Έπαιξαν μουσική στους δρόμους, πείνασαν και βρήκαν δουλειά!

Θα μπορούσαν να παραμείνουν στον Πειραιά, να τραγουδούν ρεμπέτικα, να μην πληρώνονται γιατί εκεί πάνω γίνεται ολοκαύτωμα, αλλά να είναι στον τόπο τους και να βρίζουν το κακό το ριζικό τους και τη ζωή που τους μισεί…

Αντί γι αυτό άλλαξαν ζωή, μάζεψαν τα υπάρχοντά τους σε δυό βαλίτσες και με το πλοίο της γραμμής, Μάιο μήνα ο Ηρακλής Ποζατζίδης και ο Δημήτρης Χατζηβασιλείου, έπιασαν της Ρόδου το λιμάνι και ζήτησαν δουλειά.

Λίγους μήνες πριν με τα όργανά τους στην πλάτη, να ψάχνουν δουλειά στα μαγαζιά, να τους ζητούν τραγούδια τουριστικά, κι αυτοί να προσπαθούν να «επιβάλλουν» τα ρεμπέτικα.
Τραγούδησαν στους δρόμους,  τα κέρματα που τους έριχναν τα έτρωγαν στις… τυρόπιτες και από μουσικοί δρόμου μπήκαν στα μαγαζιά της Ρόδου και έχουν κλείσει και επταήμερα για το καλοκαίρι τους.

Γιατί κανείς δε χάνεται στη Ρόδο αν θέλει να δουλέψει, κι ο Ηρακλής με την τραγιάσκα και το σκουλαρίκι μαζί με τον Δημήτρη που τον λένε Μήτσο, μας στέλνουν ένα μήνυμα που πρέπει να παραλειφθεί!  

Παίζετε ρεμπέτικα, είστε από τον Πειραιά και ο δρόμος σας έφερε στη Ρόδο. Πώς ξεκίνησε αυτή η διαδρομή;
Είμαστε από τον Πειραιά, από τη Νίκαια. Μουσικοί επαγγελματίες, που λένε. Η περιοχή που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε ήταν ρεμπετογέννα. Τότε, γιατί τώρα έχει γεμίσει κι αυτή νταμπαντουμπάδικα, λαϊκιστή. Κι εγώ κι ο Μήτσος έχουμε μικρασιάτικες ρίζες. Μπαγλαμαδάκι έπιασα στα επτά μου χρόνια, μου έδειξε ο αδελφός μου, κι έπαιξα Βαμβακάρη «μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά»… Συνέχισα να παίζω μπαγλαμαδάκι μέχρι που μεγάλωσα κι έπιασα τον τζουρά και μετά το μπουζούκι. Ύστερα σπούδασα κλασική κιθάρα. Κι οι δυό κιθαρίστες είμαστε στην ουσία. 

Φίλοι, πάντα;
Είμαστε φίλοι 15 χρόνια, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο συνεργαζόμαστε, τους οκτώ στη Ρόδο, αλλά μάλλον θα γίνουμε σαν τους γέρους του Μάπετ σόου, και θα μείνουμε μια ζωή να παίζουμε.

Η Ρόδος πώς ήρθε στη ζωή σας, γιατί φύγατε από τον Πειραιά; 
 Φύγαμε από πάνω λόγω κρίσης. Παίζαμε σε μαγαζιά, αλλά δεν έβγαιναν τα μεροκάματα. Είχαμε φτάσει σε σημείο να παίζουμε και να μην πληρωνόμαστε καθόλου, να περιμένουμε όταν και αν. Και παρόλο που και οι δυό είχαμε πρωινές δουλειές, κακοπληρωμένες κι αυτές, είχαμε πια βιοποριστικό πρόβλημα. Δεν είχαμε οικογένειες να μας κρατούν στον Πειραιά και σκεφτήκαμε τη Ρόδο επειδή είχαμε μια άκρη εδώ, ένα φίλο που είχε τη δυνατότητα να μας φιλοξενήσει πέντε μέρες στη Λίνδο. 

Ήταν αρκετός λόγος αυτός για να θεωρήσετε ότι έχετε «άκρη»;
Στις 4 Μαΐου πατήσαμε το πόδι μας στη Ρόδο, και κατεβήκαμε από το καράβι κουβαλώντας όλα τα πράγματά μας.  Αυτό σημαίνει ότι ήμασταν αποφασισμένοι να βρούμε δουλειές, δεν ήρθαμε εδώ με δυό βερμούδες. Φεύγουμε για Λίνδο. Αφήνουμε τα πράγματά μας και από την άλλη μέρα ήρθαμε στην πόλη να ψάξουμε δουλειά.

Πώς ψάξατε δουλειά, με τι τρόπο;
 Τα όργανα στην πλάτη και βολτάραμε. Πρώτο κεντρικό σημείο που πήγαμε το Μαντράκι! Σημειωτέον ότι κάναμε 90 χιλιόμετρα την ημέρα για να ψάξουμε δουλειά, δηλαδή 12 ευρώ βενζίνη με τη μηχανή. Να διευκρινίσουμε πως όταν ήρθαμε κρατούσαμε 600 ευρώ και οι δυό μαζί, χωρίς τα εισιτήρια που ήρθαμε. Πάμε στο Μαντράκι, με τα όργανα στην πλάτη, μας σταματάει ένας κράχτης, λέει «παίζετε, ελάτε να σας ακούσει το αφεντικό». Μας άκουσε και μας πήρε. Λέμε, ακόμα δεν ήρθαμε και βρήκαμε δουλειά! Κάναμε τέσσερις βραδιές και φύγαμε, κι ο λόγος ήταν γιατί ο ιδιοκτήτης ήθελε να παίζουμε μόνο «τουριστικά» τραγούδια. Τον ρωτήσαμε  αν ξέρει κάπου να μείνουμε γιατί όλα ήταν πιασμένα εκείνη την εποχή. Μας πήγε στην Ιξιά. Διακόσια ευρώ το μήνα, ένας άδειος χώρος, με ένα ψυγείο μέσα, ένα ντιβάνι της κακιάς συμφοράς, κι ένα στρώμα κάτω που το πιασα εγώ. Σκεφτήκαμε ότι δεν έχουμε τη δουλειά, αλλά με τα 200 ευρώ θα είχαμε ένα μήνα να μείνουμε και να ψάχνουμε για άλλη.

Αλλάξατε σημείο όπου ψάχνατε;
Ξεκινήσαμε με τα όργανα στην πλάτη τις βόλτες, αυτή τη φορά στη Μεσαιωνική Πόλη. Ένα μαγαζί, από τα γνωστά, μας είπε να ξεκινήσουμε δουλειά. Σε κάθε δουλειά που πηγαίναμε κάναμε δωρεάν μία βραδιά για να ακούσουν το πρόγραμμά μας. Παρόλα αυτά στην πορεία μας ζητούσαν τουριστικό πρόγραμμα και ξαναμέναμε χωρίς δουλειά. Ήρθε η στιγμή που για να επιβιώσουμε παίζαμε στη Σωκράτους. Ξεκινούσαμε στις 10:30 και κάναμε πρόγραμμα κανονικά, τρίωρο, στο πεζοδρόμιο, ούτε ηχείο, ούτε τίποτα. Οι άντρες της ΟΠΚΕ δεν μας έδιωχναν, κι εμείς είχαμε ανοιχτή τη θήκη της κιθάρας και τη θήκη του μπουζουκιού μπροστά μας, να πέφτουν τα κέρματα.

Και τις δύο θήκες είχατε ανοιχτές;
Είχαμε έτσι τη ψευδαίσθηση ότι θα μαζέψουμε περισσότερα. 

Τι σας ρίχνανε;
Πετάγανε 20 λεπτά, 30 λεπτά, κάποια στιγμή πέρασε ένας, πέταξε δύο ευρώ. Και λέω: Μήτσο, βγήκε η τυρόπιτα!... Πηγαίναμε στην Αγησάνδρου, στο τυροπιτάδικο και  ξοδεύαμε ό,τι βγάζαμε». Λίγο μετά, εκείνη την ημέρα πέρασε κάποιος και μας έκανε παραγγελιά ένα ζεϊμπέκικο, έριξε και τις γυροβολιές του, έριξε πέντε ευρώ! Και κάνει ο Μήτσος τη Βουγιουκλάκη στην ταινία, θυμάστε που λέει «Παντελήηη, βάλε και ζαμπόν, βάλε και φέτα…»… 

Έτσι τη βγάζατε, με χιούμορ και τυρόπιτες!
Δεν βγαίνει αλλιώς! Άλλαξαν όμως οι άντρες της ΟΠΚΕ και οι καινούργιοι μας διώχνανε από τη Σωκράτους. Πήγαμε στην οδό Ιπποτών. Κι έρχεται η στιγμή που περνάει ο αντιδήμαρχος Μεσαιωνικής Πόλης που μάθαμε ότι τον λένε Τέρη Χατζηιωάννου και λέει να μείνετε γιατί οι μουσικοί δρόμου ενθαρρύνονται από συμβάσεις διεθνείς σε όλο τον κόσμο, να παίζουν. Περιπλανηθήκαμε σε διάφορα σημεία, δίπλα σε πωλητές παντός είδους, σε τσιγγάνους, παντού κλίκες, παντού στέκια δικά τους, μας διώχνανε από δω και από κει, παρόλα αυτά οι τυρόπιτες και τα τσιγάρα μας βγαίνανε.

Σε μαγαζιά πως ξεκινήσατε να παίζετε, σας «ανακάλυψαν» στο δρόμο;
Κατά τύχη συναντήσαμε δύο συμμαθητές μας που έχουν ανοίξει μαγαζί με δερμάτινα, στην Αγησάνδρου. Αυτοί μας σύστησαν στο πρώτο μαγαζί. Το πρώτο έφερε το δεύτερο. Όσο μέναμε στην Ιξιά, εγώ κατάφερα και βρήκα και πρωινή δουλειά σε διανομή πάγου, κι έτσι διευκολύνθηκε η διαβίωσή μας, το διάστημα του καλοκαιριού. Ακολούθησαν άλλα δύο μαγαζιά που τα βρήκαμε γυρνώντας με τα όργανα στην πλάτη.

Τώρα πόσο δουλεύετε;
Αυτή τη στιγμή παίζουμε τέσσερα βράδια, σε τέσσερα διαφορετικά μαγαζιά της Ρόδου. Κι επίσης έχουμε κλείσει από τώρα επταήμερα στο Γεννάδι, για το καλοκαίρι. Και πρέπει να πούμε εδώ ότι οι ιδιοκτήτες των τεσσάρων μαγαζιών είναι άψογοι στη συμπεριφορά τους και στις οικονομικές συναλλαγές τους μαζί μας.

Ο δρόμος τέλος;
Ήταν για λίγο, και μας έδωσε να φάμε. 

Θα ξαναβγαίνατε;
Βεβαίως, θα το ξανακάναμε όπως θα ξαναέκανα τη δουλειά στη διανομή πάγου, προκειμένου να πετύχω το στόχο μου.

Άλλοι λένε ότι δεν υπάρχουν δουλειές, ότι δεν βρίσκουν τίποτα να κάνουν και μένουν άνεργοι. Εσείς τι σκεφτήκατε για να αλλάξετε τη ζωή σας;
Εκτός από το να πιστεύεις στον εαυτό σου, πρέπει να μαθαίνεις να ξεκινάς από το μηδέν θέτοντας στόχους, ανεξαρτήτου ηλικίας. Άλλος θα το έλεγε τυχοδιωκτισμό, εκεί γύρω στα 40 να αφήσεις τον τόπο σου και ξεκινήσεις από το δρόμο, σ΄ έναν άλλο τόπο. Δεν είναι τυχοδιωκτισμός. Τυχοδιώκτης σημαίνει έχω τύχη και τη διώχνω για να ψάξω κάτι άλλο. Εμείς στον Πειραιά δεν είχαμε τύχη. Άλλωστε δεν ήταν άσχετη η επιλογή μας, από θάλασσα σε θάλασσα ήρθαμε!

Το τατουάζ στο χέρι σας τι λέει;
«Πού με οδηγείς μούσα μου»… Οράτιος. Πού να το ξερα όταν χτύπαγα το tattoo ότι στη Ρόδο θα με οδηγούσε.

Και ο Οράτιος, και τα ρεμπέτικα και τα ρίσκα… 
Δεν μας αφορούν όλα τα ρεμπέτικα, δεν είναι όλα καλά. Υπάρχουν διαμάντια για τις εποχές που οι ρεμπέτες για μια ματιά έγραφαν τραγούδια. Όπως ο Βαμβακάρης, έγραψε τη «Φραγκοσυριανή» κοιτώντας τα μάτια μιάς κοπέλας, κι εκείνη δεν το μαθε ποτέ.

Εσάς πιο τραγούδι σας αρέσει περισσότερο απ΄ αυτά που λέτε, ποιο είναι σαν να γράφτηκε για εσάς;
Ο Απόκληρος. «Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτειά, περιπλανώμενος δυστυχισμένος, μακριά απ΄ της μάνας μου την αγκαλιά»… Βασίλης Τσιτσάνης. Το αγαπούσε ο πατέρας μου που τον έχω χάσει στα 25 μου, κι έζησα και μια απόρριψη κι εγώ, την αισθάνθηκα.

Τώρα όμως είστε καλά και στην προσωπική σας ζωή, στη Ρόδο γνωρίσατε και τη σύντροφό σας!
 Τώρα και στην προσωπική μου ζωή είμαι καλά αφού από τις πρώτες κιόλας μέρες γνώρισα μία γυναίκα, Ροδίτισσα που την ερωτεύτηκα και μ΄ ερωτεύτηκε, μας στήριξε στα πρώτα μας βήματα και εξακολουθεί να μας στηρίζει.

Τελικά τι είναι αυτό που συμβαίνει στη ζωή, είναι μοίρα, είναι οι επιλογές μας, πού καταλήξατε;
Είναι μία μίξη. Με το να επιλέγεις κάποια πράγματα προκαλείς και την τύχη σου!