Η Μακεδονία μας από τα βάθη των αιώνων  ήταν και είναι ακραιφνής ελληνική

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Το τελευταίο διάστημα στην ελληνική πολιτική σκηνή, το κύριο θέμα που βρίσκεται στην επικαιρότητα και τείνει να καταλήξει σε θρυαλλίδα πολιτικών εξελίξεων, είναι το Σκοπιανό. Επί του προκειμένου, ως το θέμα αυτό διαβάζουμε σχεδόν καθημερινά ανακοινώσεις των πολιτικών μας κομμάτων.

Ακόμη και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλλάδας συνήλθε δύο φορές για το θέμα αυτό. Προ ημερών, δε, πραγματοποιήθηκε και συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη με πλήρη επιτυχία. Και ένα δεύτερο θα πραγματοποιηθεί στις 4 Φεβρουαρίου, δηλαδή σε 5 ημέρες.

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις καταδεικνύεται ισχυρή αντίδραση του ελληνικού λαού στη σύνθετη ονομασίας που επιδιώκουν οι Σκοπιανοί με τον όρον «Μακεδονία».

Κάθε ημέρα που περνά η αντίδραση του ελληνικού ΛΑΟΎ αυξάνει και εάν τα Σκόπια δεν συμφωνήσουν, εκτός των άλλων, να απαλειφθεί και η λέξη «Μακεδονία» δεν θα μπορέσουν να μπουν ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ελλάδας.

Και πολύ ορθά ο ελληνικός λαός επιμένει, καθόσον οι Μακεδόνες Έλληνες είχαν την ίδια γλώσσα, κοινά ιερά των Θεών και θυσίες και ήθη παρόμοια με όλους τους Έλληνες.

Εξάλλου η ίδια η Μακεδονία, με τη μεγάλη επί χιλιετίες ακτινοβολία της δεν επιτρέπει αλλοίωση της ιστορίας της. Το άκουσμα και μόνο των ονομάτων του Αριστοτέλη και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι οποίοι σφράγισαν την ιστορία του κόσμου, ο ένας με τη σοφία του και ο άλλος με την ανδρεία του, την πολιτική και την μεγαλοψυχία τους θα έπρεπε να τούς έχει συνετήσει και αποτρέψει (όλους τους κομμουνιστές από τον Τίτο και μετά) από μια τέτοια αδίστακτη προσπάθεια, που δεν αντέχει σε στοιχειώδη κριτική (Νικόλαος Κ. Μάρτης. «Η πλαστογράφηση της Ιστορίας της Μακεδονίας», Αθήνα 1983.

***

Το Μάρτιο του 2007, ο γράφων έδωσε διάλεξη στην αίθουσα της Τουριστικής Σχολής Ρόδου με θέμα: «Η Ρόδος και ο Μέγας Αλέξανδρος- η συμπόρευση κατά τη μεγάλη εκστρατεία εξάπλωσης του Ελληνισμού» την οποία η Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου εξέδωκε με δαπάνη της σε βιβλίο και διαμοίρασε στις αρχές και τους πελάτες της. Το θέμα που αναπτύξαμε ήταν: «Η ελληνικότητα της Μακεδονίας και ο Μέγας Αλέξανδρος».

Επειδή, λόγω χώρου δεν είναι δυνατό να καταχωρηθεί η όλη ομιλία, θα αρκεστούμε μέσα σε δύο μέρη να αναπτύξουμε τα κυριότερα σημεία, πάντως όμως, στα πλαίσια της δυνατότερης ανάπτυξης του ιστορικού αυτού θέματος.

***

Ο Καθηγητής της Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, συγκαταλέγεται μεταξύ των ολίγων Πανεπιστημιακών, που έχουν εξαντλητικά ασχοληθεί με το Μακεδονικό Ζήτημα, με βάση την ευρεία γεωγραφική έννοια των Μακεδονικών περιοχών. Εκτός του πολύτομου έργου του, ως προς την εξέλιξη του Ζητήματος κατά διάφορες χρονικές περιόδους και στο ογκώδες σύγγραμά του: «Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού-Μακεδονία», αναφορικά με το νεοεμφανισθέν κρατίδιο των Σκοπίων, γράφει, πέραν των άλλων: «...Η Δημοκρατία των Σκοπίων ουδέποτε στην ιστορία υπήρξε μέρος του γεωγραφικού μακεδονικού χώρου. Δεν υπάρχει θέμα συζητήσεως για οποιαδήποτε σχέση των Σλάβων με τους λαούς και με τα γεγονότα, που έλαβαν χώρα στη Βαλκανική πριν από τον 6ον αιώνα μ.Χ.» (σ.σ. τονίζουμε, πριν από τον έκτο μετά Χριστό αιώνα). Και ως εκ τούτου, καμία σχέση δεν είναι δυνατόν να υπάρχει με τους Μακεδόνες, που προϋπήρχαν στην περιοχή αυτή επί δύο χιλιάδες (2.000) χρόνια πριν της περιόδο αυτής.

Ως εκ τούτου είναι φανερό πως ό,τι αποκαλείται από Σκοπιανούς «μακεδονική γλώσσα» δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματική αρχαία ελληνική γλώσσα της Μακεδονίας, αλλά αποτελεί μια «ψευδώνυμη» κατασκευή για πιθανές διεκδικήσεις στην ελληνική Μακεδονία».

Εν τω μεταξύ, μετά τους δύο βαλκανικούς πολέμους, (1912-1913), και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η «μείζων» Μακεδονία, όπως διαφορετικά αναφέρεται συχνά, διαμελίστηκε.

Αρχικά στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, ήτοι στον πόλεμο των βαλκανικών συμμάχων εναντίον της Τουρκίας και κατόπιν στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, μεταξύ Ρουμανίας, Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου αφ’ ενός και Βουλγαρίας αφ’ ετέρου. Έτσι, η Ελλάδα με τη Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου της 28ης Ιουλίου 1913, όπου υπογράφηκε η ειρήνη των εμπολέμων της Συνθήκης των Αθηνών της 1ης Νοεμβρίου 1913 και της διακοίνωσης, (31 Ιανουαρίου 1914), των Μεγάλλων Δυνάμεων, επιδικάστηκαν στη χώρα μασς κατά τις τρεις αυτές φάσεις, τα καταληφθούν από τον ελληνικό στόλο νησιά του Αιγαίου πελάγους, πλην της Ίμβρου και Τενέδου, και της Δωδεκανήσου φυσικά, καθόσον από το 1912 μέχρι το 1945, το δωδεκανησιακό σύμπλεγμα βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή.

Δυστυχώς, όμως, και παρά τη σφοδρή αντίσταση του Ελευθερίου Βενιζέλου, η Βόρειος Ήπειρος δεν ελευθερώθηκε. Καθόσον, με την καθοριστική παρέμβαση της Αυστρίας και της Αυστροουγγαρίας, εξισορροπώντας τις μεταξύ τους ανταγωνιστικές αντιθέσεις, εξαναγκάστηκαν οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι να εκκενώσουν τη Βόρειο Αλβανία και αξίωσαν, όπως και η Ελλάδα εγκαταλείψει τη Βόρειο Ήπειρο, την οποία ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει.

Ωστόσο, το θέμα της κυριαρχίας του Αγίου Όρους έμεινε εκκρεμές, αλλά προς όφελος της Ελλάδας, εφόσον αυτή ήταν η κατέχουσα δύναμη. Και μόνο το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάνης ρυθμίστηκε τελεσίδικα η τύχη του Άθω.

Εξάλλου, με την προαναφερθείσα Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου λύθηκε και τυπικά, πλέον, το Μακεδονικό Ζήτημα με την παραχώρηση του 51% του εδάφους της Μακεδονίας στην Ελλάδα, του 30% στη Σερβία και του 10% στη Βουλγαρία.

Ως εκ τούτου, με την ονομασία Μακεδονία, σήμερα γίνεται αποδεκτό: 1) το γεωγραφικό διαμέρισμα της Βόρειας Ελλάδας, που περιλαμβάνει τους νομούς: Γρεβενών, Δράμας, Ημαθίας, Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Καστοριάς, Κιλκίς, Κοζάνης, Πέλλας, Πιερίας, Σερρών, Φλώρινας και Χαλκιδικής και 2) η ευρύτερη περιοχή στο κέντρο της Βαλκανικής Χερσονήσου, που το μεγαλύτερο μέρος της καταλαμβάνει το Βόρειο τμήμα της Ελλάδας (μέχρι τη Θράκη), καθώς και ένα τμήμα της Νοτιοδυτικής Βουλγαρίας τμήμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της τωρινής FYROM, καθώς και ένα μικρό τμήμα στο Ανατολικό άκρο της Αλβανίας». (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας). Επίσης: Κ. Βακαλόπουλος, «Το Μακεδονικό Ζήτημα», Θεσσαλονίκη 1992, Δ’ έκδοση.

Κατόπιν τούτων, μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων με τις αναδιατάξεις που έγιναν, ο ελληνικός πληθυσμός αυξήθηκε κατά 80% και κατά 90% η έκταση του Ελληνικού Κράτους. Συγκεκριμένα: από 63.606 τετραγωνικά χιλιόμετρα η έκταση αυξήθηκε σε 120.703 και ο πληθυσμός από 2.631.952, σύμφωνα με την απογραφή του 1907, αυξήθηκε σε 4.734.990 κατοίκους. Αξίζει να μεταφερθεί εδώ ένα στιγμιότυπο: Μετά την υπογραφή της Συνθήκης στο Βουκουρέστι στις 28-7-1913, ο Εθνάρχης Ελ. Βενιζέλος, που ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας, με δάκρυα στα μάτια, μονολογώντας είπε: «ευχαριστώ Θεέ μου...». Και ήταν επόμενο να νιώσει αυτή την ψυχολογική ανακούφιση ο Έλληνας πολιτικός του 20ού αιώνα. Γιατί, με τη διπλωματική λύση που πέτυχε τόσο στα εκκρεμή αλυτρωτικά μας θέματα, όσο και στο Μακεδονικό, λαμβανομένου υπόψη των συμφερόντων της εποχής εκείνης των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια, που δικαιολογημένα αποκαλούνταν «η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», αφενός πραγματοποιούνταν η ανόρθωση της Ελλάδας, ύστερα από την ηττοπάθεια που διακατεχόταν ο ελληνικός λαός, εξαιτίας της Εθνικής ταπείνωσης εκ του πολέμου του 1897 και αφετέρου έκλεινε τελεσίδικα μια ταραχώδης περίοδος του Μακεδονικού, για να δώσει τη θέση της στη σύγχρονη πια περίοδο της ιστορίας της Μακεδονίας μας, που έκλεισε τα 104 χρόνια και πάνω της ελληνικής διοίκησης. Επιπρόσθετα, όπως αναφέρει και ο Καθηγητής Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος: «...Εάν το Ελληνικό Κράτος αποτύγχανε την περίοδο εκείνη ν’ αποκομίσει εδαφικά πλεονεκτήματα στη Μακεδονία, τότε η Ελλάδα θα παρέμενε μια μικρή και αδύναμη βαλκανική δύναμη στο έλεος των βορείων γειτόνων της, παρά την προσάρτηση των Ιονίων νήσων, της Θεσσαλίας και της Κρήτης».

Εν τω μεταξύ, και ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος, συμμετέχοντας στην Πανελλήνια ικανοποίηση με συγχαρητήριο τηλεγράφημα προς τον Εθνάρχη αναφέρθηκε με τη γαλλική φράση: «Vous avez merite la patrie»- Εγίνατε άξιος της πατρίδας». (Σπύρος Μελάς, «Οι πόλεμοι 1912-1913)».

Και είναι χαρακτηριστικό, επίσης, για τη μεγάλη εκείνη γενιά της πρώτης 20ετίας του 20ού αιώνα, ότι πολλοί από τους πολεμιστές των βαλκανικών πολέμων, (τουλάχιστον οι πιο μορφωμένοι και οι διανοούμενοι), πολεμούσαν έχοντας μέσα στο γυλιό τους το «Δωδεκάλογο του Γύφτου» και τη «Φλογέρα του βασιλιά», του Εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά (Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1993).

Εν τω μεταξύ, και το Κρητικό Ζήτημα, που από το 19ο αιώνα ζητούσε τη λύση του, διευθετήθηκε με την έναρξη των βαλκανικών πολέμων. Έγιναν δεκτοί οι Κρήτες βουλευτές στην Ελληνική Βουλή και ο Στέφανος Δραγούμης απεστάλη ως Γενικός Διοικητής και ουσιαστικά, πλέον, η Μεγαλόνησος ενώθηκε με τη Μητέρα-Πατρίδα.

Ο πολιτικός και ιστορικός Σπύρος Μαρκεζίνης στο έργο του: «Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδας 1828-1964», τόμος 3ος, αναφερόμενος στον Ελληνοβουλγαρικό γράφει: «...Οι Έλληνες, έχοντες πλήρη συναίσθηση της σημασίας του νέου πολέμου, ο οποίος έκρινε το μέλλον της φυλής, απεδύθησαν εις αυτόν με τον ίδιον ενθουσιασμόν του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, με μεγαλύτερον, δε, πείσμα και φανατισμόν.

Έχει, επιπρόσθετα, σημασία, καθόσον συνήντησαν εχθρόν σκληρότερον, μαχόμενον με τον ίδιον φανατισμόν. Αι ανθρώπιναι, εξάλλου, θυσίαι εις οπλίτας, αλλά ιδίως εις αξιωματικούς, υπήρξαν ιδιαιτέρως μεγάλαι. Αλλά και το γέρας υπήρξε σπουδαίον, διότι η ελληνική νίκη κατά των Βουλγάρων εστερέωσε την θέσιν μας εις την Βαλκανικήν, την οποίαν, έκτοτε, παρόλας τας ταλαιπωρίας του Έθνους, κατόρθωσε ο Ελληνισμός να διαφυλάξει».

Κατά το σύστημα του Ελληνισμού των αρχαίων χρόνων, η Ελλάδα ήταν διαιρεμένη σε μικρά κρατίδια, όπου το καθένα είχε δικό του βασίλειο. Επιπλέον, όλα τα ονόματα των προϊστορικών και πρωτοϊστορικών μακεδονικών πόλεων-κρατών είναι ελληνικά. Οι Μακεδόνες, εξάλλου είχαν τους ίδους Θεούς και την ίδια λατρεία με τους Έλληνες. Ο Όλυμπος, το υψηλότερο ελληνικό βουνό της Ελλάδας, που θεωρείται κατοικία των δώδεκα Θεών, είναι στη Μακεδονία.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, που συμμετείχαν μόνο Έλληνες, συμμετείχαν και Μακεδόνες, αργότερα επιτράπηκε η ελεύθερη είσοδος στους πάντες, πλην των γυναικών, για τις οποίες δεν επιτρεπόταν να τούς παρακολουθήσουν επί ποινή θανάτου. Γνωστή είναι η περίπτωση της Καλιπάτειρας, της οικογένειας των Διαγοριδών από τη Ρόδο, η οποία ντύθηκε ανδρικά για να δει στους αγώνες τους νικητές συγγενείς της. Όταν έγινε γνωστό το γεγονός, οι Ελλανοδίκες έκριναν την Καλιπάτειρα με μεγάλη επιείκεια, γιατί, καθώς αποφάνθηκαν, ήταν κόρη, αδελφή και θεία Ροδίων Ολυμπιονικών.

Είναι, επίσης, ενδεικτικό επί του προκειμένου, ότι το 496 π.Χ. ο Αλέξανδρος Α’ Μακεδόνας βασιλιάς κρίθηκε ότι ήταν Έλληνας κι έτσι του επιτράπηκε να συμμετάσχει στους τελούμενους το χρόνο εκείνο Ολυμπιακούς αγώνες. Και αφού πήρε μέρος στους αγώνες δρόμου ήλθε πρώτος. Και ο Αρχέλαγος βασιλιάς της αρχαίας Μακεδονίας, αγωνίστηκε στην Ολυμπία το 408 π.Χ. και κέρδισε στους Δελφούς. Τρεις φορές, δε, ο Φίλιππος Β’ αναδείχθηκε Ολυμπιονίκης: το 356 π.Χ. με το άλογό του, το 352 με τα τέθριπτά του (χ) και το 348 στη συντυρίδα, (ζεύγος αλόγων- είτε σύρουν είτε όχι άρμα). Ο Κλείτων ο Μακεδών, νίκησε και αυτός στο Στάδιο το 328 π.Χ.

Όπως οι άλλες περιοχές της Αρχαίας Ελλάδας, έτσι και η Μακεδονία αποτελούσε ξεχωριστά Κράτος και συγκεκριμένα ήταν βασίλειο. Αντίστοιχα, ωστόσο, κράτη αποτελούσαν και η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κόρινθος, η Κέρκυρα, η Ρόδος, η Θάσος κλπ. Οι πολίτες τους, όμως, ήταν Έλληνες, γιατί είχαν την ίδια γλώσσα (την ελληνική), τους ίδιους Θεούς και ήθη παρόμοια με όλους τους Έλληνες. «...το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ή θεά τε ομότροπον» κατά τον Ηρόδοτον.

(Αύριο το τελευταίο μέρος)

(χ). Στην αρχαιότητα άρμα, που έσερναν τέσσερα άλογα με το οποίο συμμετείχαν σε αρματοδρομίες, εορταστικές εκδηλώσεις κλπ.