«Οδοιπορικό στα Κύθηρα Παναγιά η Μυρτιδιώτισσα» του Χριστόφορου Β. Αδαμόπουλου

Της Μαίρης Παπανδρέου

«Οδοιπορικό στα Κύθηρα Παναγιά η Μυρτιδιώτισσα» είναι το πέμπτο βιβλίο του χαρισματικού συγγραφέα Χριστόφορου Β. Αδαμόπουλου, που το αφιερώνει στα παιδιά του Βασίλη και Στέλλα, και εκδόθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 2017.

Εκτός από τα «Προλογικά», υπάρχουν έντεκα εξαιρετικά κεφάλαια, Επιστολές Φίλων που αναφέρονται σε προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, δημοσιευμένες κριτικές και πλούσια βιβλιογραφία.

169 εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες, με εντυπωσιακές φωτογραφίες.

Η καλαίσθητη έκδοση, διαβάζεται με άσβεστο ενδιαφέρον και ιδιαίτερη συγκίνηση, όχι μόνον για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, καθώς τα κείμενα είναι γραμμένα με πλούσιο και υγειές θρησκευτικό  συναίσθημα, ήθος και γνώση, που εκφράζονται με εντυπωσιακή ποιητική διάθεση και ταλέντο.

Ακόμα και τα «Προλογικά» του έγκριτου συγγραφέα Χριστόφορου Αδαμόπουλου, προδιαθέτουν τον αναγνώστη για τις ιστορικές, πνευματικές και λογοτεχνικές συγκινήσεις που τον περιμένουν, με την γεμάτη ευαισθησία αναφορά στο γνωστό και αγαπημένο ποίημα του Ηλία Λυμπερόπουλου:  «Τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρούμε», που ο καθένας από μας, δίνει τις δικές του ερμηνείες για το «ταξίδι και τη ρότα της ζωής».

Μας περιγράφει «εικόνες» με ζωηρά χρώματα, εξιδανικεύοντας τα πάντα, χωρίς να χάνεται το «μέτρο» και η πραγματικότητα. Τοπία, σκέψεις και συναισθήματα, από τις πρώτες ακόμα φράσεις του, φωτίζονται από το δικό του εσώτερο φως, όπως η περιγραφή του στο πρωτοαντίκρισμα των Κυθήρων: «Το χωριό ακόμα κοιμότανε. Αυτή την εικόνα της αντίθεσης μιας μαύρης κοιλάδας, αλλά φωτισμένης στους δρόμους, με έναν ουρανό ν’ αχνοφεγγίζει και να στέκει πάνω σαν ανοιξιάτικο λουλουδιαστό καπέλο…».

Με απλό λόγια, ο συγγραφέας έχει το χάρισμα να δίνει τη βαθύτερη φιλοσοφία για τα κίνητρα και τους «στόχους ζωής», που όλοι θα έπρεπε να θέτομε, αν πραγματικά επιθυμούμε να’ μαστε ευτυχισμένοι, καθώς ο Χριστόφορος Αδαμόπουλος,  διατυπώνει απλά και εύστοχα: «Άμα βγαίνει από τα βάθη της καρδιάς σου, δεν μπορεί παρά να’ ναι αληθινό, γνήσιο». 

Υψηλό Ήθος, αστείρευτη Γνώση, πνεύμα και λεπτό χιούμορ με έξυπνο αυτοσαρκασμό, όπως ακόμα και μια περιγραφή ενός μικρού δαμαλιού. «Ένα δαμάλι στα είκοσι μέτρα μπροστά μου με δυο μικρά τσέπια στο κεφάλι ήτανε δεμένο με τριχιά απ’ το δεξί μπροστινό του πόδι σε ένα παλούκι. Με κοίταζε με μεγάλα μάτια βλοσυρά, επίμονα. Δεν έδωσα σημασία. Μα δεν άργησε κι έκανε δυο-τρία βήματα κατά πάνω μου! Έκανα και εγώ προς τα πίσω για σιγουριά! Μα δεν του έκανα τίποτα.

Ούτε κόκκινο φορούσα. Τι τό’ πιασε; Το πουκάμισό μου είχε πράσινο χρώμα. Για λαχανίδα με πέρασε ή μήπως είχε αχρωματοψία και μ’ έβλεπε για παπαρούνα!» Βρήκε βέβαια ο συγγραφέας και την αφορμή, ν’ αναφέρει τη χαρακτηριστική φράση του Ομήρου για την ωραία Ελένη, «βοώπις», που εύστοχα μεταφράζει στην καθομιλουμένη «βοϊδομάτα» και μας θυμίζει  πως έτσι αποκαλούσαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι την θεά Αθηνά. 

Η περιγραφή και η Ιστορία των Κυθήρων, εντυπωσιακή και ενδιαφέρουσα, τόσο που σε ωθεί να γνωρίσεις τις ομορφιές και την Ιστορία, από κοντά. Ανακαλύπτομε ακόμα και τις ομοιότητες των λαϊκών μας παραδόσεων όπως διατηρήσαμε σ’ όλη τη χώρα μας, από την μακραίωνη Ελληνική μας Ιστορία των Ηθών και Εθίμων, όπως το κέρασμα με το λουκούμι και το δροσερό νερό, την καλαισθησία των απλών χωρικών με τα ποικίλα πολύχρωμα λουλούδια που στολίζουν πάντα στις αυλές και στα σοκάκια, την Ελληνική μοναδική φιλοξενία.

Οι συγκινητικές αναφορές, δεν έχουν τελειωμό, όπως και η περιγραφή Μονής στο Τσιρίγο:  «Παρά εκεί, μεταξύ ουρανού και γης. Εκεί που ριζώνει ο ουρανός στη γη, λίγο πιο πάνω. Για να φανερώνουνε τη από τον ουρανό θεϊκή προέλευση των προφητειών τους». Γι αυτούς που «διακονούν τον Θεό» γράφει: «Όταν τέτοιοι άνθρωποι διακονούνε τον οίκο το Θεού, μπορεί να έχουν «μαύρη» την καρδιά ή «σκοτεινό» το νου; Ο Θεός να τους δίνει δύναμη…».

Γνώστης και της Ψυχολογίας, ενδοσκοπεί και περιγράφει γλαφυρά   τις σκέψεις και τα αισθήματά του, με αντικειμενικότητα και πολλές φορές, διανθισμένα με εκλεπτυσμένο χιούμορ: «Τόλμησα να τη δω (την Παλιόχωρα). Τούτο το λέω τώρα εκ των υστέρων. Έπρεπε να νιώσω πρώτα το φόβο της ερημιάς για να συνειδητοποιήσω το τόλμημα». «Σ’ αυτή την αετοράχη δεν ήτανε εύκολη η ζωή». Στο καφενείο «απέναντι δυο ξωμάχοι παίζανε τάβλι…

Άκουγα τα ζάρια να τρίζουνε και να βροντάνε τα πούλια πάνω στο τάβλι για το ποιος θα πάρει τον αέρα του άλλου, λες και ήτανε «ο υπέρ πάντων αγών»! Παθιασμός!» Όπως και η ξεκαρδιστική περιγραφή του τζίτζικα που «ήταν προκλητικός», «το πρώτο βιολί της ορχήστρας σ΄ απόσταση αναπνοής μπροστά μου και μου χόρευε και το χορό της κοιλιάς!» Περιγράφει της παιδικές του αναμνήσεις, όπως και τη στιγμή που προσπάθησε να τον πιάσει: «Ο μπαγάσας φαίνεται πως είχε ψυλλιαστεί τι σκεφτόμουνα γι’ αυτόνε και ήτανε ετοιμοπόλεμος! Και πριν προφτάσω εγώ, με πρόλαβε κείνος. Μου γύρισε τον πισινό του και με κατάβρεξε».

Ο κάθε αναγνώστης, βρίσκει άπειρες ευκαιρίες να ταυτιστεί με τα γεγονότα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα, που αφυπνίζουν αναμνήσεις, όπως τις στιγμές που έζησε με τους επαγγελματίες «ωτοστόπ» όπως περιγράφει ο συγγραφέας «προφανώς ήταν μία αρχόντισσα Κυθήρια», την άγνωστη που την ευχαριστεί για την φιλοφρόνηση «για τα ωραία ελληνικά» του! Το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, εκφράζεται επίσης συγκινητικά: «Τα παρακλητικά λόγια βγαίνουνε απ’ την καρδιά σου πιο εύκολα και συνειδητά. Η γαλήνη και η ηρεμία, βοηθάνε σ’ αυτό».

Αφηγείται με μοναδικό τρόπο το Ιστορικό της «Παναγιάς της Μυρτιώτισσας», όπως τα θαύματά Της, εμπλουτισμένη η έκδοση με έγχρωμες εντυπωσιακές φωτογραφίες από την Ι. Μονή, τις εικόνες, το περίτεχνο Τέμπλο, τα πανέμορφα τοπία, αναφέρει τον εορτασμό Της και περιγράφει το φιλοσοφικό περιεχόμενο και την σημαντικότητα της «ποιότητας της φωνής» και τη βαθύτερη φιλοσοφία της Βυζαντινής μας Ψαλμωδίας, «…να τραγουδάς και να υμνείς την αγάπη, την καλοσύνη, το χαμόγελο, τα λουλούδια, την κάθε ομορφιά, και πόσο ωραιότερο είναι να υμνείς την Παναγία, το Χριστό, τον Ύψιστο Θεό, τον Δημιουργό όλων αυτών…».

Και σαν επίλογο, με την χαρακτηριστική σεμνότητα που τον διέπει, γράφει: «Προσπάθησα να «ζωγραφίσω» μια εικόνα της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας, όχι μόνιμα στον τοίχο μιας εκκλησίας, για να την προσκυνάμε, αλλά σε ένα βιβλίο κινητό. Να κάνει τη «γύρα» της και πέρα από τα χωριά των Κυθήρων. Κι ο καθένας που επιθυμεί, ας ζητήσει τη μεσιτείας της, τη βοήθειά Της…». Είναι ένα ακόμα συναρπαστικό, βιβλίο του Χριστόφορου Αδαμόπουλου, που χαίρεται ο αναγνώστης με πολλούς τρόπους.