Μεσαιωνολόγιο: Η διαπόμπευση  και η λεκτική της κληρονομιά

Της Αννας Αχιολά
info@medievalfestival.gr

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …
Τι ιστορία, αλήθεια, κουβαλάνε δημοφιλείς εκφράσεις και λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα; Τι μαρτυρούν; Πόσο βάρος σηκώνουν; 

Μία άγνωστη κληρονομιά που περιμένει να μας αποκαλύψει τα μύχια μυστικά της, μας ενέπνευσε να δημιουργήσουμε το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ της Ρόδου, μία ιστορική αναβίωση στη Μεσαιωνική Πόλη, το τελευταίο Π/Σ/Κ του Μάη. 

Αυτή τη χρονιά θα αναβιώσουμε τη Διαπόμπευση. 

Μία πρώτη γεύση θα πάρετε από αυτήν εδώ τη στήλη…

Στο μεσαιωνικό κόσμο οι «ευφάνταστες» δημόσιες τιμωρίες για την απόδοση δικαιοσύνης, όπως την εννοούσαν εκείνη την εποχή, ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν δε ήταν πολύ σκληρές και τα κριτήρια συνήθως υποκειμενικά, ενώ η Ρόδος δεν αποτελούσε εξαίρεση, όπως μαρτυρούν οι πηγές.  
Φυσικά, πρώτοι στο στόχαστρο, όπως όριζαν οι χριστιανικές αρχές, ήταν οι πόρνοι και οι πόρνες, με την ευρύτερη όμως έννοια, καθώς οι όροι αυτοί δεν αναφέρονταν μόνο σε όσους επιδίδονταν σε επί χρήμασι σεξουαλικές πράξεις αλλά σε ένα ευρύτερο φάσμα σεξουαλικών δραστηριοτήτων (μοιχεία, ομοφυλοφιλία, συνεύρεση με αλλόθρησκους, παιδεραστία κλπ).

Θα περίμενε κανείς πως θα ήταν γενικώς αξιόποινη η κατ’ επάγγελμα πορνεία, αλλά τούτο φαίνεται πως συνέβαινε μόνο αν μία γυναίκα δημόσια (πάνδημη) σύναπτε σχέσεις με παντρεμένο άντρα. Σε διαφορετική περίπτωση, το βυζαντινό κράτος «περί άλλων ετύρβαζεν», αφού άλλωστε ήταν επικερδής η επιχείρηση του σωματικού εμπορίου και φορολογούνταν! 

Η πιο διαδεδομένη μέθοδος τιμωρίας ήταν η διαπόμπευση ή πομπή (εξού και η έκφραση «είδαμε τις πομπές σου») ή συγύρισμα (γι’ αυτό λέμε σήμερα «θα σε συγυρίσω») και ένας γνωστός τρόπος εκτέλεσης της ήταν η περιφορά πάνω σε ψωραλέο γάιδαρο, όπου ο διαπομπευόμενος καθόταν ανάστροφα (από εκεί προήλθε και το επίθετο «ξανάστροφος») κρατώντας την ουρά του γαϊδάρου.

Πολλές φορές του φορούσαν στο κεφάλι κάποιο σακί ή καλάθι και του πετούσαν σκουπίδια, αποφάγια ή ακόμα και περιττώματα κι έτσι προέκυψε η έκφραση «θα σε χέσω», η οποία προφανώς τότε δεν ήταν απλώς ένα σχήμα λόγου … Άλλες φορές πάλι τον έφτυναν, γι’αυτό ήταν και «κατάπτυστος».

Για την διαπόμπευση ο διαλαλητής απηύθυνε πρόσκληση στο λαό, για συμμετοχή, με «αγγελήματα» δηλ. με τυμπανοκρουσίες, από όπου προέκυψε το «ο κόσμος το ‘χει τούμπανο».... ή με βούκινο, που μπορεί να ήταν σάλπιγγα ή κέρατο βοδιού - εξού και η φράση «γίνηκε βούκινο» - ενώ συχνά στον περιφερόμενο κρέμαγαν κουδούνια  - απ’ όπου και η γνωστή έκφραση. Ταυτόχρονα χτυπούσαν οι καμπάνες, γι’ αυτό έμεινε να λέμε σήμερα: «γρήγορα θα ακούσεις την καμπάνα σου».

Επίσης, η διαπόμπευση μπορεί να περιλάμβανε κούρεμα εν χρω και αποσβόλωμα δηλ. ο εμπαιγμός και η γελοιοποίηση του περιφερόμενου με το πασάλειμα του με ασβόλη (καπνιά), απ’ όπου έμεινε και η έκφραση «αποσβολώθηκε, έμεινε αποσβολωμένος» (εννοείται από την ντροπή του).

Αυτό λεγόταν αλλιώς και «μουζοστακτοσύναις» δηλ. πισάλλειμα με στάχτη και ακαθαρσίες στο πρόσωπο, με τα δάχτυλα της παλάμης ανοικτά, έτσι που τύφλωναν τον διαπομπευόμενο. Από εκεί πήρε το όνομα της και η πλέον δημοφιλής Ελληνική χειρονομία «μούντζα» (=μουντό χώμα), τους δε διαπομπευόμενους τους ονόμαζαν μουζιάρηδες.

Άλλες ονομασίες που συνηθίζονταν για τις διαπομπευόμενες πόρνες ήταν: κούρβες, βρώμες, μαλαφρανζιασμένες, αναμαλλιάρες, ξετσίπωτες, σουρτούκες, χαλασμένες, γεβεντισμένες (χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στα Επτάνησα), βορτούδες δηλ αυτές που γυρνούν στους δρόμους, θολοενές δηλ. αυτές που στέκονται κάτω από τους θόλους και πολλά άλλα.

Μετά τον εξευτελισμό του, ο διαπομπευθείς ή εξοριζόνταν άρα «έπαιρνε των ομματιών του» δηλ. πήρε το όνειδος (=ρεζίλικι), των ματιών του - την τύφλωση - ή καταδικάζονταν σε καταναγκαστική κωπηλασία (κάτεργο) και λεγόταν «κατεργάρης» ή κατέληγε στα μεταλλεία σε καταναγκαστικά έργα (επίθετα: Μεταλλίδης, Μεταλληνός) ή τέλος στη χειρότερη … θανατώνονταν. 

Όσο για τις μοιχαλίδες ή τους μοιχούς, συχνά χρησιμοποιούταν η pietra vituperis, (πέτρα σε σχήμα κόλουρου κώνου) πάνω στην οποία τοποθετούσαν την berlina, δύο επιμήκη ξύλα με τρεις οπές για τα χέρια και το λαιμό, όπου οι διαπομπευόμενοι αιχμαλωτίζονταν και υφίσταντο αμέτρητους εξευτελισμούς και αν επρόκειτο για γυναίκα θα κατέληγε τελικά σε κακόφημο σπίτι ή … σε μοναστήρι. Όσον αφορά την ομοφυλοφιλία, τιμωρούνταν με βασανιστήρια, εξευτελισμό και εξορία όπως στην περίπτωση του Ησαΐα της Ρόδου και στη χειρότερη περίπτωση με αποκοπή του καυλού και θάνατο. 

Από κάποιες μορφές διαπόμπευσης όμως δεν εξαιρούνταν και άλλοι εκπεσόντες σε εγκλήματα ή παραπτώματα όπως αυτοί που έκλεβαν, μεθούσαν, πρόδιδαν, κουτσομπόλευαν ή ακόμα φλυαρούσαν αλλά και σημαντικά πρόσωπα που εξέπιπταν του αξιώματός τους όπως στρατηγοί, πατριάρχες ή ενίοτε και αυτοκράτορες.

Η ατιμωτική διαδικασία σε αυτές τις περιπτώσεις συνοδευόταν ανάλογα, με μαστίγωση, κουρά,  ρινότμηση (κόψιμο της μύτης), κόψιμο των αυτιών (σήμερα υπάρχει ακόμα η απειλή «θα σου κόψω τ’ αυτιά») .... και  άλλα σκληρά βασανιστήρια. Μια ηπιότερη ποινή ήταν το σημάδεμα με πυρωμένο σίδερο. Οι κλέφτες ειδικότερα σφραγίζονταν στο μέτωπο με πυρακτωμένη σφραγίδα, αν είχαν συλληφθεί για πρώτη φορά. Σε περίπτωση υποτροπής, η συνήθης κατάληξη ήταν ο ακρωτηριασμός. 

Η κουρά, δηλαδή το κούρεμα ήταν άλλη μία τιμωρία, ήπια μεν, αλλά αποτελούσε μεγάλη προσβολή για τον ένοχο. Ο τιμωρημένος γινόταν σαν «κουρέμενο γίδι» ή «κουρόγιδο» που αργότερα μετατράπηκε σε κορό(γ)ιδο και μετά σε «κορόιδο».

Φυσικά, υπήρχαν και οι τιμωρίες της εξορίας και της δήμευσης των περιουσιακών στοιχείων, που συνεπάγονταν την ηθική απαξία και την οικονομική εξαθλίωση του τιμωρούμενου, πολλές φορές άδικα και με κύριο σκοπό οι διώκτες να καρπωθούν την περιουσία του.

Φυσικά, υπήρχαν και οι περιπτώσεις αυτών που την γλύτωναν και έβγαιναν αθώοι, (από το δικαστήριο) οπότε έμεναν χωρίς μουζιές και άλλα τέτοια «στολίδια», άρα το πρόσωπο τους ήταν λευκό και καθαρό γι’ αυτό λέγονταν ασπροπρόσωποι ή καθαροί και έμεινε να λέμε έως σήμερα «την βγάλαμε καθαρή» ή «βγάλε με ασπρόσωπο».

Όλες αυτές οι γνωστές εκφράσεις, συνδεόμενες με ένα κοινό, σκαιό γεγονός, τη Διαπόμπευση. Έτσι, για να ξέρουμε τι λέμε … 

Πηγές: ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ Φ., ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, 2ος ΤΟΜΟΣ, ΕΚΔ. ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ
ΗΛΙΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ, ΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ - ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ, ΕΚΔΟΤ. ΑΘΗΝΩΝ
WIKIPEDIA.ORG – ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΔΙΚΑΙΟ