Εσφαλμένη η απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 7 για την μη ανέγερση της εκκλησίας Ιαλυσού

Η απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 7 του νόμου 2839/2000 με την οποία ακυρώθηκε η παραχώρηση ακινήτου για την ανέγερση νέας εκκλησίας στην Ιαλυσό (από το Περιφερειακό συμβούλιο) είναι εσφαλμένη και θα πρέπει να διορθωθεί.

Αυτό υποστηρίζει στην γνωμοδότησή του προς την Μητρόπολη Ρόδου, ο δικηγόρος κ. Θεόδωρος Παπαγεωργίου, ύστερα από το χθεσινό δημοσίευμα της “Ροδιακής” για την απόφαση της επιτροπής.
Ο κ. Παπαγεωργίου μάλιστα, εισηγείται στην γνωμοδότησή του να υποβληθεί από την μητρόπολη Ρόδου αίτηση θεραπείας.

Ειδικότερα, αναφέρει τα εξής:

“Επί της δημοσιοποιηθείσας απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 7 του Νόμου 2839/2000 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, σύμφωνα με την οποία ακυρώθηκε απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Νοτίου Αιγαίου για την παραχώρηση ακινήτου στην Ενορία Κοιμήσεως Θεοτόκου Ιαλυσού για ανέγερση Εκκλησίας, με αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 242/1996 επιτρέπει τη δωρεάν παραχώρηση μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτης και επείγουσας ανάγκης, γνωμοδοτούμε ως εξής:

Σύμφωνα με νεώτερες αλλά και ειδικές   διατάξεις του άρθρου 22 παραγρ. 2 του Ν. 4301/2014  περί θρησκευτικών κοινοτήτων κ.λ.π., προβλέπεται ότι «Επιτρέπεται προς εκπλήρωση των σκοπών των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου των Ιερών Μητροπόλεως της Δωδεκανήσου και της Πατριαρχικής Εξαρχείας Πάτμου και των υπαγομένων σε αυτά Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, η δωρεάν παραχώρηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή κατοχής επί εκκλησιαστικών, δημοσίων ή ακινήτου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. ή ιδιωτών, επί των οποίων λειτουργεί ή  με σκοπό να ανεγερθεί Ιερός Ναός ή Επισκοπείο ή Ιερά Μονή, προς το οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο ή μεταξύ εκκλησιαστικών νομικών προσώπων του παρόντος νόμου προκειμένου να εξυπηρετεί η λειτουργία τους, απαλλάσσονται των τελών μεταγραφής.»

Συνεπώς είναι καταφανές ότι η Επιτροπή του άρθρου 7 του Νόμου 2839/2000 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου εσφαλμένα δεν έλαβε, ή δεν είχε υπόψη της για να την εφαρμόσει,  τη παραπάνω  νεώτερη και ειδική διάταξη και εφάρμοσε προγενέστερη διάταξη, η οποία βέβαια προγενέστερη διάταξη όπως και ανάλογη που υπάρχει για τους Δήμους (άρθρο 185 Ν.3463/2006) και πάλι στο παρελθόν είχαν  τύχει ακώλυτης εφαρμογής σε ανάλογες περιπτώσεις .

Είναι εξάλλου προφανές ότι και ο νομοθέτης για αποσαφήνιση παρόμοιων ερμηνειών  και άρση κάθε αμφιβολίας θέσπισε τη παραπάνω νεώτερη και ειδική διάταξη , ειδικά μάλιστα για τη Δωδεκάνησο , όπου ο όγκος των αντίθετων παραχωρήσεων εκκλησιαστικών ακινήτων της Ορθόδοξης Εκκλησίας για δημόσιους σκοπούς είναι ιστορικά εξαιρετικά σημαντικός και αντιστρόφως ανάλογος, όπως χαρακτηριστικά για τη Ρόδο ακινήτων της Ορθόδοξης Κοινότητας Ρόδου για στέγαση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, για τη Σύμη το Πανορμίτειο Γυμνάσιο κ.λ.π. .

Κατόπιν αυτών έχουμε τη γνώμη ότι είτε οίκοθεν, είτε με την υποβολή αίτησης θεραπείας,  η Επιτροπή του άρθρου 7 του Νόμου 2839/2000 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, οφείλει να επανεξετάσει και να  διορθώσει τη προαναφερόμενη προδήλως εσφαλμένη απόφαση της, ενεργώντας επικύρωση κατ΄ εφαρμογή της ορθής διάταξης του νόμου.

Ο γνωμοδοτών
Θεόδωρος Μ. Παπαγεωργίου
Δικηγόρος στον  Άρειο Πάγο-ΣτΕ
Άρχων Δικαιοφύλαξ
Οικουμενικού  Πατριαρχείου
Κωνσταντινουπόλεως “

Όπως αποκάλυψε χθες η “Ροδιακή” η επιτροπή του άρθρου 7 έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν είναι νόμιμη η απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου και την ακύρωσε.

Πρόκειται για απόφαση, που προκαλεί εύλογα ερωτηματικά και απορίες, και προφανώς θα υπάρξουν αντιδράσεις από την Περιφέρεια, αφού χαρακτηρίζεται ως προκλητική και ως απόφαση που υποβαθμίζει τον ρόλο της αυτοδιοίκησης.

Είναι απορίας άξιον πάντως, γιατί δεν δικαιούται η Περιφέρεια να παραχωρήσει ακίνητο για την ανέγερση της εκκλησίας, η οποία σημειωτέον θα κτιζόταν με δαπάνες της ενορίας Κοιμήσεως Θεοτόκου Ιαλυσού.

Επιτρέπεται η παραχώρηση ακινήτων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, λέει η επιτροπή στην απόφασή της, μόνο για έκτακτες και επείγουσες ανάγκες που δεν συντρέχουν σ’ αυτή την περίπτωση