερο μπορώ, σε λογικά όμως πλαίσια.  Ο καθένας οφείλει να κυνηγάει όσο πιο πολύ του αρέσει ο ίδιος για να πάρει κάτι. Όχι αν μου αρέσει εμένα να το κάνει ο άλλος. Το γεγονός ότι εγώ είμαι, εγώ είμαι γιατί μου αρέσει. Γιατί μου ταίριαξε, γιατί έκατσε. Τα παιδιά μου θα ακολουθήσουν ό, τι αρέσει σε εκείνα. Αν τους ταιριάζει το ίδιο, εντάξει».

*Πρέπει να είναι πολύ δύσκολο η καθημερινότητά σου να κυλάει μακριά από την οικογένειά σου. Με τι ασχολείσαι στον ελεύθερο χρόνο σου;
«Δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο. Εργάζομαι στο Ταχυδρομείο, με απόσπαση εδώ στη Ρόδο, οπότε καθημερινά το πρωί είμαι στο γραφείο, μετά προπόνηση, δεν κάνω ιδιαίτερα πράγματα για να πω την αλήθεια. Για φαγητό πιο πολύ αν πάω με φίλους. Είναι δύσκολο για μένα το ότι είμαι μακριά από την οικογένεια. Βέβαια, κυλάει γρήγορα ο καιρός γιατί υπάρχει απασχόληση. Δουλεύεις το πρωί, δουλεύεις το απόγευμα, έχεις τα παιχνίδια, βρίσκεται σε μία εγρήγορση. Δεν είσαι χαλαρός».

*Ο τρόπος ζωής στη Ρόδο σου αρέσει; Είσαι ευχαριστημένος;
«Η Ρόδος είναι ένα μέρος στο οποίο μπορείς να ζήσεις. Συνδυάζει κάποια πράγματα. Είναι ένα μεγάλο νησί και το χειμώνα δεν αισθάνεσαι ότι είσαι απομονωμένος, αποκομμένος. Υπάρχει ζωή, κινηματογράφος, μέρη να πας να φας, να κινηθείς. Δεν είσαι σ’ ένα μέρος που τα πάντα νεκρώνουν, που στις 7:30 το απόγευμα δεν υπάρχει τίποτα. Είναι ένα κοσμοπολίτικο νησί που και το χειμώνα έχει ζωή. Φυσικά επειδή είμαι Αθηναίος κι έχω ζήσει στη ζούγκλα και στην τρέλα των πολλών επιλογών, με κουράζει λίγο το γεγονός ότι υπάρχουν πέντε δρόμοι να πας και πέντε να έρθεις, ότι είναι συνέχεα το ίδιο, αλλά εντάξει. Δεν είμαι πια τόσο μικρός σε ηλικία για να ψάχνω που θα βγω και που θα πάω, έχω ταξιδέψει και αρκετά, οπότε είναι μία διαδικασία την οποία συνηθίζω σχετικά εύκολα. Δυστυχώς ή και ευτυχώς, δεν ξέρω, είναι και τα δύο κομμάτια αυτά, το μπάσκετ έχει πάει έξω από την Αθήνα. Για μένα δυστυχώς, θα προτιμούσα να ήταν στην Αθήνα γιατί θα ήταν πιο εύκολο για οικογενειακούς λόγους. Παλαιότερα υπήρχαν επιλογές μόνο σε Αθηναϊκές ομάδες, αυτό είχε πάρα πολλά θετικά, είχε και αρνητικά, τώρα δυστυχώς είμαστε στην εποχή της απέναντι όπου οι επιλογές είναι ως επί το πλείστον εκτός Αθηνών».

*Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για τους Ρόδιους παίκτες, γι’ αυτούς που δεν βγαίνουν και τους περιμένουμε. Γιατί δεν παράγουμε;  
«Είναι φυσιολογικό. Όπως είπαμε και πριν, είναι άλλη η εποχή και δεύτερον,  αν παρατηρήσεις, ο σωματότυπος των ανθρώπων εδώ στο νησί είναι σ’ έναν μέσο όρο ύψους, δηλαδή δεν θα δεις ανθρώπους οι οποίοι είναι κοντά στα δύο μέτρα. Επίσης, μέχρι και τα προηγούμενα χρόνια ήταν σχετικά μέτρια η δουλειά που γινόταν στις ακαδημίες, δηλαδή θυμάμαι όταν πρωτοήρθα εδώ δεν ήταν περισσότερα από 120-130 τα παιδιά Τώρα έχει αυξηθεί πολύ ο αριθμός, έχει γίνει μία αρκετά καλή δουλειά στις ακαδημίες, προσπαθούν οι άνθρωποι να το οργανώσουν όσο καλύτερα μπορούν. Επιπλέον,  δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Για παράδειγμα, στην Αθήνα οι παμπαίδες ή τα μίνι του Πανιωνίου θα παίξουν με την ΑΕΚ, θα παίξουν με τον Παναθηναϊκό, με τον Ολυμπιακό και ούτω καθεξής. Υπάρχει μεγαλύτερος πληθυσμός, μεγαλύτερος ανταγωνισμός, υψηλότερο επίπεδο. Εδώ πόσες είναι οι ομάδες;  Πέντε έξι.  Εξ ου και η πολύ μεγάλη εντύπωση για το φαινόμενο της ύπαρξης μίας ομάδας σε επίπεδο πρώτης εθνικής κατηγορίας σε όλα τα σπορ, γιατί δεν υπάρχει κανένα άλλο που να πρωταγωνιστεί, και ο κόσμος να μην ασχολείται. Δεν του πολυαρέσει θα του έλεγα»

*Θα ήθελα να μιλήσουμε για τη φοβερή ευστοχία σου στις επιλογές ξένων. Υπάρχει μυστικό; Σίγουρα απαιτείται ψάξιμο, δουλειά, άκρες, μήπως όμως είναι και θέμα ταλέντου;
«Λογικά θα είναι και θέμα ταλέντου, γιατί δεν βρίσκω καλούς ξένους μόνο εδώ. Για παράδειγμα και στον Ίκαρο είχε βρει τον Τίο Τόμσον που παίζει χρόνια στην Ευρωλίγκα, τον  Άαρον Μπέιλς, που έγινε στο NBA. Οφείλεις  να ξέρεις τι μπάσκετ θέλεις να παίξεις, οπότε ψάχνεις παίκτες με αυτά τα χαρακτηριστικά. Όμως κατά τη γνώμη μου, είναι ο χρόνος που αφιερώνεις. Το καλοκαίρι μου, η γυναίκα μου το χαρακτηρίζει ως εφιαλτικό. Είμαι πάρα πολλές ώρες μπροστά στον υπολογιστή, πάρα πολλές ώρες στα τηλέφωνα, στην επικοινωνία. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι όσο περνούν τα χρόνια, η διαδικασία γίνεται πιο εύκολη, γιατί τώρα η πρόσβαση στην πληροφορία είναι πολύ πιο εύκολη απ’ ότι ήταν τα προηγούμενα χρόνια. Η πρώτη χρονιά μου στην Α1 ήταν το 2010. Αν συγκρίνω το 2010 με το  2017, θα πω πως τότε ήμουνα με σήματα καπνού πάνω στο βουνό και τώρα είμαι πυρηνικός φυσικός. Είναι τεράστια η διαφορά που υπάρχει στην πρόσβαση στην πληροφορία, στην εικόνα, στα πάντα.  

 Είναι και η εμπειρία πλέον και σίγουρα ένα κομμάτι έχει να κάνει και με την τύχη. Γιατί μιλάς για ανθρώπους που έρχονται από άλλη ήπειρο, έχουν διαφορετική κουλτούρα από εμάς, οπότε ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως αυτό που βλέπεις ως εικόνα θα ταιριάξει ως χαρακτήρας».

*Υπάρχουν μπασκετικές μορφές που σε έχουν σημαδέψει ως άνθρωπο και ως προπονητή;
«Παραδόξως, δεν με σημάδεψαν μεγάλες μορφές του παιχνιδιού, όμως υπό ποια έννοια. Σίγουρα το να γίνει η έκρηξη ή να ασχοληθείς με κάτι έχει να κάνει με την επιτυχία. Δηλαδή όλοι μας τα χρόνια εκείνα της Εθνικής του 87’, ή στα χρόνια του Άρη των φάιναλ φορ και του πρωταθλητριών, όπως το έλεγαν τότε, μπήκαμε περισσότερο σ’ αυτή τη διαδικασία. Όμως δεν νομίζω ότι με έχουν σημαδέψει ιδιαίτερα κάποιες μπασκετικές προσωπικότητες. Έχω συνεργαστεί με πολλούς, με θετικά με αρνητικά. Θα έλεγα πως περισσότερο, εικόνα και εμπειρία μέσα στο μυαλό μου έχω από παιδιά που ήταν των πιο κάτω κατηγοριών. Πορευτήκαμε κάποια χρόνια μαζί, ήρθαν κοντά και επηρέασαν και εμένα στον τρόπο σκέψης, στον τρόπο που κρίνω χαρακτήρες ή κρίνω πόση καρδιά έχουν οι παίκτες. Γιατί για να πω την αλήθεια οι παίκτες τώρα είναι περισσότερο επαγγελματίες. Είναι περισσότερο παρτάκηδες. Τα  παλαιότερα χρόνια υπήρχαν ομάδες που είχαν ταυτότητα. Υπήρχε η έννοια της ομάδας. Γιατί; Γιατί υπήρχε το δελτίο. Οι παίκτες ήταν κομμάτια μίας ομάδας. Ήταν προέκταση του εαυτού τους. Την αγαπούσαν αυτή την ομάδα. Ήξερες ότι θα παίξεις με τον Ηλυσιακό και ήταν ο Ταμπάκης, ο Πανταζόπουλος ο Πετρόπουλος, για έπαιζαν εκεί δέκα χρόνια. Οπότε η κάθε ομάδα που ήταν μία γειτονιά, είχε τους στάνταρ παίκτες. Τώρα δεν υπάρχει αυτό. Η έννοια ομάδα έχει χαθεί, οι ομάδες αλλάζουν κουστούμι εξ ολοκλήρου, οι παίκτες έρχονται και παρέρχονται κι ακριβώς εδώ έγκειται η μεγαλύτερη δυσκολία. Γι’ αυτό και είναι πολύ πιο δύσκολο για τους προπονητές να δημιουργήσουν οικογενειακό  κλίμα και χημεία και γι’ αυτό είναι ικανότεροι οι προπονητές του τώρα σε σχέση με τους προπονητές που υπήρχαν τότε. Τότε οι προπονητές ήταν πολύ χαμηλού επιπέδου. Φυσικά το παιχνίδι εξελίχθηκε πολύ. Αυτή τη στιγμή οι προπονητές είναι πολύ υψηλού επιπέδου και η δουλειά τους είναι πολύ πιο δύσκολη. Γιατί οι παίκτες αλλάζουν σαν τα τραπουλόχαρτα, οπότε δεν δένονται και ιδιαίτερα με καμία ομάδα. Δεν μπορεί να σε επηρεάσει και πολύ ένας παίκτης που θα συνεργαστείς για οκτώ μήνες. Σίγουρα υπάρχουν παίκτες που μου έχουν κάνει εντύπωση από τον τρόπο που διαχειρίζονται πράγματα και καταστάσεις. Όλοι λένε για τον Διαμαντίδη. Είναι ένας παίκτης που εγώ είχα την τύχη να συνεργαστώ έστω και για λίγο. Ήταν μία τέτοιου είδους προσωπικότητα. Ένας παίκτης που την ώρα που θα ήταν μέσα το παρκέ ήταν εκατό τοις εκατό αφοσιωμένος σ’ αυτό το πράγμα. Το μπάσκετ ήταν τα πάντα, έδινε τα πάντα στο παιχνίδι, αντιμετώπιζε με πολύ μεγάλη σοβαρότητα αυτό που έκανε, είχε ασύλλυπτο μπασκετικό iq. Εντυπωσιακός  είναι και ο τρόπος με τον οποίο έχει απομακρυνθεί από το παιχνίδι. Σαν να κρατούσε ψαλίδι. Δεν είναι τηλεπερσόνα, δεν θα τον δεις εύκολα».

*Εσύ κόουτς κρατάς στα χέρια σου ένα τέτοιο ψαλίδι; Σίγουρα έχει πάρα πολλά να κάνεις ακόμα. Όμως μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου μακριά από το μπάσκετ;
«Αυτή τη στιγμή δεν το κρατάω στα χέρια μου. Υπάρχουν μπροστά μου πολλά πράγματα που θα ήθελα να κάνω. Έχω αρκετή φιλοδοξία μέσα μου προκειμένου να μπορέσω, αν μπορέσω, να το εξελίξω αυτό και να το πάω σ’ ένα μεγαλύτερο επίπεδο, να τεστάρω τον εαυτό μου και να δω κατά πόσο μπορώ να τα καταφέρω . Θεωρώ όμως πως πολύ εύκολα θα μπορέσω να απεμπλακώ . Είμαι ένας άνθρωπος που έχει πολλών ειδών ενδιαφέροντα και που η ζωή του δεν περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το μπάσκετ. Για παράδειγμα, είμαι άνθρωπος της μουσικής, έχω κοντά στους δυόμιση χιλιάδες δίσκους»

*Τι είδους δίσκους; Τι σου αρέσει να ακούς;
«Τα πάντα, ότι μπορείς να φανταστείς. Ροκ, τζαζ, μαύρα, πανκ, new wave,  τα πάντα. Από μικρός συλλέγω βινύλια και διαβάζω πολύ»

*Πατησιώτης και ροκάς λοιπόν;
« Πατήσια με τρέλα»

*Από βιβλία;
«Κατά κύριο λόγο ιστορικά. Περισσότερο μου αρέσει να ασχολούμαι  με μεγάλες προσωπικότητες, με πολέμους , με μάχες, με πράγματα όμως που έχουν να κάνουν με όλες τις χώρες. Από την Κούβα μέχρι τη Ρωσική επανάσταση,  από τον Ναπολέοντα μέχρι τη  Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ,μέχρι τα… πάντα. Αυτό μου έχει κολλήσει τα τελευταία έξι επτά χρόνια και έχω κάνει μία μεγάλη συλλογή»

*Υποθέτω πως μέσα στα ενδιαφέροντά σου είναι και ο κινηματογράφος.
«Κινηματογράφος πολύ, αλλά τα προηγούμενα χρόνια. Τώρα όχι και τόσο γιατί ούτε και πολύ ελεύθερο χρόνο διαθέτω,  αλλά και λόγω του διαδικτύου η πρόσβαση είναι πιο εύκολη. Όμως θα το πάω το σινεμαδάκι μου. Παλαιότερα έβλεπα 45-50 ταινίες τη σεζόν.

*Κάποια ταινία που δεν θα βαριόσουν να βλέπεις ξανά και ξανά;
«Είναι πολλές οι ταινίες. Το “Οργισμένο Είδωλο” με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο  μου άρεσε πάρα πολύ και είναι μία ταινία που την είδα πολλές φορές. Επίσης, το  “Χωρίς Ανάσα” με τον Ρίτσαρντ Γκιρ,  πολλές ταινίες. Θα δω ταινίες όλων των ειδών, και την αμερικάνικη σαχλαμάρα, την περιπέτεια, θα δω και το δύσκολο».