Δυο λόγια για τον Γιάννη

Όσο γενναίος κι αν είσαι, όσο καλλιεργημένος και συνειδητοποιημένος, ο θάνατος επιδρά καταλυτικά πάνω σου.

Είναι η τραγικότερη στιγμή της ανθρώπινης υπόστασης. Οι αρχαίοι μας τραγικοί εξωράιζαν τον θάνατο, φέρνοντας τον ως αδελφό του Ύπνου και ως λυτρωτή από τα επίγεια βάσανα. Αλήθεια πόσο ταιριάζει αυτό στον Γιάννη μας... Η θρησκεία μας τον εμφανίζει ως το κλειδί για την αιώνια μεταθάνατο ζωή. Είναι η ελπίδα μας και η ανταμοιβή ενός έντιμου βίου. Πόσο πάλι αυτό ταιριάζει στον Γιάννη...

Την περασμένη Πέμπτη το πρωί, όπως είμαι σίγουρος και όλοι οι γνωστοί του, πάγωσα στο άσχημο νέο. Στενάχωρο βάρος, έκπληξη, αναμνήσεις, πόνος, όλα ανάκατα, περίεργο συνονθύλευμα. Ξέραμε το πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια.

Ξέραμε ότι το πάλευε με σθένος και αξιοπρέπεια. Ποτέ όμως κανένας δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη. Να φύγει στα 56 του χρόνια. Θέλημα Θεού; Μάλλον. Ίσως και δικό του λέω εγώ, γιατί ο Γιάννης ήταν περήφανος άνθρωπος που ήθελε να είναι όρθιος και αξιοπρεπής. Ποτέ του δεν του άρεσε να φορτώνεται σε κανέναν.

Τον Γιάννη Θεοδώρου τον γνώρισα πριν περίπου 40 χρόνια. Παιδιά  είμαστε στα γήπεδα του μπάσκετ. Ψηλός για την εποχή του, αθλητικός, εκρηκτικός, ήταν ίσως το γνησιότερο ταλέντο της γενιάς του. Έπαιξε στα παιδικά, εφηβικά και στην ανδρική ομάδα του ΚΟΛΟΣΣΟY.
 


Όπως μου έλεγε ένας παλιός Κολοσσίτης, ήταν ο πρώτος αθλητής του συλλόγου που κάρφωνε την μπάλα στο καλάθι. Δεν έπαιξε για πολλά χρόνια στην πρώτη ομάδα, ακολούθησε άλλα πράγματα στην ζωή του. Όμως  το μπάσκετ ήταν η μεγάλη του αγάπη. Παίζαμε ερασιτεχνικά, σε εργασιακά τουρνουά και φιλικούς αγώνες μέχρι τα 40 του και όποτε βρισκόμαστε, η πρώτη μας κουβέντα ήταν πάντα αυτή.

Γιος του Αλφρέδου και της Κλεονίκης Θεοδώρου, ήταν ένα παιδί με αρχές και φυσική ευγένεια. Τελείωσε το Οικονομικό τμήμα της Νομικής Αθηνών την Π. Ο. Ε και στην συνέχεια φοίτησε και στην Νομική Αθηνών. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του ήρθε στην Ρόδο και αμέσως ανέλαβε την διαχείριση του οικογενειακού ξενοδοχείου SOLEMAR, που είχε ο πατέρας του με συνέταιρο τον αείμνηστο Γιάννη Βλαστό.

Παράλληλα, ασχολήθηκε ενεργά και με την διαχείριση του ξενοδοχείου REGINA, το οποίο ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Τσουβαλά, από όπου προερχόταν η σύζυγός του. Επί 30 χρόνια η δραστηριότητα του ήταν στον ξενοδοχειακό κλάδο και  ήταν επιτυχημένη και συνεπής. Ήταν αγαπητός σε συνεργάτες, υπαλλήλους και προμηθευτές. Στην αγορά της Ρόδου, μόνο καλά λόγια θα άκουγες γι αυτόν. Ταυτόχρονα, είχε και συνεχή κοινωνική δράση όπου και όσο μπορούσε. Αθόρυβη αλλά ουσιαστική, μιας και ο ίδιος δεν ήταν ποτέ άνθρωπος της προβολής.

Από μικροί δεν λέγαμε ο Γιάννης. Συνήθως λέγαμε ο Γιάννης και η Σταματία. Από έφηβοι μαζί, ταιριαστοί, συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Μαζί στα εύκολα και στα δύσκολα. Πολύ αγαπημένοι όλα αυτά τα χρόνια, καλοί φίλοι, άνθρωποι που πραγματικά μας τιμούσε η φιλία τους. Έκτισαν μια τέλεια οικογένεια.

Έκαναν δύο παιδιά. Τον Αλφρέδο, απόφοιτο  της Νομικής Αθηνών και με Master στο Ναυτικό Δίκαιο από Πανεπιστήμιο της Αγγλίας και την Κλέλια, φοιτήτρια του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρωταθλήτριας Ελλάδος στον στίβο. Παιδιά υποδείγματα που ο Γιάννης κυριολεκτικά λάτρευε και για τα οποία ήταν πολύ περήφανος.

Δεν είναι εύκολο να λες τελευταία λόγια για έναν φίλο. Θα πω λίγα λόγια όπως τα αισθάνομαι, τα οποία πιστεύω αντικατοπτρίζουν και όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά.

Ο Γιάννης ήταν ένας έξυπνος άνθρωπος, με κοινωνική μόρφωση, με αγωγή, με λόγο. Ήταν «μάγκας» με την καλή έννοια του όρου. Ευθύς, έντιμος, ντόμπρος, χωρίς στρογγυλέματα. Ήταν νοικοκύρης, δεν του άρεσαν τα μεγάλα ρίσκα. Η λογική πρυτάνευε συνήθως στην ζωή του. Ήταν καλοπροαίρετος και είχε αίσθηση του χιούμορ, ιδιότητα που τον έκανε αγαπητό σε όλους. Ήταν πονόψυχος και ευαίσθητος αν και δεν το έδειχνε και θα βρισκόταν εκεί να σου συμπαρασταθεί αν τον χρειαζόσουν.

Ήταν καλός φίλος, καλή παρέα. Σεβόταν τους γύρω του, δεν έριχνε ποτέ κανέναν, δεν έκανε συμψηφισμούς. Αν του ζητούσες βοήθεια και μπορούσε, θα την έδινε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αν του έλεγες πάμε έξω να διασκεδάσουμε, ήταν πάντα μέσα. Αν η συζήτηση σοβάρευε για θέματα πολιτικής ή οικονομίας, είχε πάντα την σωστή αντίληψη, στεκόταν στην σωστή μεριά του δρόμου. Αν τον τσάτιζες θα άναβε, αλλά θα του περνούσε. Αν καμιά φορά τον στενοχωρούσες, δύσκολα θα στο κρατούσε.  Ήξερε ποια είναι τα όρια και τα τηρούσε, έτσι ώστε να μην φέρνει τον άλλο σε άβολη θέση. Διακρινόταν για την ευθυκρισία και την υπευθυνότητα του. Μα πάνω από όλα ήταν αυτό που λέμε «καλό παιδί», τον έβαζες αμέσως στην καρδιά σου.

Αυτός ήταν ο Γιάννης που ξέραμε και αγαπήσαμε. Αυτός θα είναι ο Γιάννης που θα θυμόμαστε. Ο πόνος είναι μεγάλος για την Σταματία, τα παιδιά του, την αγαπημένη του μητέρα, την αδελφή του, για όλους, συγγενείς και φίλους. Ο πόνος θα είναι οξύς, είναι όμως ανθρώπινο με τον καιρό να υποχωρεί... Εκείνο όμως που δεν θα σβήσει είναι η εικόνα και οι στιγμές που ζήσαμε με τον Γιάννη. Αυτές θα θυμόμαστε και έτσι αξίζει να τον κατευοδώσουμε.

Μια από τις εικόνες του τα τελευταία χρόνια όταν βγαίναμε παρέα για διασκέδαση, ήταν να ζητάει από τον Αγαπητό Πάχο να του τραγουδήσει τον «καφενέ». Να του πει για μπάρκα και ταξίδια. Για αυτούς που φεύγουνε και για αυτούς που μένουνε και περιμένουνε. Εσύ ρε Γιάννη έφυγες. Εμείς μείναμε. Δεν σε περιμένουμε πια. Αλλά να ξέρεις ότι σε αγαπάμε και σε σκεφτόμαστε.

Καλό σου ταξίδι φίλε.
Παντελής Γεωργάκης