Η Ιερά Μονή  Παναγίας Παντανάσσης στη Ρόδο

Ιστορία Μονής
Η Ιερά Μονή Παντανάσσης, η οποία αποτελεί τη χρονικά νεότερη μονή της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, βρίσκεται στη δυτική πλευρά του νησιού, σε απόσταση 30 περίπου χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα, μεταξύ των χωριών Θεολόγου και Σορωνής, 500μ. δυτικά του κεντρικού οδικού άξονα Ρόδου-Σορωνής.

Η ανέγερσή της ξεκίνησε το 1995 με πρωτοβουλία του Αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Θρόνου Σεραφείμ Παρχαρίδη, σε αγροτεμάχιο που παραχωρήθηκε από τον Μιχαήλ Μπονιάτη. Η μονή αφιερώθηκε στην Παναγία την Παντάνασσα από την ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους.

Η οικοδόμηση του μοναστηριακού συγκροτήματος πραγματοποιήθηκε σταδιακά. Τα αρχικά κτίσματα περιελάμβαναν παρεκκλήσιο, κελιά, αρχονταρίκι, κουζίνα και βοηθητικούς χώρους. Ακολούθως οικοδομήθηκαν το καθολικό και δύο διώροφα κτίρια, τα οποία στέγασαν το ηγουμενείο, την τράπεζα, τον ξενώνα και τα κελιά των μοναζουσών.
 


Το καθολικό της μονής, του οποίου τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 2 Ιουλίου 2004 από το Μητροπολίτη Ρόδου κ.κ. Κύριλλο, ακολουθεί τον τύπο της μονόκλιτης βασιλικής. Στη βόρεια πλευρά του προσαρτήθηκε μικρός τετράγωνος χώρος με επικουρική χρήση, ενώ στη δυτική νάρθηκας για την εξυπηρέτηση των προσκυνητών κατά τις λατρευτικές συνάξεις των Κυριακών και των μεγάλων εορτών.

Το τέμπλο είναι μαρμάρινο ακολουθώντας την τυπική καθ’ ύψος τριμερή διαίρεση. Στη βόρεια πλευρά του ναού δεσπόζει περίτεχνο ξύλινο προσκυνητάριο που φιλοξενεί το αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου της Παντανάσσης. Ο ναός αγιογραφήθηκε κατά τα έτη 1998-1999 από τους αγιογράφους Τάσο και Αντίκα Παπαγεωργίου. Το ανεξάρτητο λιτό κωδωνοστάσιο του καθολικού εντοπίζεται νοτιότερα.

Οι πρώτες μοναχές εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Παντανάσσης το 1997 με προεστώσα την Μακαρία Μαραβέλια. Σήμερα η μονή αριθμεί τριμελή αδελφότητα με ηγουμένη τη μοναχή Μαριάμ.
 


Παρεκκλήσια
Στα βορειοανατολικά της Ιεράς Μονή Παντανάσσης, εντός του περιβόλου της και πλησίον της κεντρικής εισόδου βρίσκεται το νεόδμητο (2013) παρεκκλήσιο της Οσίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, το οποίο ανήκει στον τύπο της σταυρεπίστεγης βασιλικής με εσωνάρθηκα. Ο ναός οικοδομήθηκε με δαπάνη του ζεύγους Σαράντη και Φωτεινής Σαράντου εις μνήμην του υιού τους. Στο φυτό της Αγίας Τράπεζας κατατέθηκαν τα τίμια λείψανα των Αγίων Ιερομαρτύρων Κυρίλλου του Λουκάρεως, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και Παρθενίου του Παγκώστα του Πατμίου, καθώς και των Αγίων Μαρτύρων Γαβριήλ και Κυρμιδώλους των εν Αιγύπτω μαρτυρησάντων.

Παραγωγή ή πώληση εκκλησιαστικών/μοναστηριακών προϊόντων
Στο πωλητήριο της Ιεράς Μονής, το οποίο φιλοξενείται σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο εντός του αύλειου χώρου της, ο προσκυνητής έχει τη δυνατότητα να προμηθευτεί ποικίλα ενθυμήματα μεταξύ των οποίων βιβλία, κομποσκοίνια, εικόνες, αγιάσματα κ.ά.
 

Συμπληρωματικές πληροφορίες (Προτεινόμενες διαδρομές)
Άγιος Λουκάς «ο Γέρος», Σορωνή

Αφήνοντας την Ιερά Μονή Παντανάσσης και ακολουθώντας τον κεντρικό οδικό άξονα, ο επισκέπτης φθάνει στο χωριό της Σορωνής. Στα νότια του οικισμού συναντά το μικρών διαστάσεων ναΰδριο του Αγίου Λουκά του “Γέροντα”. Το προσωνύμιο ‘Γέρος’ δόθηκε από του κατοίκους του χωριού, καθώς στις διάφορες εμφανίσεις του ο άγιος παρουσιαζόταν με τη μορφή ηλικιωμένου άνδρα με λευκή κώμη και βακτηρία.

Ο ναός, ανεγερμένος σε ύψωμα, ανήκει στο αρχιτεκτονικό τύπο της μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής με οξυκόρυφη εσωτερική διαμόρφωση. Πάνω από το μονολιθικό υπέρθυρο της εισόδου, στη δυτική πλευρά του ναού, αναγνωρίζεται εντοιχισμένος μαρμάρινος ανάγλυφος θυρεός από τον οποίο αναγνωρίζονται τα οικόσημα του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου και του Μεγάλου Μαγίστου Jacques de Milly (1454-1461), Αταύτιστο παραμένει το τρίτο μέρος του που φέρει εντός ρόμβου ολόσωμο λέοντα που πατά σε φολιδωτό κόσμημα.

Παρά το γεγονός ότι το τρίτο οικόσημο δεν έχει αποδοθεί σε συγκεκριμένη οικογένεια είναι προφανές ότι πρέπει να αφορά σε μέλος επιφανούς οικογενείας Λατίνων που συνεισέφερε εν μέρει ή καθ’ ολοκληρία στην οικοδόμηση του ναού, τον οποίο πιθανόν χρησιμοποίησε ως ταφικό παρεκκλήσιο. Περιμετρικά, ο θυρεός φέρει δυσδιάκριτους λατινικούς χαρακτήρες και τον αριθμό 146 που αφορά στο έτος κτίσης του ναού, δηλαδή το 1460.

Η εκκλησία σήμερα παραμένει ασβεστωμένη εσωτερικά και εξωτερικά αλλοιώνοντας την εικόνα που είχε κάποτε ο ναός. Επιπλέον, ένεκα του ασβεστώματος που έχουν υποστεί οι επιφάνειες ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, η μελέτη της τοιχοποιίας και του εσωτερικού διακόσμου καθίσταται δύσκολη. Ωστόσο, σπαράγματα τοιχογραφιών με τους Αγίους Λουκά και Κόνων υποδηλώνουν ότι κάποτε ο ναός θα ήταν κατάγραφος.

Άγιος Σίλας
Αφήνοντας την Ιερά Μονή Παντανάσσης και ακολουθώντας τον κεντρικό οδικό άξονα Σορωνής-Διμυλιάς, μετά από 4χλμ., ο προσκυνητής συναντά μέσα σε δασώδη έκταση το ναό του Αγίου Σίλα ή Σουλά, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται στη Ρόδο, του συνοδοιπόρου του Αποστόλου Παύλου που έφτασε στο νησί κατά την τρίτη αποστολική περιοδεία του.
Η εκκλησία είναι ανεγερμένη στον αρχιτεκτονικό ρυθμό της μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής με πρόσθετο νάρθηκα, διαστάσεων 7,7x2,7μ. Το ακριβές έτος κτίσης του ναού δεν είναι γνωστό.

Η μόνη σχετική επιγραφική μαρτυρία αναφέρεται στο έτος 1836 και βρίσκεται εντοιχισμένη πάνω από το θύρωμα της βόρειας πλευράς. Θεωρείται, ωστόσο, βέβαιο ότι η οικοδόμηση του πρώτου ναϋδρίου πραγματοποιήθηκε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, πιθανόν περί το 100-150 μ.Χ. Επομένως, το 1836, πιθανόν αναφέρεται σε έτος ανοικοδόμησης. Πολλαπλές εργασίες ανοικοδόμησης πραγματοποιήθηκαν και κατά το έτος 2011.

Το κομψό μαρμάρινο τέμπλο του ναού ακολουθεί την τυπική καθ’ ύψος τριμερή διαίρεση. Η εικόνα του Αγίου Σίλα τιμάται σε ξεχωριστό περίτεχνο προσκυνητάρι στα δεξιά του τέμπλου και σε συνέχεια με αυτό. Πρόκειται για μαρμάρινη κατασκευή ίδιας τεχνοτροπίας και διακοσμητικής προσέγγισης με το τέμπλο.

Στο μέσον της νότιας πλευράς του ναού, σε ειδικά διαμορφωμένη κόγχη με ανάγλυφο μαρμάρινο πλαίσιο υπάρχει ιαματική πηγή σε τεχνητό σπήλαιο. Το αγίασμα θαυματουργεί θεραπεύοντας διάφορα δερματικά νοσήματα και ιδίως τη ψώρα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος Σίλας εδραίωσε το χριστιανισμό στην περιοχή, έπειτα από θαύμα, το οποίον αφορά στη θεραπεία ενός ασθενούς από ψώρα. Ο ασθενής θεραπεύτηκε μετά το λούσιμό του με το νερό της πηγής και έπειτα από προτροπή του αγίου, ο οποίος προηγουμένως είχε προσευχηθεί και επικαλεστεί τον Κύριο.

Κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής γινόταν συστηματική εκμετάλλευση του αγιάσματος. Το νερό που ανέβλυζε από την πηγή εφυαλωνόταν και με την ονομασία “San Silvano” εξάγετο στην Ιταλία, όπου πωλούνταν στα φαρμακεία προς επούλωση διαφόρων παθήσεων. Ο προσκυνητής μπορεί να προμηθευτεί το αγίασμα από τη μαρμάρινη δεξαμενή που βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κόγχη.

Ο αύλειος χώρος του ναού εκτείνεται κυρίως βόρεια και ανατολικά του καταλαμβάνοντας έκταση περίπου 650τ.μ. Στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο υπάρχει πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής, αθλητικές εγκαταστάσεις, καθώς και υποτυπώδες ιπποδρόμιο το οποίο είχε κατασκευαστεί κατ’ εντολή του Mario Lago (1924-1936), Γενικό Διοικητή της Δωδεκανήσου την περίοδο της ιταλικής κατοχής, έπειτα από επίσκεψή του στην ετήσια πανήγυρη στη μνήμη του Αγίου Σίλα. Η πανήγυρη τελείται έως σήμερα έχοντας αποκτήσει εκτός από θρησκευτικό και πολιτιστικό-αθλητικό χαρακτήρα συγκεντρώνοντας κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες προσκυνητές.

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Ρόδου