Όταν τα δημόσια ερείπια  παράγουν ιδιωτικό πλούτο, παραμένοντας ερείπια

Γράφει ο Ζαχαρίας Παρασκευάς

Ένα νέο κλάδο διαχείρισης των Δημόσιων οικονομικών έχει άτυπα εγκαινιάσει ο Δήμος Ρόδου: μιάς ιδιότυπης διαχείρισης των ερειπίων. Αυτό προκύπτει  από τον κατακερματισμό δαπανών που έχουν προϋπολογιστεί για το τρέχον έτος και υλοποιούνται από τις πρώτες αποφάσεις όπως αυτές αναρτώνται στο Διαύγεια. 

Αντί ο προϋπολογισμός που πρόσφατα ψηφίστηκε  να αποτελεί το κατ’ εξοχήν εργαλείο ανάπτυξης  πάνω σε ένα στρατηγικό σχέδιο που θα ιεραρχεί και θα αξιολογεί τις ανάγκες του νησιού, φαίνεται πως εξυπηρετεί συμφέροντα αλλότρια  προς το δημόσιο συμφέρον.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πληθώρα των αναρτήσεων στο Διαύγεια που αφορούν κυρίως  αμοιβές, εγκρίσεις δαπανών και διάφορες αποζημιώσεις, έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι ενώ αναφέρονται  σε συγκεκριμένα ποσά δεν δηλώνουν τους αποδέκτες τους όταν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Υπάρχουν όμως και κάποιες  που έρχονται να φωτίσουν  το αδιαφανές και αναποτελεσματικό μοντέλο διαχείρισης που έχει υιοθετήσει και πιστά εκτελεί η Δημοτική Αρχή.

Σπατάλη και αδιαφάνεια
Σε τρεις αναρτήσεις που έγιναν στις 4/1/2018 και αφορούν εγκρίσεις δαπανών, μπορεί κανείς να εντοπίσει  την παθογένεια στη διαχείριση των οικονομικών του Δήμου. Η έγκριση 170.000 ευρώ για την αποκατάσταση των εξωτερικών όψεων του Εθνικού Θεάτρου, τα 30.000 ευρώ για την ανάπλαση του πάρκου Μητροπόλεως-Γήπεδο και τα 337.900 ευρώ για την αποκατάσταση των ζημιών που έγιναν σε δημοτικές Ενότητες της Δυτικής πλευράς του νησιού από τις θεομηνίες το 2013, δίνουν ένα στίγμα της διαχείρισης του Δημόσιου χρήματος όπως το αντιλαμβάνεται η Δημοτική αρχή.

Για το ερείπιο του Εθνικού θεάτρου έχει χυθεί πολύ μελάνι. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός  που ο Δήμος απολογείτο για τα  ποσά που έχει δαπανήσει για το Εθνικό θέατρο. Είχε υποστηρίξει τότε ότι τα μόνα ποσά που έχει ξοδέψει ήταν για μια μελέτη ακουστικής 82.500 ευρώ και μία ενεργειακή προμελέτη 28.650 ευρώ. Μιλούσε επίσης  και για εθελοντική εργασία, υποστηρίζοντας ότι ούτε ο Πίθος της Δαναηίδος ήταν το Εθνικό θέατρο, ούτε το βασίλειο της Δανιμαρκίας ο Δήμος Ρόδου.

Πέρα από τις σοβαρές αμφισβητήσεις που ο οποιοσδήποτε  εύλογα μπορεί να έχει όταν δαπανώνται 100.000 ευρώ σε μελέτες και προμελέτες ενός σχεδόν ετοιμόρροπου κτιρίου, έρχεται και η φετινή έγκριση πίστωσης των 170.000 ευρώ  για να διαψεύσει τον Δήμο και να επιβεβαιώσει αυτούς που υποστηρίζουν ότι πάνω στα ερείπια του Εθνικού θεάτρου κάποιοι βγάζουν χρήμα.

Η περίπτωση του «μικροποσού» των 30.000 ευρώ που έχει εγκριθεί για την  ανάπλαση του αισθητικού εκτρώματος της πλατείας Μητροπόλεως, είναι χαρακτηριστική της σπατάλης  του Δημόσιου χρήματος μέσω του κατακερματισμού των δαπανών σε ανύπαρκτες παρεμβάσεις σε έργα μικρής κλίμακας. Χωρίς να υπάρχει κάποια μελέτη που θα επανακαθορίζει τόσο την αισθητική όσο και τη λειτουργικότητα της πλατείας, η οποιαδήποτε αποσπασματική παρέμβαση σε αυτόν τον χώρο εκτός από  μιζέρια προσθέτει και εμπαιγμό, αφού για ακόμη ένα ερείπιο ξοδεύεται δημόσιο χρήμα.

Στην έγκριση πίστωσης 337.900 ευρώ  για την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από τις πλημμύρες που έπληξαν το νησί το 2013 και στοίχισαν τις ζωές τριών ανθρώπων, δεν αναφέρεται αν πρόκειται για ζημιές ιδιωτών ή για αποκατάσταση ζημιών του δημοσίου.

Σε κάθε περίπτωση η διαφάνεια απαιτεί αφενός μεν να αναρτηθεί η λίστα των αποδεκτών των χρημάτων  αν πρόκειται για ιδιώτες ή να αναρτηθούν τα έργα που θα γίνουν για την αποκατάσταση των ζημιών που έγιναν στις υποδομές. Κυρίως όμως αυτές οι πιστώσεις  δεν  αφορούν ούτε αντιπλημμυρικά έργα  που έχει ανάγκη η  περιοχή, ούτε βελτιώσεις των υποδομών ώστε να μην ξανασυμβούν.  Άλλο ένα ερείπιο που παράγει χρήμα, παραμένοντας ερείπιο.

Όταν τα μικρό-έξοδα αποκαλύπτουν την μεγάλη εικόνα
Στην πελατειακή φύση των παραπάνω  δαπανών  έρχεται να προστεθεί η σπατάλη που γίνεται από το ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό του Δήμου που βρίσκεται μάλιστα στις υψηλότερες θέσεις της ιεραρχίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πρώτης έγκρισης δαπάνης για οδοιπορικά έξοδα του 2018. Έγινε υπέρ του Αντιδημάρχου των Οικονομικών για τη μονοήμερη παρουσία του στην Αθήνα, εκπροσωπώντας τον Δήμο σε μια συνάντηση στο Υπουργείο Εργασίας με θέμα «Εναρμόνιση της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή».

Δεν είναι η αξία της δαπάνης των 500 ευρώ, ούτε το εντελώς ασύμβατο με τις αρμοδιότητες θέμα που έπρεπε να απασχολεί έναν Αντιδήμαρχο Οικονομικών. Αυτό που προβληματίζει είναι η νοοτροπία των ανθρώπων που διοικούν τον Δήμο και μάλιστα ως κορυφαία στελέχη του. Η ιδιοτέλεια και οι προσωπικές ατζέντες είναι αυτές που αποκαλύπτονται  μέσα από τις πράξεις τους  και βρίσκονται  σε πλήρη αντίθεση με τη ρητορική και τη δημόσια εικόνα που προβάλουν.

Η ανύπαρκτη αντιπολίτευση
Δυστυχώς για τον Δήμο μας τις ίδιες αξίες φαίνεται πως υπηρετεί  το σύνολο της Αντιπολίτευσης με ελάχιστες ίσως ατομικές εξαιρέσεις. Η απουσία επιχειρημάτων και εποικοδομητικού  αντιπολιτευτικού λόγου είναι πασιφανής.  Είτε από αδιαφορία είτε από ανικανότητα, είτε ακόμη χειρότερα ασπαζόμενη την ίδια νοοτροπία  με αυτήν της πλειοψηφίας, ασκούν επικοινωνιακή αντιπολίτευση  που εντείνεται όσο πλησιάζει ο χρόνος των εκλογών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αδιαφορίας ήταν τα άδεια έδρανα της  μειοψηφίας  στην τελευταία συζήτηση που αφορούσε τον προϋπολογισμό του Δήμου για το 2018. Η επίσης χαλαρή συζήτηση επί του τελευταίου Ισολογισμού όπου αποτυπώνεται ξεκάθαρα  η αναποτελεσματικότητα και η επιδείνωση των Οικονομικών του Δήμου, βαρύνει κυρίως την αντιπολίτευση που φαίνεται να μην μπορεί να σηκώσει τις ευθύνες που απορρέουν από τη θεσμική της θέση.

Το άδηλο μέλλον του Δήμου μας
Με δεδομένο ότι στο νησί μας υπάρχουν  πάρα πολλά ακόμη ερείπια από την απαξιωμένη πολιτιστική κληρονομιά μας, μπορεί κανείς να φανταστεί με ποιό τρόπο θα αξιοποιηθούν αυτά όταν εγκριθούν οι πιστώσεις. Οι δημοπρατήσεις του Ακταίον και του Ιαλύσσιου είναι χαρακτηριστικές  για το πώς εννοεί τη διαφάνεια η Δημοτική Αρχή. Η Ροδιακή έπαυλη και η Νέα Αγορά έχουν πάρει σειρά στους σχεδιασμούς  της Δημοτικής αρχής με μία σειρά μελετών που θα κοστίσουν μερικά ακόμη εκατομμύρια ευρώ.

Με τις ζημιές κάθε χρόνο να συσσωρεύο­νται και με Προυπολογισμούς στοχευμένους  όχι στην παραγωγή έργου αλλά στην  ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων και ιδιωτικού πλούτου με πενιχρό κοινωνικό αντίκρισμα, το μέλλον του Δήμου μας κάθε άλλο παρά ευοίωνο προμηνύεται.   Σε μία ευνομούμενη Πολιτεία, το δίκαιο  θα ήταν οι  ζημιές που προστίθενται  από τη διαχείριση κάθε Δημοτικής Αρχής στο τέλος του έτους, να βαρύνουν την προσωπική περιουσία αυτών που τις προκάλεσαν.

Αν δεν μπορούν, θα πρέπει να παραιτούνται και να αναλαμβάνουν άλλοι αξιότεροι και πιο γενναίοι. Αυτό με κάποιο τρόπο θα πρέπει να θεσμοθετηθεί, ώστε να ξεχωρίσουν αυτοί που πραγματικά και με προσωπικό κόστος αγαπάνε τον τόπο τους, από τους περιφερόμενους καιροσκόπους της πολιτικής και τους κάκιστους διαχειριστές  του Δημόσιου χρήματος.