Μια καλή κουβέντα...

Πόση ανάγκη έχει άραγε ο καθένας μας να ακούσει μια «καλή» κουβέντα από τον συνάνθρωπό του; Μια κουβέντα αποδοχής, αναγνώρισης, εκτίμησης, θαυμασμού, ενθάρρυνσης, ευγνωμοσύνης; Γιατί τόση δυσκολία στις μέρες μας να ειπωθούν αυτές οι λέξεις; Γιατί βγαίνουν πιο εύκολα οι λέξεις εκείνες που μειώνουν, θίγουν, προσβάλλουν, υποτιμούν, υπονοούν, κατηγορούν;

Οι ανθρώπινες σχέσεις αιμορραγούν...  Δεν έχουμε «εκπαιδευτεί» στο να αναγνωρίζουμε το καλό. Το προσπερνάμε, το απαξιώνουμε, το θεωρούμε δεδομένο. Δεν έχουμε εκπαιδευτεί στο διάλογο, στην αυτοκριτική, στην παραδοχή. Κυριαρχεί ο μονόλογος, η δική μας μόνο ερμηνεία, η εγωιστική μας ανάγκη να έχουμε «δίκιο».

Να δούμε και να εστιάσουμε σε αυτό που θέλουμε εμείς, χωρίς να δούμε το «όλο», χωρίς να δούμε τη «δράση-αντίδραση», χωρίς να παραδεχτούμε τη δική μας συμμετοχή. Σπανίζουν οι άνθρωποι που ξεκινούν να μιλάνε λέγοντας πρώτα που φταίνε εκείνοι και μετά όλοι οι άλλοι... Το πιο σύνηθες είναι να ακούσεις ότι για όλα φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι εκτός από εσένα...

Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν μπορούσαμε να δούμε πρώτα το καλό στον άλλο άνθρωπο. Να νιώσουμε ευγνωμοσύνη για αυτό. Να του το πούμε. Να το κρατήσουμε σαν ανάμνηση, σαν παρακαταθήκη. Να το θυμηθούμε μπροστά σε κάθε δυσκολία, σε κάθε αμφιβολία, σε κάθε σύγχυση... Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν δεν είχαμε τόση ανάγκη να κατηγορήσουμε οτιδήποτε απέχει από τη δική μας κοσμοθεωρία.

Παντού γύρω σου «κακίες», παράπονα, γκρίνια, διαμαρτυρία για όλα όσα δεν έκανες, για όλα όσα δεν είπες, για όλα όσα δεν είσαι. Σχεδόν καμία αναφορά σε αυτά που έκανες, που προσπάθησες, που ενθάρρυνες, που διευκόλυνες, που υποστήριξες.
Γιατί αυτά ίσως θεωρούνται αμελητέα, ασήμαντα, ξεχασμένα ή και αυτονόητα. Κι αναρωτιέσαι ειλικρινά τι έχει αξία πια. Κι αν έχει νόημα να υπενθυμίσεις ή να εξηγήσεις το προφανές για εσένα...

Ό,τι και να πούμε, όμως, το μόνο σίγουρο είναι ότι οι «καλές» κουβέντες δεν εκβιάζονται, δεν είναι αποτέλεσμα ατέρμονων αναλύσεων, ούτε παρακλήσεων. Οι «καλές» κουβέντες όταν είναι πηγαίες και αυθεντικές, ρέουν, είναι γενναιόδωρες και προκύπτουν αβίαστα. Είναι προβολές αυτού που είμαστε και αυτού που εστιάζουμε.

Είναι η στάση μας απέναντι στη ζωή, στους ανθρώπους. Κάποιοι συνειδητά ή μη βλέπουν πρώτα το αρνητικό, την έλλειψη, το κενό, ενώ κάποιοι άλλοι εκτιμούν το παραμικρό που τους δίνεται. Κάποιοι δεν μένουν σχεδόν ποτέ ικανοποιημένοι με τίποτα και πάντα έχουν κάτι τρωτό να επισημάνουν, ενώ κάποιοι άλλοι νιώθουν ευγνώμονες για ό,τι όμορφο τους περιβάλλει.

Η «καλή» κουβέντα δεν είναι σημαντική μόνο για αυτόν που την ακούει, αλλά δηλώνει και πολλά για εκείνον που τη λέει.
Δηλώνει την ποιότητά του. Μη συμπλεγματικός, γενναιόδωρος, θετικός, αισιόδοξος, καλοπροαίρετος, με ενσυναίσθηση, με κατανόηση. Δεν έχει ανάγκη να επιπλήττει, να ασκεί κριτική, να υποβαθμίζει. Αποδέχεται τη διαφορετικότητα και τη σέβεται.

Το καλύτερο από όλα είναι ότι ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να σε κάνει να νιώσεις «σημαντικός» παρά τα όποια ελαττώματά σου.
Σε κάνει να νιώσεις ότι μαζί του μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, χωρίς να χρειάζεται να απολογείσαι για κάτι που δεν του αρέσει... Πόση αίσθηση ελευθερίας; Πόση αγάπη μπορεί να εμπεριέχει μια τέτοια στάση;

Όλοι μας γυρεύουμε τέτοιους ανθρώπους...μια ζωή... Μια «καλή» τους κουβέντα είναι ικανή να μας δώσει δύναμη, αυτοεποίθηση, σιγουριά, ελπίδα. Μια «καλή» τους κουβέντα μπορεί να ελαφρύνει το βάρος μας, τον πόνο μας, την κούρασή μας, την απόγνωσή μας... Που βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι; Γιατί ολοένα και σπανίζουν; Γιατί τόσος κυνισμός, τόση καυστικότητα, τόση σκληρότητα, τόση κακία;

Γιατί η πλειοψηφία ψάχνει τόσο απροκάλυπτα να σου καταλογίσει το λάθος σου, το άδικό σου, την ιδιοτροπία σου; Χωρίς, βέβαια, να αναλογιστεί και να ζυγίσει τη συνολική διαδρομή σου, την προσφορά σου, τις υποχωρήσεις και τις υπερβάσεις που έχεις κάνει. Καμία ανοχή στο δικό σου, στην οπτική σου, στην αιτιολόγησή σου. Ωστόσο, όταν η «καλή» κουβέντα δεν έρχεται από μόνη της, ξέρεις βαθιά μέσα σου ότι δεν τη χρειάζεσαι πια.

Δεν έχεις ανάγκη τη φιλοφρόνηση για τη φιλοφρόνηση. Δεν την έχεις ανάγκη για το «Εγώ» σου. Τη χρειάζεσαι κυρίως για να νιώσεις ότι εκείνος που τη λέει κατάφερε και είδε κάτι μέσα σου, μπήκε στον κόπο να νιώσει και να ερμηνεύσει κάτι μέσα από τα δικά σου μάτια... Μπήκε στον κόπο να ψάξει το «καλό»... Ανεκτίμητο στις μέρες μας...