Τα παγκάκια της Ρόδου...

Γράφει η Ρένα Παπακωνσταντίνου
Εκπαιδευτικός Α’βάθμιας Εκπαίδευσης

 

Σκέφτομαι πόσες φορές κάποιος έχει βρεθεί στην ανάγκη να ξαποστάσει ή να περισυλλογιστεί σε ένα παγκάκι. Φέρνω στο νου εικόνες που μου έρχονται από το παρελθόν και αρχίζω να γράφω.
Στο όμορφο σμαραγδένιο νησί υπάρχουν πολλά, εδώ κι εκεί. Προίκα των Ιταλών κατακτητών για τους ονειροπόλους, τους κουρασμένους, τους αδέσποτους της ζωής.

Μια ηλιόλουστη Κυριακή του Νοέμβρη έτυχε να είμαι εκεί. Κατηφόρισα, ύστερα από αρκετές δεκαετίες τέτοια εποχή, τη Βορείου Ηπείρου προς το Μαντράκι. Η πιο όμορφη διαδρομή της Ρόδου είναι αυτή. Περνώ τις όμορφες μονοκατοικίες που κοσμούν αυτή τη γειτονιά και φτάνω στο Ορφανοτροφείο. Κόβω δρόμο μπαίνοντας από την πλαϊνή πόρτα και να...στέκονται μπροστά μου τρία παγκάκια ακριβώς έξω από την εκκλησία.
 


Ένα κορίτσι γύρω στα 15 κάθεται εκεί κι ας είναι 10 η ώρα το πρωί και ποιος ξέρει τι συλλογίζεται; Μας χαιρετά ευγενικά και μόλις απομακρυνόμαστε λίγο ακούω τα κορίτσια να μου λένε ότι την είδαν να καπνίζει και να κρύβει το τσιγάρο της μόλις μας είδε. Έκρυβε τόση απορία το βλέμμα τους και σίγουρα ήταν πολλά αυτά που ήθελαν να με ρωτήσουν αλλά δεν έβρισκαν τον τρόπο.

''Πού μένει αυτό το κορίτσι;'', ''Γιατί καπνίζει;'', ''Πού είναι οι γονείς του;'' ... Τους εξήγησα ότι το κορίτσι αυτό μένει εκεί γιατί προφανώς δεν έχει γονείς. Για το τσιγάρο, τους είπα ότι ίσως είναι ένα ξέσπασμα για την αναστάτωση που έχει στη ζωή της. ''Και γιατί κάθεται μόνη στο παγκάκι;''

''Γιατί θέλει να σκεφτεί, να ξαποστάσει την πικρία της και να ξεκάνει τα πνευμόνια της ανοίγοντας τον θάλαμο αερίων, με σκοπό να εξοντώσειτις τοξικές σκέψειςκαι τα δηλητηριώδη συναισθήματα'' είπα μονολογώντας, αφήνοντας τις μικρές με το στόμα ανοικτό.

Πάει καιρός από τότε που μου καρφώθηκε η ιδέα για το θέμα αυτό. Όλο όμως το αναβάλλω, δίχως λόγο και αιτία και τώρα πάλι εμπρός μου μία αφορμή.

Αφήνουμε αριστερά μας τον Βασιλικό κήπο και βλέπουμε τους τουρίστες να κάθονται αναπαυτικά στα πράσινα παγκάκια και να θαυμάζουν τα ψηφιδωτά με τα παγόνια που κοσμούν τον μεγάλο πεζόδρομο από μαύρα και λευκά βότσαλα. Λίγα μέτρα από το προηγούμενο παγκάκι και η διάθεση εδώ διαφορετική, ανάλαφρη, περιηγητική, ταξιδιάρικη.

Βλέπω τα μεγάλα δέντρα στην είσοδο της Παλιάς Πόλης, το πάρκο, την καμάρα, τα κτήρια όπου σήμερα στεγάζονται δημόσιες υπηρεσίες, το παλιό Θέρμαι και θαυμάζω την αρχιτεκτονική και τις πολεοδομικές γνώσεις των φινετσάτων Ιταλών, που η αίσθηση του ωραίου είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ύπαρξή τους.

Περνάμε γοργά τα κλειστά καταστήματα και κατευθυνόμαστε στον ''Στρατηγό'' τον οποίο τα κορίτσια θυμόντουσαν από το καλοκαίρι για τα γευστικά του σάντουιτς.

Χαζεύω λίγο τα δύο περίπτερα και κοιτώ την πλήρη καταστροφή αυτού του πανέμορφου χώρου.
Εδώ έπρεπε να βρίσκονται τα πιο γραφικά και απλά καφενεδάκια με ντόπιους μεζέδες και ζωντανή μουσική.
 


Ένα παραδοσιακό καφενείο με μυρωδάτο ελληνικό καφέ στη χόβολη και κέρασμα μαστίχα υποβρύχιο ροδίτικη και λουκουμάκι τριαντάφυλλο. Ροδίτικα κουλουράκια μοσχομυριστά και αρχαγγελίτικα ξεροτήγανα να προκαλούν τις αισθήσεις των περαστικών.

Έχω ακριβώς την εικόνα στο μυαλό μου αυτού που ονειρεύομαι και ''ξυπνώ'' λες από εφιάλτη μόλις αντικρίζω τη βρόμικη ατμόσφαιρα γύρω, τα απεριποίητα καταστήματα και τις κακόγουστες πλαστικές εικόνες των γευμάτων που διαφημίζονται γύρω. Πόσο άδικο… ο άνθρωπος να έχει το διαμάντι στα χέρια του και να το περνά για βόλο που παίζουν τα παιδιά, αγνοώντας, επιδεικτικά και απροκάλυπτα την αξία του!

Η ησυχία που επικρατεί το Κυριακάτικο αυτό πρωινό είναι πρωτόγνωρη, αν σκεφτεί κανείς το πλήθος κόσμου που περιφέρεται εκεί το καλοκαίρι. Τα καταστήματα κλειστά και οι δρόμοι σχεδόν άδειοι.
Βλέπω την θάλασσα και χάνεται η σκέψη μου στο απέραντο γαλάζιο. Τα καραβάκια ξεκουράονται από τα αγκυροβόλια τους τα καθημερινά, τα ελαφάκια στο βάθος έτοιμα να τρέξουν και να αναστήσουν το άλλοτε χαρούμενο παρκάκι τους και τα χαμένα αδέλφια τους.

Ο Ευαγγελισμός μοιάζει σαν εικόνα μαγική βγαλμένη από παραμύθια με ιππότες και ωραίους καβαλάρηδες και η Νομαρχία φαντάζει σαν δαντέλα κηπουρ στο μπούστο μιας αρχόντισσας Ροδίτισσας, που έχει πλεγμένα τα μαλλιά της με αράπικο φούλι και περιμένει τον ιππότη της να την πάει πέρα...στη Σωκράτους, στο κάστρο του το ξακουστό.

Βλέπω το ΑΚΤΑΙΟΝ που επαναλειτούργησε ύστερα από τόσον καιρό και θυμάμαι τη διαδρομή που έκανα αρκετές φορές την εβδομάδα για να συναντήσω τον πατέρα μου μετά το σχόλασμα από την Ακαδημία, στο Δικαστικό Μέγαρο.

Τα παγκάκια στέκουν διάσπαρτα εδώ και εκεί κι εγώ αποφασίζω να καθίσω σε ένα και να μην πάω απέναντι στην καφετέρια να διαβάσω την εφημερίδα μου. Είναι παράξενα όταν κάθεσαι έτσι απλά, χωρίς σκοπό, στο παγκάκι που βρέθηκε στο δρόμο σου. Κοιτάς τον κόσμο από μακριά, είσαι αποστασιοποιημένος από όλους και όλα και νιώθεις μία ανάλαφρη διάθεση, μια ξεγνοιασιά.

Τα χρόνια περνούν, μα οι άνθρωποι δεν αλλάζουν σκέφτομαι κι αυτό το βρίσκω άδικο.

Οι άνθρωποι πρέπει να εξελισσόμαστε, να τρωγόμαστε με τη σάρκα μας, να γινόμαστε κομμάτια και να επανασυνδεόμαστε!Μόνο έτσι ζεις, μόνο έτσι υπάρχεις. Όταν μεγαλώνεις κοντά στην θάλασσα το μυαλό σου είναι πιο ανοικτό, το πλανεύει η ξελογιάστρα, ''η μεγάλη πράσινη'' μου έρχεται στο νου, της Ευγενίας Φακίνου, ένα βιβλίο που μου χάρισε μία άλλη Ευγενία των εφηβικών μου χρόνων, μία σωστή Σπαρτιάτισσα.

Υπάρχουν άνθρωποι που σημαδεύουν την ύπαρξή μας μ'έναν τρόπο ανεξίτηλο, χωρίς να ξέρεις το γιατί, το πώς, το τι. Ένας από αυτούς ήταν κι εκείνη. Με τα διάφανα μπλε μάτια της να με κοιτάζουν, μίλησε με πάθος για τη ''Μεγάλη πράσινη'' είναι όλες οι τολμηρές ιδέες που δεν πραγματοποιήσαμε. Όλα τα περιπετειώδη ταξίδια που δεν κάναμε. Όλοι οι έρωτες που ονειρευτήκαμε.

Η μεγάλη πράσινη είναι η ελπίδα ότι κάποτε θα τολμήσουμε. Σήμερα στην τάξη μου δίδασκα το ταξίδι του Μεγάλου Αλέξανδρου...την ανοικτή πράσινη πελαγίσια θάλασσα που οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι τη φοβήθηκαν, έπλεαν τον Νείλο αλλά εκεί δεν τόλμησαν. Δεν έγιναν ποτέ θαλασσοπόροι. Έβαλαν τους Κρήτες να τους κάνουν το εμπόριο και τη ναυτιλία.

Αυτή είναι, λοιπόν, η ''μεγάλη πράσινη''. Το όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε, αυτό που κάνει την καρδιά σου να σκιρτά μα δεν το έχεις στην αγκάλη σου... Πόσο εύκολα χάνομαι στις ίδιες τις σκέψεις μου και πόσοι συνειρμοί ταλανίζουν το μυαλό μου και ταρακουνούν τις αισθήσεις μου.

Θέλω να γίνω θαλασσοπόρος, να παλέψω με τα κύματα, να χτυπηθώ στο κατάρτι του ουρανού, να κινδυνεύσω να χαθώ, να αναμετρηθώ με τις ανθρώπινες δυνάμεις!

Η ώρα πέρασε και λιγοστεύει ο χρόνος που έχουμε να γυρίσουμε στο σπίτι του παππού. Προχωρώ προς το Νεόριο και σκοντάφτει το βλέμμα μου στους Μύλους των καιρών, χρόνων αλλοτινών που στέκουν εκεί ανεμίζουν θύμησες και ονείρατα, οράματα και πόθους.

Τα ίδια τα παγκάκια στέκουν αναλλοίωτα στον χρόνο, ριζωμένα στο έδαφος λες και θέλουν να κρατούν σφικτά όλα όσα άκουσαν, αισθάνθηκαν, ψυχανεμίστηκαν στο πέρασμα του χρόνου, κομμάτια αναπόσπαστα της ύπαρξής σου, της ζωής σου, της θλίψης σου και της χαράς σου...

Περνούν τα χρόνια και τι σύμπτωση...σήμερα πέρασε άλλος ένας χρόνος από τη ζωή μου, 19 Νοέμβρη κι είναι τα γενέθλιά μου και κοίτα...στέκω εδώ, στο χώμα που με γέννησε και γύρω μου μυρίζει έντονα η σάρκα των προγόνων μου και έχω την πεποίθηση ότι σ'αυτό το σημείο, τα παγκάκια μού είναι γνώριμα, ίσως να ξέρουν και το όνομά μου...Όταν φτάνω στο ξέφωτο νιώθω το μέσα μου να φεύγει και η σκέψη μου να τρέχει από κάπου να πιαστεί.

Το αυτοκίνητο που πάει να σταθμεύσει στον άδειο δρόμο, έχει ανοικτά παράθυρα κι απλώνεται πέρα ως πέρα η φωνή ενός αγαπημένου...
''...Δεν ξέρεις τι είναι παγωνιά
βραδιά χωρίς φεγγάρι
να μην γνωρίζεις ποια στιγμή
ο πόνος θα σε πάρει.
Ποτάμι μέσα μου πικρό
το αίμα της πληγής σου
και από το αίμα πιο πικρό
στο στόμα το φιλί σου...''
Δημήτρης Χριστοδούλου

Ίσως είναι πεσιμιστικό για κάποιους, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτά τα λόγια, αυτοί οι βράχοι συναισθημάτων και ταυτόχρονα λάβες ηφαιστείων, θα μπορούσαν να γραφτούν κάτω από άλλο ουρανό, να μελοποιηθούν εμπρός σε άλλο πέλαγο...

Ζούμε σε μια χώρα μαγική, χώρα παραμυθένια...μόνο που κάπου χάσαμε τον προσανατολισμό μας. ''Προσανατολισμοί'' του Ελύτη, ''Παράθυρα'' του Καβάφη, ''Άβυσσος'' του Καζαντζάκη....

Αποχαιρετώ τις σκέψεις μου και το ιμπρεσιονιστικό τοπίο γύρω μου και φεύγω ευτυχισμένη, γεμάτη αναμνήσεις και αισθήματα.

«Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο - ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο.»
“Ζορμπάς” Νίκος Καζαντζάκης

Αφιερωμένο στους ονειροπόλους,
σ'αυτούς που ξαποστάζουν τα ''πάθια'' τους
έστω και μια φορά σε ένα παγκάκι και...
...σ'αυτούς που γίνονται οι ίδιοι παγκάκια 
για να αντέξουν άλλοι την ίδια τη ζωή τους.