Έτσι που πάμε στην Ρόδο ας κάνουμε κι ένα μαγαζί να το λέμε «του Κουτρούλη ο γάμος»!

Τις εποχές της Ρόδου που τα μαγαζιά όχι μόνο ήταν ολάνθιστοι κήποι, αλλά είχαν και ευωδιαστά, λουλουδάτα ονόματα: La Maison Fleurie, Μπελ Επόκ… και οι Ροδίτες έβγαζαν τους καλούς ξένους τουρίστες για να τους κάνουν το τραπέζι, να τους διασκεδάσουν στα ναιτ κλαμπ, που δεν είχαν να ζηλέψουν από  τα ευρωπαϊκά, κι ακόμα παραπάνω. 
Η δεκαετία του ΄70, η χρυσή, που ο Τσάρλι κι ο Αντώνης Πεταλάς, γυρίζοντας από τις Μπαχάμες και την Αμερική, άνοιγαν το ένα μαγαζί μετά το άλλο,  πήγαιναν όλα καλά και έδιναν στα βράδια και τις νύχτες της Ρόδου τη φήμη που την ακολουθεί μέχρι σήμερα. 
Δεν ήθελαν φωτογραφίες, σήμερα που τους είδα και θυμήθηκαν τα παλιά. Ούτε έχουν φωτογραφίες με τα μαγαζιά τους  πέρα από τις ζωγραφιές, που λειτουργούσαν ως κάρτες.
 «Δεν βγάζαμε φωτογραφίες, μου λένε, ήμασταν πάντα χαμηλών τόνων».
 Τότε που χρειαζόταν μόνο να κάνεις καλό μαγαζί για να δουλέψεις, κι  όλοι οι Ροδίτες ήταν έξω, η νύχτα μεγάλη, κι οι αδελφοί Πεταλά ήταν από τους δυνατούς επιχειρηματίες, τα δυνατά ονόματα. 



Πώς μεγαλώσατε, πώς ήταν εκείνα τα χρόνια;
Μεγαλώσαμε στον Αη Γιώργη στην οδό Κοδριγκτώνος, με γονείς που είχαν καταγωγή από την Κάλυμνο. Ήμασταν δύο αγόρια, ένα κορίτσι, ο πατέρας δάσκαλος. Τα σπίτια, κάτω από το Στάδιο του Διαγόρα,  τα αγόρασαν  οι δάσκαλοι, τα λέγανε λαϊκά τότε, τα είχανε φτιάξει οι Ιταλοί. Νεαροί ήμασταν οπαδοί του Διαγόρα, στη γειτονιά μας μένανε και παίκτες της ομάδας όπως ο Φωτεινός, ο Νεοφύτου, παλιότερα ο Αντώνογλου. Και τότε φανατίζονταν οι οπαδοί, αλλά δεν υπήρχαν τα έκτροπα. Οι παίκτες ξεσπούσαν στο διαιτητή.

Στο εξωτερικό πότε φύγατε, γιατί πήγατε στις Μπαχάμες;
Όταν ο μεγάλος μου ο αδελφός ο Σακελλάρης (Τσάρλι), τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο, πήγε στις Μπαχάμες γιατί είχαμε θεία εκεί. Στην πρωτεύουσα, το Νασσάου ήταν πολλοί οι Καλύμνιοι, έφευγαν τότε οι νέοι για να δουλέψουν όπως φεύγουν και τώρα. Γυρίσαμε στα παλιά! Εγώ είμαι οκτώ χρόνια μικρότερος από τον Τσάρλι και τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1968, πήγα κι εγώ. Τότε «άνοιγε» ένα ακόμα νησί και διευθυντής στο κέτερινγκ του αεροδρομίου, με πολλά μαγαζιά και μπαρ ήταν ένας Καλύμνιος, με το επίθετο Πικραμένος. Έμεινα τρία χρόνια στις Μπαχάμες και ο Τσάρλι δεκαπέντε. Πηγαινοερχόταν από Αμερική και κάποια στιγμή άρχισε να πηγαινοέρχεται κι από τη Ρόδο. Και ξέρετε γιατί γύρισε; Είχε επτά χρόνια να έρθει και ήρθε για λίγες μέρες. Τότε στο αεροδρόμιο των Μαριτσών ανοίγοντας η πόρτα, του ήρθε η μυρωδιά από τις αλισφακιές, τα θυμάρια, ήταν αρχή καλοκαιριού και μύριζαν. Χρειάστηκε μια στιγμή για να πει ότι θα γυρίσει.

Κάνατε λεφτά στις Μπαχάμες;
Κάναμε, φάγαμε όμως πιο πολλά. Δεν ήταν Καμερούν, είχε ζωή, κι έτσι ξοδεύαμε. Ο Τσάρλι εκεί ασχολήθηκε με μπαρ και ναιτ κλαμπ. Εγώ γύρισα το 1971, το 1973 ο Τσάρλι και πηγαινοερχόταν από Αμερική. Η γυναίκα του ήταν Αμερικάνα, κι η δική μου ελληνοαμερικάνα.

Πώς ξεκίνησαν οι δουλειές σας στη Ρόδο και ανοίγατε το ένα μαγαζί μετά το άλλο;
Αγοράσαμε οικόπεδο, στο πάρκο στο Γηροκομείο και φτιάξαμε εστιατόριο το La Maison Fleurie.  Ανθισμένο σπίτι! Το πάρκο ήταν γεμάτο λουλούδια και γεμίσαμε  λουλούδια και  το εστιατόριο. Μπουκαμβίλιες και κισσοί απ΄ έξω, φυτά και λουλούδια μέσα. Ήταν το πρώτο πιάνο ρεστοράν που άνοιξε στη Ρόδο, με πιανίστα τον Μπακλού, ένα γέρο πιανίστα καταπληκτικό και κάποια στιγμή έπαιξε και η 16χρονη τότε Καρατζιά, η γυναίκα του Τζίμη.  Σ΄ αυτό το μαγαζί, τα πιο πολλά πιάτα τα φτιάχναμε μπροστά στον πελάτη. Το ανοίξαμε Νοέμβριο του 1973 και τον Απρίλιο του 1974 ανοίξαμε στο κάτω μέρος του το ναιτ κλαμπ Sultana, με διευθυντή ορχήστρας το Θέμη Μέξη, ο οποίος μόλις είχε γυρίσει από την Αυστραλία. Το Sultana είχε αραβικό διάκοσμο, στα έπιπλα, στους τοίχους, στα φωτιστικά, είχε τοιχογραφίες με αναπαραστάσεις και μπατίκ, φτιαγμένα από τη γυναίκα και την πεθερά του Τσάρλι.

Οι πελάτες σας ποιοι ήταν;
Οποιος ξενοδόχος, έμπορος, γουναράς, τουριστικός πράκτορας, ξεναγός, είχε καλό πελάτη, τον έφερνε εκεί. Και βέβαια έρχονταν οι Ροδίτες.

Οι Ροδίτισσες έβγαιναν;
Μόνες τους όχι, πολύ λίγες.


Συνεχίσατε όμως με τα μαγαζιά, ποιο ανοίξατε μετά;
Το 1975 ανοίξαμε το Κάπτεν’ς  Χάουζ, στο σημείο που είναι το σύμπλεγμα του Διαγόρα, πίσω από το ξενοδοχείο Blue  Sky. Ένα πανέμορφο μαγαζί που αναπαριστούσε τη ζωή των πειρατών, με κήπο, με κληματαριά… Ο φωτισμός στον κήπο  ήταν από παλιά κλουβιά που έπιαναν αστακούς.

Είχατε και τους διάσημους που έρχονταν, μου είπαν ότι οι σταρ που γύριζαν ταινίες στη Ρόδο, έτρωγαν και σ’ εσάς!
Ο Ρότζερ Μουρ, η Κλαούντια Καρντινάλε, πληθωρική γυναίκα, όλοι της ταινίας  «Απόδραση στην Αθήνα» που γυρίστηκε στη Ρόδο, ο Ντέιβιντ  Νίβεν… Κάθε βράδυ ήταν σ΄ εμάς.

Μεγάλωσαν οι δουλειές σας!
Μεγάλωσαν οι δουλειές μας, είχαμε και συνεταίρους, φίλους κυρίως που έρχονταν από το εξωτερικό. Ένας πολύ καλός φίλος και συνεταίρος μας ήταν ο Γρηγόρης Πολεζέλο, που είχε έρθει από το Καμερούν.

Το Μπελ Επόκ πότε το ανοίξατε;
Μετά από ένα-δυό χρόνια. Ήταν  το μαγαζί στη γωνία, απέναντι από τον ΟΤΕ στην οδό Αμερικής. Υπέροχο, κάθε χώρος του είχε τοιχογραφίες με κάθε μία από τις τέσσερις εποχές, με πανέμορφα έπιπλα. Είχε στην αυλή του μπροστά ένα φίκο που κάλυπτε όλη την αυλή. Πού πήγαν όλα αυτά μετά και τα δέντρα εξαφανίστηκαν…  Εκείνη την εποχή υπήρχε ακόμη το Casa Castellan, αυτό που είναι σήμερα του Αλέξη, Τέσσερις Εποχές.

Τι ωραία ονόματα που δίνατε τότε στα μαγαζιά σας, σε αντίθεση με σήμερα που μερικά είναι αδιανόητο να δίνονται σε μαγαζιά!
Ας φτιάξουν κι ένα εστιατόριο να το λένε «του κουτρούλη ο γάμος», αυτό λείπει από τη Ρόδο.

Ποια άλλα ήταν τότε, θυμίστε μας εκείνες τις εποχές;
Είχε ανοίξει το Κοντίκι, το πλωτό εστιατόριο. Το είχε ανοίξει ο Κιμ ο πράκτορας, ως σχεδία. Μία πλατφόρμα έκανε μέσα στη θάλασσα, κι έβαλε πάνω τραπέζια, έτσι ξεκίνησε.

Τα κλαμπ, οι ντίσκο ποιες ήταν τότε;
 Η Ακουάριους, η Mike’s, το Έλλη, και παλιότερα ήταν το Θέρμαι, στο σημείο που βρίσκεται και τώρα, αλλά τότε υπήρχε πίστα που ήταν μέσα στην πισίνα. Τώρα κι οι πισίνες είναι ξερές. Εκείνη την εποχή άνοιξε η Play Boy, στην Ιξιά πάνω στο δρόμο, το Πέργκολα που ήταν υπόγειο στην Αλεξάνδρου Διάκου κάτω από τα Goody΄s, το Κελάρι που ήταν κάτω από το ξενοδοχείο Park, το Ιζαμπέλα, κάτω από το ξενοδοχείο Γκράντ Οτέλ. Το Καψής, κάτω είχε το Νumber 1. Και βέβαια από μπουζούκια το Κόπα Καμπάνα, το Μπέλ Πάσο... Πολλές δισκοθήκες...

Στα μπουζούκια πήγαιναν τότε οι Ροδίτες;
Πάρα πολύ, κι έφευγαν πολλά λεφτά στα λουλούδια. Κόντρες γίνονταν μεταξύ των γουναράδων... Πενήντα φιάλες σαμπάνια άνοιγαν για να γεμίσουν ένα ποτήρι στην τραγουδίστρια. Πολλοί καταστραφήκανε. Από τους δυνατούς χαρακτήρες ήταν ο Βενούτσος και ο Μικέλε.

Ανοίξατε κι άλλο μαγαζί όμως εσείς αργότερα!
Μετά ανοίξαμε το Σιέρα ντε Παέγια, πάνω στη θάλασσα, το άσπρο σπίτι, μεταξύ Γκράντ Οτέλ και Ενυδρείου. Ψαρικά, με σπεσιαλιτέ την Ισπανική παέγια. Υπέροχος χώρος πάνω στη θάλασσα.

Γιατί τα κλείσατε μετά;
Ο Τσάρλι πήγε Αμερική το 1981, άνοιξε κι εκεί νάι κλαμπ, στη Φλόριντα. Η τουριστική Σχολή μας καλούσε να διδάξουμε πως φτιάχνουν τα ποτά, δεν υπήρχε γνώση τότε. Από το 1985 αρχίσαμε να τα νοικιάζουμε, είχαμε μεγαλώσει πια, η νύχτα μας κούρασε... μετά εγώ άνοιξα γυμναστήριο, ένα υπήρχε μόνο τότε και το δικό μου στο Ροδίνι. Και τι δεν κάναμε, διοργανώναμε το Μίστερ Αιγαίο και τόσα άλλα και βάζαμε κι από την τσέπη μας λεφτά.

Τις νοσταλγείτε εκείνες τις εποχές;
Έ, βέβαια, τα ωραία… Τα κακά τα ξεχνάς. Και έξω που ζούσαμε κυρίως ο Τσάρλι δεν ήταν ωραία όλα, ζήσαμε περιπετειώδη ζωή, ο Τσάρλι πιο πολύ. Ερχόταν στη Ρόδο, κι ήταν τόσο ωραίος και γυμνασμένος που τον κοιτούσαν όταν περπατούσε όχι μόνον οι γυναίκες, αλλά κι οι άντρες σταματούσαν και τον βλέπανε. Οδυσσέας σκέτος, όμορφα χρόνια. Μας έφαγε η Ρόδος, θέλαμε να ‘μαστε εδώ.