Ο γέρος και η άμυνα

Γράφει ο Θάνος Ζέλκας

Μια ιστορία πέρα και πάνω από κάθε λογική εκτυλίχθηκε πριν λίγες ημέρες στη Γλυφάδα με πρωταγωνιστή έναν σεβάσμιο γέροντα 88 ετών και δύο ληστές που μπήκαν στο σπίτι του για να τον ληστέψουν. Η ληστεία δεν πήγε όπως την σχεδίαζαν με αποτέλεσμα ο γέροντας να πυροβολήσει και να τραυματίσει στο χέρι τον ένα εκ των δύο.

Το παράλογο όμως ξεκινά ακριβώς από εκείνο το σημείο. Οι ληστές συνελήφθησαν και διώκονται από κοινού για ληστεία, ενώ ο παππούς αντιμετωπίζει σοβαρότατες κατηγορίες για παράνομη οπλοκατοχή, παράνομη οπλοχρησία και απόπειρα ανθρωποκτονίας. Εν ολίγοις, δύο θρασύτατοι ληστές παραβίασαν το άσυλο ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, απειλώντας τη ζωή του, και αυτός ενώ αμύνθηκε πάνω στον πανικό του, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να τιμωρηθεί αυστηρότερα από τους ληστές που εισέβαλαν στο σπίτι του.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, μετά το περιστατικό αυτό ανακοινώνεται επίσημα από την Αστυνομία τι πρέπει να κάνουμε σε περίπτωση που εισέλθει κάποιος παράνομα στην οικία μας, προκαλώντας ακόμα περισσότερο την ευρύτερη κοινή γνώμη, που όπως είναι φυσικό έχει ταχθεί με το μέρος του αμυνόμενου γέροντα.

Ανάμεσα στα πολύ “ωραία” που αναφέρονται, υπάρχουν οδηγίες συνεργασίας με τους ληστές και άλλα πολύ σοφά ψυχολογικά συμπεράσματα τύπου: “ο σκοπός των διαρρηκτών δεν είναι ποτέ ο φόνος. Ο φόνος προκύπτει στον πανικό που προκαλείται από την α­ντίδραση των θυμάτων (χτυπήματα εκφοβισμού) ή από την προσπάθεια των ληστών να περιορίσουν το θύμα (φίμωση, δέσιμο, κλπ) που προκαλεί το θάνατό του.”

Συμπερασματικά, κατά τις ανακοινώσεις της Αστυνομίας, προκύπτει ότι αν μπει κάποιος στο σπίτι μας με σκοπό να μας ληστέψει, σε πρώτη φάση να κάνουμε ότι κοιμόμαστε. Αν δεν πιάσει αυτό, να βάλουμε τα καλά μας, να τους υποδεχθούμε με τιμές, να βγάλουμε το καλό μας το σερβίτσιο, να τους σερβίρουμε ένα αφέψημα ή κάποιο σπιτικό γλυκό του κουταλιού και στο τέλος να τους ξεπροβοδίσουμε με συγκίνηση που προτίμησαν εμάς και όχι κάποιον άλλο για τη ληστεία τους.

Γίνεται πλέον εύλογα αντιληπτό ότι ως πολίτες βρισκόμαστε στο έλεος της μοίρας μας, αφού δεν φθάνει που οι αρμόδιοι απλά δεν μπορούν να μας προστατεύσουν αλλά και στην περίπτωση που κάνουμε το λάθος να προστατευτούμε μόνοι μας μέσα στα ίδια μας τα σπίτια, κινδυνεύουμε με μεγαλύτερη τιμωρία από τους κακοποιούς.

Σ’ ένα ευνομούμενο κράτος, η έννοια της αυτοδικίας κρίνεται καταδικαστέα εφόσον υπάρχουν και λειτουργούν οι αρμόδιες αρχές και η δικαιοσύνη. Όταν όμως το κράτος ομολογεί με κάθε τρόπο την αποτυχία του, όταν έχει απολέσει κάθε δικαίωμα να προστατεύσει τους πολίτες του προκειμένου να κάνει τα “χατίρια” των δανειστών του, όταν α­ντιμετωπίζει αυτούς τους πολίτες μόνο ως πορτοφόλια για να εισπράξει φόρους, δεν έχει δικαίωμα να μιλάει για αυτοδικία και πόσο μάλλον να καταπατά το δικαίωμα της αυτοάμυνας.

Προφανώς και δεν θέλουμε να γίνουμε Φαρ Ουέστ αλλά να καταλάβουν όλοι οι ιθύνοντες ότι η Πολιτεία δεν έχει μόνο ρόλο εποπτικό και παρηγορητικό. Αν εκείνον τον παππού τον σκότωναν οι ληστές θα ήταν ακόμα μια είδηση στα ψιλά γράμματα και κανενός το “αυτί δεν θα ίδρωνε”. Τώρα που τραυμάτισε αυτός τους ληστές, προσπαθούν να εφαρμόσουν και το τελευταίο γράμμα του Νόμου.

Ο διωκόμενος γέροντας αυτή τη στιγμή έχει στο πλευρό του όλους τους υγιείς και σκεπτόμενους ανθρώπους, τους νοικοκυραίους, τους επαγγελματίες που νιώθουν καθημερινά ανυπεράσπιστοι απέναντι στους εγκληματίες του κοινού ποινικού κώδικα. Ο διωκόμενος γέροντας δίνει μια  μεγάλη ευκαιρία σ’ αυτό το κράτος να σοβαρευτεί και να λάβει πιο σοβαρά υπόψη την ασφάλεια των πολιτών του. Κι ίσως αυτή να είναι η τελευταία...