Λεξιστορείν: Ο ψόφος!

Η λέξη ψόφος προέρχεται από το ρήμα ψοφώ = κάνω θόρυβο, παράγω άναρθρο ήχο ή κρότο.

Σιγά-σιγά η λέξη περιόρισε τη σημασία της στο θόρυβο που κάνει ένα ζώο ή ένας άνθρωπος, όταν πέφτει πεθαίνοντας.

Έτσι και το παράγωγο ουσιαστικό ψοφίμι απέκτησε σταδιακά τη σημασία του νεκρού ζώου.

Από την ίδια ρίζα και η  λέξη ψόφος = το έντονο, το «θανατηφόρο» κρύο.