Αθώοι και οι δύο για την πώληση οχημάτων και ανταλλακτικών

Αθώοι κρίθηκαν χθες από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου δύο υπάλληλοι σε επιχείρηση απόσυρσης και ανακύκλωσης αυτοκινήτων, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι πουλούσαν εν αγνοία του ιδιοκτήτη της εταιρείας, σε τρίτους οχήματα και ανταλλακτικά τα οποία είχαν αποσυρθεί και προορίζονταν για καταστροφή.

Η υπόθεση πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης όταν το φθινόπωρο του 2012 ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης διά του δικηγόρου του κ. Εμμανουήλ Κουτσούκου, κατέθεσε μήνυση κατά των δύο υπαλλήλων του με αποτέλεσμα να ασκηθούν σε βάρος τους διώξεις για πλαστογραφία μετά χρήσεως, απάτη, υπεξαίρεση και απιστία κατά συναυτουργία και κατά εξακολούθηση.

Χθες η υπόθεση εκδικάστηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου και το δικαστήριο κάνοντας δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του συνηγόρου υπεράσπισης κ. Γιώργου Κακακιού απάλλαξε από τις κατηγορίες τους δύο υπαλλήλους κρίνοντάς τους αθώους. Μάλιστα και στην πρότασή του ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε την αθώωσή τους για όλες τις πράξεις καθώς όπως τόνισε μεταξύ άλλων δεν προκύπτουν στοιχεία τέλεσης από μέρους τους, και μόνο για την κατηγορία της υπεξαίρεσης ζήτησε και για αυτήν την απαλλαγή τους, όμως λόγω αμφιβολιών.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έγκληση που κατατέθηκε στην δικαιοσύνη από τον ιδιοκτήτη, η επιχείρηση στήθηκε το 2008 και σε αυτήν προσελήφθησαν και εργάζονταν μία κοπέλα η οποία ήταν υπεύθυνη για τις διοικητικές διατυπώσεις, την επικοινωνία με τους πελάτες και τη διαχείριση του ταμείου καθώς και ένας άνδρας που είχε αναλάβει την φωτογράφηση και τη προώθηση στη καταστροφή των παραλαμβανομένων αυτοκινήτων.

Και οι δύο υπάλληλοι μαζί φέρονται να συνυπέγραφαν το σχετικό πιστοποιητικό καταστροφής. Τον Οκτώβριο του 2009 ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο και χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο της Ρόδου ενώ στη συνέχεια αναχώρησε για τον εξωτερικό.

Μάλιστα για λόγους αποκατάστασης της υγείας του ο ίδιος χρειάστηκε να ταξιδεύει στο εξωτερικό και να παραμένει εκεί για αρκετό διάστημα τουλάχιστον δέκα φορές το χρόνο. Την κατάσταση αυτή, αναφέρεται στη μήνυση, κατηγορούνταν ότι «εκμεταλλεύθηκαν» οι δύο υπάλληλοι οι οποίοι έστησαν τη «δική τους» επιχείρηση μέσα στην ήδη υπάρχουσα επιχείρηση του συμπατριώτη μας, χωρίς μάλιστα έξοδα.

Σύμφωνα με την καταγγελία, οι δύο υπάλληλοι φέρονταν να πουλούσαν εν αγνοία του ιδιοκτήτη, και εντελώς παράνομα για δικό τους λογαριασμό χωρίς παραστατικά και λοιπά στοιχεία, είτε αυτοκίνητα που είχαν αποσυρθεί και προορίζονταν για καταστροφή, είτε μηχανές και άλλα χρήσιμα ανταλλακτικά που αφαιρούσαν παράνομα. Τα χρήματα δε που αποκόμιζαν από αυτή τους τη «δραστηριότητα» ήταν «μαύρα» και τα κρατούσαν για λογαριασμό τους.

Μάλιστα η κοπέλα υπάλληλος κατηγορούνταν ότι εμφανιζόταν εκείνη ως δήθεν ιδιοκτήτρια της επιχείρησης και είχε εκτυπώσει και προσωπικές επαγγελματικές κάρτες με το πραγματικό διακριτικό σήμα και το λογότυπο της εταιρείας και τα τηλέφωνα, έχοντας ωστόσο προσθέσει τα δικά της τηλέφωνα και τη δική της προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση. Τις κάρτες αυτές, τονίζεται στη μήνυση, τις διένειμε στους υποψήφιους αγοραστές.

Η όλη «δράση» των δύο υπαλλήλων άρχισε να αποκαλύπτεται μόλις τον Φεβρουάριο του 2012 όταν πλέον τα εκατοντάδες αυτοκίνητα που υπήρχαν στην αίθρια μάντρα που διατηρεί ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης είχαν αρχίσει να μειώνονται, γεγονός που τον έκανε να αρχίσει να ψάχνει περισσότερο την όλη υπόθεση η οποία και παραπέμφθηκε στη δικαιοσύνη.