«Εγκλήματα» σε καιρό ειρήνης

Του  Δρ. Αναστάσιου Πλατή 
Ψυχιάτρου

Δραματικά αυξημένος ο αριθμός των ακούσιων νοσηλειών σε ψυχιατρικά ιδρύματα.

Μικρά βήματα έχουν γίνει στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια στον τομέα της φροντίδας και περίθαλψης των ασθενών με ψυχιατρικά προβλήματα. Παρότι τα θεμέλια για την υλοποίηση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης μπήκαν στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, λίγο μετά την ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ενισχύθηκαν τη δεκαετία του ‘90 με τη δημιουργία των πρώτων δομών αποασυλοποίησης και επανένταξης των ψυχικά πασχόντων στην κοινωνία, το φιλόδοξο σχέδιο ουδέποτε ολοκληρώθηκε.

Η πλημμελής ή η μη εφαρμογή του νόμου περί αναγκαστικών νοσηλειών, ο «κοινωνικός αυτοματισμός» μεταξύ ψυχιατρικού και δικαστικού συστήματος, ώστε να προκρίνεται ως μέσο ρουτίνας η «λύση» της ανα-γκαστικής νοσηλείας, το έλλειμμα συνέχειας της φροντίδας και των κοινωνικών δομών ψυχιατρικής φροντίδας, ο κατακερματισμός και ο χαμηλού επιπέδου συντονισμός μεταξύ των υπηρεσιών και η έλλειψη διαχρονικά ισχυρής πολιτικής βούλησης συνθέτουν το παζλ των προβλημάτων.

Μία από τις τραγικές συνέπειες μη ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα είναι το ανησυχητικά υψηλό ποσοστό των ακούσιων νοσηλειών, το οποίο βαίνει αυξανόμενο στα χρόνια της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Το ποσοστό των ακούσιων νοσηλειών στην Ελλάδα «σκαρφάλωσε» στο 74,5% το 2015 και δείχνει αυξητικές τάσεις, από το 57,4% που ήταν το 2011. Σημειώνεται ότι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 13,6%.

Η αύξηση της ακούσιας νοσηλείας οφείλεται στο ότι παρά την επένδυση που έχει γίνει στην χώρα μας στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση, δεν έχουμε ένα σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας συνεκτικά οργανωμένο, αλλά ένα άθροισμα υπηρεσιών κατακερματισμένο, χωρίς ηγεσία, χωρίς παρακολούθηση και αξιολόγηση. Επίσης, έχουμε να κάνουμε με ένα μη συγκυριακό φαινόμενο.

Απλώς, λόγω της κρίσης, τα όρια στις αντοχές των οικογενειών ξεπερνιούνται, οπότε εύκολα καταφεύγουν, σε ποσοστό 60-70% στον εισαγγελέα προκειμένου να νοσηλεύσουν το άρρωστο μέλος τους. Η ακούσια νοσηλεία πάντα αποτελούσε ένα αμφιλεγόμενο θέμα στην ψυχιατρική λόγω των περιορισμών που επιβάλλεται στα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, της στέρησης της ελευθερίας, της αυτονομίας τους, της προσβολής της αξιοπρέπειας τους και του στιγματισμού των ιδίων και της οικογένειάς τους.

Στο πλαίσιο αυτό προκύπτει ένα ερευνητικό πρόγραμμα (2011-2016) σε εθνικό επίπεδο, με στόχο να αναδειχθεί το ζήτημα των ακούσιων νοσηλειών σε θέμα υψίστης σημασίας στην ατζέντα της πολιτικής για την  ψυχική υγεία.  

Από την έρευνα προκύπτει ότι το 66,7% των νοσηλειών σε Ψυχιατρικά Νοσοκομεία ήταν ακούσιες, με το 69,8% αυτών να ενεργοποιούνται από συγγενικά πρόσωπα και το 30,2% να εκτελούνται αυτεπάγγελτα.

Αιτία της ενεργοποίησης της ακούσιας νοσηλείας, είναι η «επιθετικότητα» η ασυνέχεια στη φαρμακευτική αγωγή, παράγοντες οι οποίοι δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία ψυχοπαθολογίας του ατόμου, αλλά συχνά αποδίδονται στην αντίληψη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, στα κενά στην περίθαλψη και σε έλλειμμα συνέχειας στην κοινοτική φροντίδα.

Σημειώνεται ότι το «ανοικτό» ή «κλειστό» τμήμα δεν φαίνεται να επηρεάζει την αύξηση της ακούσιας νοσηλείας, ενώ αντίθετα η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού, το έλλειμμα κατάλληλης εκπαίδευσης και η δυσκολία εφαρμογής τεχνικών αποκλιμάκωσης φαίνεται να επηρεάζουν τη χρήση αυτού του καταναγκαστικού μέτρου σε ασθενείς.

Όσον αφορά τον Νόμο 2071/92 είναι πολύ καλός και Δημοκρατικός για να… αναμορφώσει εξ ολοκλήρου τον θεσμό της ακούσιας νοσηλείας. Υπό μία, όμως, προϋπόθεση: να εφαρμόζεται.

Οι νεοτερισμοί του νόμου, στην πράξη, φάνηκαν εξαιρετικά δύσκολα αφομοιώσιμοι, τόσο από τους ψυχίατρους όσο από τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη. Οι αντιδράσεις, λοιπόν, από το ΄92 μέχρι σήμερα, κινήθηκαν σε μια ελάχιστα εναρμονισμένη κατεύθυνση με το νέο σύστημα. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την τήρηση των αυστηρών προθεσμιών – σε δέκα μέρες πρέπει να γίνει η δίκη- για την στέρηση ελευθερίας ενός ατόμου. 

Επομένως, αυτή η διοικητική πρακτική εξελίσσεται ερήμην του νόμου και σε βάρος, πάντα των δικαιωμάτων του ατόμου. Και έτσι η αυτονόητη σε ένα κράτος δικαίου αρχή, ότι κανείς δεν στερείται την ελευθερία του χωρίς μια σοβαρή δίκη, έφτασε στην πράξη να είναι ζητούμενο στη χώρα μας.