Μια επιγραφή στη νήσο Ρω…

Γράφει ο Γιάννης Φλεβάρης
Αντιπεριφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου

 

Μια μέρα περπάτησα στη νήσο Ρω… Άναψα κεράκι στον τάφο της Δέσποινας Αχλαδιώτη, της Κυράς της Ρω και προσκύνησα στο εκκλησάκι του Άη Γιώργη στο μικρό λιμάνι.

Μετά αφού κοίταξα το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, στάθηκα μπροστά σε μια επιγραφή. Την κοίταξα, διάβασα τι έγραφε και απομακρύνθηκα σιωπηλός. Από τότε κάθε φορά που πάω στη Ρω, πηγαίνω εκεί και στέκομαι μπροστά της ακούγοντας όλα αυτά που θα μου έλεγε αν είχε στόμα και ομιλία.

Ήταν μια από αυτές τις επιγραφές που δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο, που τις βλέπουμε συνεχώς μπροστά μας, σε δρόμους, πλατείες, γέφυρες, φράγματα, λιμάνια, αρχαιολογικούς χώρους, νοσοκομεία, σχολεία, ακόμα και καταμεσής του πιο απομακρυσμένου σημείου.

Όλοι κατά κανόνα την προσπερνούμε και όποιος κατ’ εξαίρεση στρέψει το βλέμμα, δεν εστιάζει ιδιαίτερα στο περιεχόμενο και στους αριθμούς που αναφέρονται. Με δυο λόγια είναι μια από τις επιγραφές αυτές, τις ανάξιες λόγου, στην σημερινή παρακμιακή πραγματικότητα και στον τρόπο σκέψης που διαμορφώθηκε στο μεταπολιτευτικό, βαλκανικό και από πολλές πλευρές αρνητικά ιδιόμορφο και ιδιαίτερο νεοελληνικό μας κράτος.

Ποτέ δεν μας έμαθε κανείς, ούτε μας δίδαξε, ούτε μας είπε δυο λόγια για επιγραφές σαν και αυτή που στέκεται αμίλητη μπροστά μου στα ιερά χώματα της νησιωτικής μας πατρίδας και της Δωδεκανήσου μας, στη νησίδα Ρω. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μας εξηγήσει, να μας προετοιμάσει και να μας εκπαιδεύσει, πώς να την βλέπουμε και πώς να προσπαθούμε να τοποθετηθούν πολύ περισσότερες σε όλα τα σημεία του χάρτη.

Αν και στέκεται η επιγραφή επιβλητική, έξω από σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα σε εμφανές και προβεβλημένο σημείο, καλοφτιαγμένη, ευδιάκριτη, με σημαιάκια και μεγάλα γράμματα, ποτέ δεν μπήκε μέσα στο σχολείο. Παρέμεινε να στέκει στον αυλότοιχο και στο δρόμο ίσως επειδή έτσι απλά έπρεπε να μπει. Αλλιώς ούτε καν θα υπήρχε, ούτε θα την φωτογράφιζα, ούτε και θα στεκόμουν μπροστά της.

Είναι η γνωστή επιγραφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης που αφορά το επιχειρησιακό πρόγραμμα των νησιών του Αιγαίου. Η συγκεκριμένη γράφει στην ονομασία του έργου που πραγματοποιήθηκε «Αποκατάσταση – Διαμόρφωση Ακρόπολης Παλαιοκάστρου Μεγίστης και Αρχαίου Οχυρού Ρω».

Είναι το ΕΣΠΑ. Αυτό που δεν υπάρχει σαν μάθημα στα σχολεία και που όλοι μας, λίγο πολύ, από τα μαθητικά μας χρόνια θεωρούμε κάτι δεδομένο που με «αυτόματο» τρόπο χρηματοδοτείται και πραγματοποιείται (…). Γράφει ακόμα για τον προϋπολογισμό και το ποσό στο οποίο ανέρχεται, τον ανάδοχο που είναι η ΚΒ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και ακόμα πιο κάτω «με την συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι τελευταίες τρεις λέξεις είναι «Στηρίζει ότι αξίζει».

 

 

Πήγα και ακούμπησα την επιγραφή σα να ήθελα να την χαιρετίσω. Κούνησα το κεφάλι και έφυγα σκεπτικός. Πριν φύγω χαμογέλασα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά γιατί εκεί στο πιο απομακρυσμένο σημείο της Ελληνικής γης και της Ευρώπης είχε πραγματοποιηθεί έργο του ΕΣΠΑ με Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και με βαθύτατο συμβολισμό για το που βρίσκονται τα σύνορά μας, η Εθνική μας κυριαρχία και η Ελληνική ΑΟΖ και πως η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαιώνει την χρηματοδότηση έργων στα ιερά αυτά χώματα.

Το μάθημα του ΕΣΠΑ πρέπει να μπει στα σχολεία. Μπορεί να αλλάξει η νοοτροπία μας μέσα από την εκπαίδευση και την παιδεία. Είναι δυνατόν να αυξηθεί η απορροφητικότητα των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των σχετικών κονδυλίων μέσα από την κατεύθυνση εξειδίκευσης του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας αλλά και του Πολιτικού προσωπικού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συνολικά της Δημόσιας Διοίκησης και αντίστοιχα των στελεχών που εργάζονται για το κράτος, τις Περιφέρειες και τους Δήμους.

Είναι επιβεβλημένο, νομικά και ηθικά, αλλά κυρίως είναι ορθό και δίκαιο να αναφέρεται η πηγή της χρηματοδότησης παντού, σε όλα τα έργα, σε όλες τις Ευρωπαϊκές συγχρηματοδοτήσεις, σε όλες τις ανακοινώσεις, τα εγκαίνια και σε κάθε αναφορά για τα έργα που χρηματοδοτούνται. Κάτι διαφορετικό δεν επιτρέπεται και πάνω απ’ όλα δεν είναι σωστό, απλά διαιωνίζει την παρωχημένη κοντόφθαλμη και παλαιομικροπολιτική νοοτροπία που μας οδήγησε ως εδώ, ως το κραχ, την χρεοκοπία και τα ανοικτά θέματα σε σοβαρά ζητήματα και στους περισσότερους τομείς μηδέ εξαιρουμένων και των Εθνικών θεμάτων.

Στο τελευταίο δημοψήφισμα, ψήφισα ναι. Ναι στο Ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας και στη συμμετοχή σε όλους τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το ναι έχασε. Ποτέ δεν αρνήθηκα την ψήφο μου και δεν μετάνιωσα ποτέ. Η ήττα κάποιες φορές είναι τιμή. Κέρδισε το όχι. Στη συνέχεια το όχι έγινε ναι. Η ιστορία καταγράφηκε και δεν περιμένει τον ιστορικό του μέλλοντος να την καταγράψει όπως συνηθίζουν να λένε οι πολλοί. Την ιστορία την ξέρουμε όλοι. Έχει γραφτεί ήδη. Αυτό που δεν έχει γραφεί είναι το «τι μέλλει γεννέσθαι».

Σέβομαι και τιμώ όσους είπαν όχι, όπως οι περισσότεροι φίλοι μου. Τους λόγους μου τους είπαν και ευσταθούσαν σε σημαντικό βαθμό, καθώς έτσι ένιωθαν τότε. Ήταν ίσως μια συναισθηματική έκρηξη κατά της απολύτως εσφαλμένης πολύπλευρης και πολυεπίπεδης πίεσης που αδικαιολόγητα μας ασκήθηκε από παντού. Είπαν όχι, φτάνει ως εδώ. Όλοι το νιώσαμε. Κάποιοι στάθηκαν σε αυτό. Αυτό είναι το νόημα που κυρίως έχω αποδώσει αλλά όλα πλέον είναι ιστορία.

Σήμερα όλοι μαζί, είτε ξεκινάμε από το ναι είτε από το όχι εκείνης της εποχής του πρόσφατου χθες, πρέπει ενωμένοι να βαδίσουμε μπροστά. Γιατί είμαστε Έλληνες και αγαπάμε την Ελλάδα.

Γράφω αυτές τις γραμμές στην επέτειο της 25η Μαρτίου. Την ώρα αυτή που στέκομαι μπροστά στην επιγραφή της Ρω, η Τουρκία έχει αποκλείσει με μία ακόμη Navtex και δεσμεύει την περιοχή του Καστελλορίζου, ως απάντηση στην Ευρωπαϊκή καταδίκη των προκλητικών ενεργειών της σε Αιγαίο και Κυπριακή ΑΟΖ. Ο υδρογραφικός σταθμός του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού εξέδωσε οδηγία προς ναυτιλλομένους, με την οποία αποκλείει την Μεγίστη και τη Ρω για τη διεξαγωγή άσκησης έρευνας και διάσωσης, στις 27 Μαρτίου, από τις 12 το μεσημέρι έως τις 16:00 το απόγευμα, δημιουργώντας ένταση και αυξημένη επιφυλακή στο Αιγαίο.

Το νόημα της 25ης Μαρτίου 1821 είναι διαχρονικό και τα αποτελέσματα του νικηφόρου αγώνα των ηρώων μας πρέπει να διατηρούνται και να επιβεβαιώνονται στο σήμερα της κάθε στιγμής του ελεύθερου βίου μας. Ας γιορτάσουμε την επέτειο της Επανάστασης και του σηκωμού του γένους μας, ορίζοντας τον αγώνα των προγόνων μας ως πρότυπο και ως στόχο, διατήρησης, διαφύλαξης και προάσπισης της Εθνικής μας ανεξαρτησίας που ποτέ δεν έπαψε να κινδυνεύει και γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να σηκώσουμε το σπαθί και το όπλο εκείνων που βροντοφώναξαν τότε «Ελευθερία ή Θάνατος».