Η Συνθήκη της Λωζάνης, 24-7-1923,  και οι σχέσεις μας με τη γείτονα Τουρκία

Γράφει και παρουσιάζει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Τον Ιανουάριο του 1913, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος με υπόμνημά του προς τους πρωθυπουργούς Αγγλίας και Γαλλίας ανέφερε: «...Διεκδικούμε τα Δωδεκάνησα όχι σαν κατάκτηση, αλλά σαν Εθνική κληρονομιά. Οι τίτλοι μας είναι προγενέστεροι και ανώτεροι από τον πόλεμο· μάς δόθηκαν από την αρχή των Εθνοτήτων, γιατί πουθενά δεν θα βρει κανείς ένα πληθυσμό πιο ομογενή, καθαρής καταγωγής και με τα πιο δυνατά Εθνικά ιδεώδη, παρά μόνο στο Αρχιπέλαγος».

Από τότε η Ελλάδα δεν άφηνε ευκαιρία που να μην θέτει το Δωδεκανησιακό Ζήτημα, έντονα και χωρίς παρεκλήσεις, τουλάχιστον μέχρι το 1920, το θέμα έστω και με ορισμένες πρόσκαιρες διπλωματικές υποχωρήσεις.

Η απαρέγκλιτη παραπάνω γραμμή έπρεπε να τηρείται, γιατί η Ιταλία, ως Μεγάλη Δύναμη, είχε τα προς τούτο μέσα να επηρεάζει τις άλλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις; ότι το Δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, Izole Italiane dell’ Egeo, όπως καθιερώθηκε να το αναφέρουν στα έγγραφά τους, στις συναλλαγές και κάθε είδους αναφορές, ήταν για την Ελλάδα μεγίστης σπουδαιότητας.

Εξάλλου, οι κατακτητές, ανάλογα με τους επιδιωκόμενους σκοπούς τους, προσδιόριζαν και την ταυτότητα του πληθυσμού των νησιών.

Έτσι, οι Ιππότες κατά την επί 213 χρόνια παραμονής, κατέγραφαν τους Δωδεκανησίους «Έλληνες» και όχι «Ορθόδοξους», για να μην φαίνεται, καθώς νόμιζαν, ο σύνδεσμος και η εξάρτηση της Δωδεκανησιακής Εκκλησίας, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Ιταλοί ως «Ορθοδόξους» και όχι «Έλληνες» στην απέλπιδη προσπάθειά τους να μειώσουν τον ίδιο Εθνολογικό χαρακτήρα, που έχουν επί αιώνες οι Δωδεκανησιακοί ασάλευτοι βράχοι με το Γένος των Ελλήνων και, ως εκ τούτου, με το Ελεύθερο Ελληνικό Κράτος.

***

Το 1993, ο μακαρίτης δικηγόρος Μανώλης Δ. Παπαϊωάννου, ανεξάρτητα εάν κανείς δεν συμφωνεί για ορισμένες ιστορικές τοποθετήσεις του, σε σειρά βιβλίων του από το 1986 έως το 1993, με τον γενικό τίτλο «Ρόδος και Νεώτερα Κείμενα» πρόσφερε αξιοσημείωτο ιστορικό υλικό στη Ρόδο και γενικότερα στη Δωδεκάνησο, αλλά και στην Ελλάδα, σε μεταφράσεις και σχολιασμούς κρίσιμων ξένων κειμένων από την Ιταλοκρατία της Δωδεκανήσου. Περιοριζόμαστε σήμερα στο 1993, στη σειρά 5 τον αριθμό.

Στα πλαίσια, με επίκεντρο τα απομνημονεύματα του Κυβερνήτη της Δωδεκανήσου Ντε Βέκκι από το Δεκέμβριο του 1936 ως το Δεκέμβριο του 1940, δηλαδή πλήρη 4ετία, παραθέτει το κείμενο ενός άρθρου του από 1956-1963 Υπουργού Εξωτερικών και Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Ευάγγελου Τοσίτσα ο οποίος φοιτητής σε Πανεπιστήμιο της Λωζάνης, πριν από 88 χρόνια, το 1930, δημοσίευσε άρθρο του στα Γαλλικά σε εφημερίδα της Ελβετικής πόλης, (Λωζάνη), με τον τίτλο: «Η Διεθνής κατάσταση της Δωδεκανήσου».

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία άρχισε να «αναμασεί» ότι ορισμένα νησιά του Αιγαίου κλπ. τής ανήκουν και θέτει ως θέμα την αναδιαπραγμάτευση της Συνθήκης της Λωζάνης της 24 Ιουλίου 1923. Η εν λόγω Συνθήκη φέρει τις υπογραφές του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου και του τότε Τούρκου Υπουργού Εξωτερκών Ισμέτ Ινονού, θεωρήσαμε να φέρουμε στη δημοσιότητα το άρθρο αυτό, γιατί ο μακαρίτης Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσα ανέπτυξε τις ενδιαφέρουσες απόψεις του για τη θέση του Δωδεκανησιακού Ζητήματος.

Η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης ήταν μεγάλης σημασίας στις σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, στους τομείς της πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας της χώρας μας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε δηλώσεις του τον Οκτώβριο του 1931 δήλωσε: «...Με τη Μικρασιατική περιπέτεια και την ανταλλαγή των πληθυσμών,  οι Έλληνες, συνεπλήρωσαν την Εθνικήν αποκατάστασιν διά της πλήρους, σχεδόν, επιτυχίας των εις την Βαλκανικήν Χερσόνησον και τας νήσους του Αιγαίου Πελάγους.

Ο τελευταίος πόλεμος απέδειξεν ότι η προσπάθεια ημών προς εγκατάστασιν επί της ανατολικής πλευράς του Αιγαίου υπερέβαινε τις δυνάμεις Έθνους μικρού σπαρασσομένου υπό εμφυλίου πολέμου, καθόσον χρόνου διεξήγε έναν μεγάλον εξωτερικόν πόλεμον» (Ιφιγένεια Αναστασιάδου. «Ο Βενιζέλος και το Ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας του 1930». Αθήνα 1982).

Στα πλαίσια αυτά ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε τον Κεμάλ Ατατούρκ ακόμα και για το Νόμπελ Ειρήνης. Ο δε Παναγιώτης Πιπινέλης δήλωνε: «...ότι αναμφισβήτως το έργον του αυτό (του Ελ. Βενιζέλου) πρέπει να του καταλογισθή ως εν από τα μεγαλύτερα κατορθώματά του».

Οι παραπάνω φιλοφρονήσεις επανελήφθησαν και το 1930, με το Σύμφωνο Φιλίας που υπογράφηκε μεταξύ των δύο χωρών, όπου διακηρύχθηκε και πάλι ότι, όσον αφορά τα νησιά του Αιγαίου κατοχυρώθηκαν με τα άρθρα 12, 13 και 14 του Συμφώνου της Λωζάνης.

Και ενώ η Ελλάδα είναι Χώρα φιλειρηνική, επιζητεί φιλικές και επικοδομητικές σχέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες και δεν διεκδικεί τίποτα, απεναντίας δέχεται, χρόνια τώρα, τις προκλήσεις από τη γείτονα Τουρκία, παραβιάζοντας τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και τις Διεθνείς Συμφωνίες.

***
Ακολουθεί το άρθρο του Ευάγγελου Αβέρωφ με τίτλο: «Η Διεθνής κατάστασις της Δωδεκανήσου» που δημοσιεύθηκε στα Γαλλικά στην «Εφημερίδα της Λωζάνης» και αναδημοσιεύθηκε στο φύλλον 1 Ιανουαρίου 1931 στην εφημερίδα των Αθηνών «Ο ΑΓΩΝ ΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ» «Όργανο των εν Ελλάδι και απανταχού Δωδεκανησίων».

Είναι γεγονός ότι διά την πλειονότητα του κοινού, η οποία δεν ησχολήθη ιδιαιτέρως με την ιστορία της Δωδεκανήσου, το όνομα τούτο δεν σημαίνει παρά δώδεκα νήσους υπαγομένας άλλοτε μεν υπό την διοίκησιν ενός κράτους, άλλοτε δε υπ’ εκείνην ενός άλλου.

Η αντίληψις αυτή δεν δύναται να θεωρηθή ως ορθή. Η Δωδεκάνησος είναι εις την πραγματικότητα το σύνολον μερικών νήσων, αι οποίοι μέχρι το 1912 σχεδόν πάντοτε απετέλεσαν Κράτη. Τα Κράτη ταύτα έζησαν έκτοτε ως απλαί επαρχίαι ενός ισχυρότερου Κράτους, αλλά τον περισσότερον χρόνον απήλαυσαν μιας κυριαρχίας ή τουλάχιστον ημικυριαρχίας. Τοιαύτη ήτο η θέσις των ως προς το Διεθνές Δημόσιον Δίκαιον την ημέραν κατά την οποίαν τα κατέλαβε η Ιταλία.

Έκτοτε η κατάστασις των είναι από τας πλέον περιέργους. Παρ’ όλας τας συνθήκας αίτινες συνωμολογήθησαν κατά τα τελευταία είκοσι έτη μεταξύ των ενδιαφερομένων Κρατών, η θέσεις των από νομικής απόψεως είναι μακράν από του να έχη διευκρινισθή. Τούτο δε οφείλεται κυρίως εις το ότι παρεγνωρίσθη συχνά ότι αι δώδεκα νήσοι, ως αποτελούσαι κράτη, έπρεπε να ερωτώνται διά την τύχην των συγχρόνως με την Τουρκία, το επικυρίαρχον Κράτος, το συνδεδεμένον με αυτάς δι’ ενός ευρέος προτεκτοράτου.

Ο Τζιολίτι, ομιλών μετά τον πόλεμον εις την Ιταλικήν Βουλήν περί της μυστικής συνθήκης του Λονδίνου του 1915 δια της οποίας οι σύμμαχοι παρεχώρουν εις την Ιταλίαν την κυριαρχίαν επί των Δωδεκανήσων, διηυκρίνησε λαμπρά το σημείον τούτο.

Εχαρακτήρισε την συνθήκην ως «μη επελθούσαν και άνευ ισχύος, διότι 1) η Κ.Τ.Ε. δεν αναγνωρίζει τας μυστικάς συνθήκας και 2) δεν δύναται να αλλάξη την νομικήν θέσιν της Δωδεκανήσου, εφ’ όσον αύτη δεν την ανεγνώρισε ποτέ».

Με τας ειλικρινείς αυτάς λέξεις ο πρωθυπουργός της Ιταλίας απέδωσε δικαιοσύνην. Η ιστορία της Δωδεκανήσου είναι καθαρά και σαφής επί του ζητήματος τούτου. Το τουρκικόν προτεκτοράτον, το επιβληθέν κατά τον 16ον αιώνα, δεν έθιγε καθόλου την αυτονομίαν των 12 νήσων. Δια να αποδείξωμεν δε ότι ούται διετήρουν πράγματι μίαν τελείαν εσωτερικήν κυριαρχίαν, δεν θα ήτο άσκοπον το ιστορικόν του προαναφερθέντος προτεκτοράτου.

Ιδού πως καθιερώθη:

Όταν ο Σουλεϊμάν ο Τρομερός κατά την διάρκειαν μιας των νικηφόρων εκστρατειών του έφθασε εις τα δωδεκανησιακά ύδατα επί κεφαλής σημαντικών δυνάμεων, οι κάτοικοι των νήσων αντελήφθησαν ότι θα υπέκυπτον.  Αι δυνάμεις των δεν ήσαν πλέον εκείναι των χρόνων, κατά τους οποίους αι δημοκρατίαι των έδιδον εις την ανθρωπότητα τον Ιπποκράτην και τον Ηρόδοτον, κατά τους οποίους αι πόλεις των ήσαν οι αρκότατοι σταθμοί εις τα πεδία της Τέχνης και της Επιστήμης.

Ατελεύτητοι πόλεμοι κατά της Ρώμης, κατά του Βυζαντίου και των πειρατών, κατά της Βενετίας αργότερον, οι πρόσκαιροι υποδουλώσεις των στο τέλος εις τους αντιπάλους τούτους τας είχον εξαιρετικά εξασθενήσει.
«Αυτός, δε, είναι ο λόγος δια τον οποίον ο Σουλεϊμάν είδε τας δέκα νήσους να υποτάσσονται εκουσίως και κατέλαβε την Ρόδον και την Κω, τα μόνα εδάφη των κρατών των, τα οποία οι Ιππόται του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων ηθέλησαν να υπερασπισθώσιν».

(Αύριο το τελευταίο μέρος)