Από χιλιάδων αιώνων το Αιγαίο ήτο, είναι  και πρέπει να παραμείνει ελληνική θάλασσα

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Το τελευταίο διάστημα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, βρίσκεται σε καθημερινή, σχεδόν, βάση το θέμα της κυριαρχίας του Αιγαίου πελάγους.


Και τούτο, γιατί η τωρινή πολιτική Ηγεσία της γείτονος Τουρκίας, κατά τρόπον ανιστόρητο, που αντιβαίνει στην πραγματικότητα, ανακινεί θέμα κυριαρχίας του Αιγαίου Πελάγους (Αιγαίο Πέλαγος: ονομασία της θάλασσας που βρίσκεται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής).

Ο τωρινός Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν παραλείπει ημέρα που να μην αναφερθεί επί του εν λόγω θέματος. Και πράττει τούτο εξακολουθητικά παρά τις παρατηρήσεις των αρμόδιων Οργάνων της Ενωμένης Ευρώπης και των Διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου· ότι παραβιάζοντας τα νόμιμα ισχύοντα διασαλεύονται οι καλές σχέσεις δύο γειτονικών Χωρών, της Τουρκίας και Ελλάδας, δύο Χώρες που είναι ενταγμένες στο ΝΑΤΟ.

Ο Αιγαίος Πολιτισμός ή Ελλαδικός Πολιτισμός ονομάζεται έτσι, γιατί αναπτύχθηκε στο χώρο της κυρίως Ελλάδας από αρχαιοτάτων χρόνων. Τόσο οι αρχαιολόγοι όσο και οι ιστορικοί τον χωρίζουν σε τρία στάδια: στο Πρωτελλαδικό που αναπτύχθηκε από το 2.800-1.900 π.Χ., στο Μεσοελλαδικό από το 1.900-1.600 π.Χ. και στον Υστεροελλαδικό από το 1.600-1.080 π.Χ.

Φαίνεται πως οι Αιγαίοι πίστευαν και στη μεταθανάτια ζωή, γιατί τους νεκρούς τους έθαβαν με τα αγαπημένα τους αντικείμενα (Επιστήμη και Ζωή, τόμος 1ος, σελ. 246).

Ετυμολογία: Η παραγωγή της ονομασίας Αιγαίον παρουσιάζεται από πολλούς αμφίβολη: «Ο γεωγράφος Στράβων την πιθανολογεί από τις Αιγές (ήδη λίμνη) της Ευβοίας, χωρίς να αποκλείει ως αναδόχον και το Μικρασιατικό Ακρωτήριο Αιγά (σημερινόν Λεγιά Μπουρνού) του κόλπου του Τσανταρλή (αρχ. Ελαϊτικού).

Άλλοι από το ρήμα «αΐσσω» (ορμώ) και διά το ορμητικό των κυμάτων του και δια το ότι αυτά όταν αφρίζουν «υποτίθεται ότι μοιάζουν με αγέλην «αιγών». Κατά τον μύθον, από του εις αυτό πνιγμόν του Αιγέως, του πατέρα του Θησέα.

Κατά τους σημιτολόγους (σ.σ. οι σημιτιστές, μέλη μιας από την ομάδα που στα αρχαία χρόνια περιλάμβανε τους Φοίνικες, τους Ασσυρίους κ.ά.), από την φοινικικήν λέξη Ελ Fάν, που σημαίνει ποταμό που χωρίζει φοινικικό έδαφος και άλλης φυλής (Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δανδράκη).

Εξίσου και πολλοί άλλοι θεωρούν την επικράτηση της ονομασίας από τους πρώτους των νησιών της οικιστές: «νησιώται Κάρες όντες και Φοίνικες· ούτοι γαρ δε τας πρώτας των νήσων ώκησαν», λέγει ο Θουκυδίδης.
Πάντως σε όλα τα Εγκυκλοιπαιδικά Λεξικά μεταξύ των νησιών του Αιγαίου που μνημονεύονται συμπεριλαμβάνονται τα Δωδεκάνησα: Κάσος, Κάρπαθος, Ρόδος, Χάλκη (Χαρκιά), Σύρνες, Σύμη, Επισκοπή (Τήλος), Νίσυρος, Αστυπάλαια (Αστροπαλιά), Κως, Κάλυμνος, Λέρος, Λειψοί, Πάτμος, Λεβίθα (Σ.Ε. Λυκούδης. Εγκυκλοπαίδεια).

Ναυτική ιστορία του Αιγαίου
Όπως αναπτύσσεται στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δενδράκη, «...η στενή θάλασσα που αποτέλεσε την κυριότερη κοιτίδα του αιγαιακού και στη συνέχεια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, υπήρξε θέατρο άγριων συρράξεων δια μέσου των αιώνων».

Ιστορικές Πανεπιστημιακές προσωπικότητες που ασχολήθηκαν με το θέμα τονίζουν ότι η εκστρατεία του Ξέρξη, από την οποία προέκυψε ο δεύτερος περσικός πόλεμος, ενώ διεξήχθηκε κυρίως δια ξηράς και έφθασε με την κατάληψη των Αθηνών, κατέρρευσε και εγκαταλείφθηκε συνέπεια της ήττας του Περσικού στόλου στη Σαλαμίνα (σ.σ. νησί του Σαρωτικού Κόλπου πολύ κοντά στις ακτές της Αττικής, γνωστή από την περίφημη ναυμαχία μεταξύ Ελλήνων και Περσών (480 π.Χ.). Το νησί υπήρξε και εμπορικός σταθμός των Φοινίκων.

Αλλά και οι Ρόδιοι την εποχή εκείνη είχαν αξιόλογη ναυτική δύναμη. Έτσι, όταν οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να επιβάλουν τα «διαγώνια» τέλη για να επιβαρύνουν τα εισπλέοντα και εκπλέοντα πλοία από τον Πόντο, οι Ρόδιοι, που εθίγονταν, «απείλησαν με πόλεμο τους Βυζαντινούς, οι οποίοι, ύστερα από αυτό, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν».

Να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη η Ρόδος είχε υπολογίσιμη ναυτική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο. Ξεπερνούσε, και τότε, την Αίγυπτο. Και όπως ανέφερε ο μακαρίτης Καθηγητής Σωτήρης Ι. Αγαπητίδης, σε ομιλία του στη Ρόδο στο Διεθνές Συνέδριο 1993, με θέμα: «Η οικονομική εξωστρέφεια της Αρχαίας Ρόδου», «ακριβώς την περίοδο αυτή (σ.σ. την ελληνική εποχή) αποφάσισαν να καταρτίσουν τον Ναυτικό Κώδικα Ροδίων, ο οποίος είναι ο παλαιότερος στο είδος του.

Αποτελεί μια συλλογή ναυτικών διατάξεων που ρυθμίζουν τις σχέσεις όλων, όσοι εμπλέκονται στις θαλάσσιες μεταφορές. Ο Νόμος Ροδίων Ναυτικών, που αποτελεί Κώδικα Διεθνούς Δικαίου, έγινε πρότυπο για τις ναυτικές νομοθεσίες όλων των χωριών-Ιταλικές πόλεις, Κύπρος, Ιερουσαλήμ κ.λπ.- ακόμη και των Ρωμαίων και των Βυζαντινών.

«Στη νομοθετική αυτή συλλογή, που ανάγεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 6ου και του 8ου αιώνα μ.Χ., περιλαμβάνονται διατάξεις ναυτικής φύσεως της Νομοθεσίας του Ιουστιανού, ορισμένα τοπικά έθιμα, αλλά και αρκετές πρωτότυπες διατάξεις. Εξάλλου, στην Ιουστιάνειο νομοθεσία περιέχεται και ο Ροδιακός Νόμος περί εκβολής (αβαρίας), που είναι γνωστός με τη λατινική ονομασία: Lex Rhodia de jactu».

Επί του προκειμένου, θα πρέπει να εξαρθεί ότι η σπουδαία αιτία της προόδου της Ρόδου ήτο η μακροχρόνια εσωτερική ειρήνη και καθώς παραστατικά αναφέρεται: «όπου ηχούσι τα όπλα, συγώσιν αί Μούσαι».
Η Ρόδος ήταν εμπορική πόλη, δεν επιχειρούσε κατακτητικούς πολέμους και τηρούσε αυστηρή ουδετερότητα, και έπαιρνε τα όπλα μόνο προς άμυνα της ίδιας ανεξαρτηρίας.

Στη μακραίωνη διαδρομή των νησιών του Αιγαίου, η ζωή των κατοίκων τους σφραγίστηκε από μια σταθερή παράμετρο, τη γεωγραφία και από μια δεύτερη παράμετρο, μεταβαλλόμενη, το πολιτικό και διοικητικό καθεστώς της περιοχής, το οποίο καθορίστηκε από τους εκάστοτε κυρίαρχους.

Ο διαρκής αγώνας του ανθρώπου να δαμάσει τη γεωγραφία αποτυπώνεται με εναργή τρόπο στα νησιά του Αιγαίου (1).

Όπως είναι γνωστό η Ρόδος υπήρξε το πρώτο νησί του Αιγαίου, που καλλιέργησε το αμπέλι και μεταποίησε τους καρπούς σε κρασί, καθώς και ο μεγαλύτερος έμπορος κρασιών και σιτηρών του 7ου π.Χ. αιώνα, βοηθούμενη σημαντικά από την ισχυρή ναυτική δύναμη.

Το εμπόριο και η διακίνηση κρασιών την εποχή εκείνη γινόταν μέσα σε αρμφορείς στους οποίους οι κεραμιστές της Ρόδου χάραζαν το όνομά τους και δίπλα ένα τσαμπί σταφύλι. Τέτοιοι αμφορείς έχουν βρεθεί σε όλη την περιοχή της Μεσογείου, τον Εύξεινο Πόντο και μέχρι την Ινδία.

Επίσης, η Κύπρος είχε εμπορικές συναλλαγές με τη Ρόδο. Το εμπόριο και η ανταλλαγή αγροτικών προϊόντων μεταξύ τους διεξαγόταν σε ευρεία κλίμακα. Στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας, στην Αθήνα, υπάρχει σε αναπαράσταση το αρχαίο εμπορικό πλοίο, που βρέθηκε ναυαγισμένο στο λιμάνι της Κέρκυρας, που μετέφερνε, σχεδόν, αποκλειστικά προς το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα, οξυπύθμενους αμφορείς γεμάτους αμύγδαλα.

Πέραν των οικονομικών διασυνδέσεων, η Ρόδος, τα Δωδεκάνησα, ολόκληρο το Αιγαίο, καθώς ο υπόλοιπος νησιωτικός χώρος, ως και η Μεγαλόνησος Κύπρος, τρίτη κατά σειρά σε έκταση μετά τη Σικελία και τη Σαρδηνία στη Μεσόγειο, στη διάρκεια των χιλιετών, έχουν παράλληλα βιώματα:ακολουθούν διαχρονικά τη μοίρα του Ελληνισμού... Γι’ αυτό και ο Ελύτης, ίσως και με κάποια υπερβολή επισημαίνει: «Η Ελλάδα πατάει στη θάλασσα».

Και ο Μακεδόνας Φίλιππος αντιλαμβανόταν ότι χωρίς την κυριαρχία του Αιγαίου η πραγματοποίηση προς τη Μικρά Ασία εξόρμησης που σχεδίαζε θα ήταν αδύνατη. Ο δε γιος του Αλέξανδρος στη συνέχεια κατόρθωσε όχι απλά να την πραγματοποιήσει, αλλά και να επεκτείνει την κυριαρχία του μέχρι των περάτων του τότε γνωστού κόσμου.

Έτσι, εκτός των άλλων βοηθειών, ένα μεγάλο μέρος των 160 και πλέον πλοίων του Αλέξανδρου δεν ήσαν όλα Μακεδονικά, αλλά τα είχαν στείλει και οι λυπές ελληνικές πόλεις, που συμμετείχαν στην Κορινθιακή Συμμαχία, μεταξύ αυτών η Ρόδος και η Κύπρος, που είχαν, επιπρόσθετα, επωμιστεί και με τις δαπάνες συντήρησής τους, ως ένα σημείο τουλάχιστον.

Και η οικονομική συμμετοχή της Ρόδου στην πολύχρονη εκστρατεία του Μακεδόνα Στρατηλάτη ήταν καθοριστική τον πρώτο, τουλάχιστον καιρό, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις περσικές δυνάμεις, ενώ παράλληλα εξασφάλιζε και την κυριαρχία στο Ανατολικό Αιγαίο, θαλάσσια περιοχή στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η Ρόδος και τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου, που διέσχιζαν αδιάκοπα το Αιγαίο.

Μετά, όμως, το πρόωρο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου επακολούθησαν οι πόλεμοι μεταξύ των διαδόχων του, ένα από τα θέματα των οποίων ήταν και πάλι το Αιγαίο. Και καθώς αναφέρουν οι ειδικοί: «η γεωγραφική διαμόρφωση αυτής της θάλασσας, με την πληθώρα των νησιών και νησίδων και με το σχήμα των αυτών, που διαμορφώνει αναρίθμητους ορμίσκους, προσφέρονται, κατά τρόπον άριστο, για πειρατική δράση, εφόσον δεν υπάρχουν οργανώμένες ναυτικές δυνάμεις να τηρήσουν την τάξη».(2).

Ωστόσο, από την ίδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περί τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα που οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα, κατά διαστήματα μεσολάβησαν περίοδοι ήσυχοι, αλλά και που το Αιγαίο γινόταν και πάλι πεδίον δράσης των κρατών, ιδία των Συρακυνών, κάθε και κάθε είδους εθνικότητας τυχωδιωκτών. Αναφέρεται, όμως, ότι η ιστορία της Ρώμης, από μερικές απόψεις δεν είναι παρά, κατά κάποιον τρόπο και μια συνέχεια της ιστορίας των Ελλήνων.

«Σπάνια δύο πληθυσμοί αποδείχθηκαν με την επαφή τους τόσο συμπληρωματικοί, όσο ο Ελληνικός. Το θεωρητικό πνεύμα των Ελλήνων είχε ανάγκη να ολοκληρωθεί με το πρακτικό πνεύμα των Ρωμαίων (Ίντρο Μουτατέλλι. Ιστορία των Ρωμαίων). (Τίτλος πρωτοτύπου: Indro Montanelli, Stotia di Roma. Rizzoli Editore, Milano 1969. Για την ελληνική γλώσσα 2008. Εκδόσεις Θεμέλιο, Σόλωνος 84. Αθήνα)».

Εν τω μεταξύ, οι αγώνες αυτοί συνεχίστηκαν ανά το Αιγαίο και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1830) επί ένα, σχεδόν, αιώνα ακόμη, μέχρι που η τουρκική κυριαρχία ξαπλώθηκε και στερεώθηκε σε όλα τα γύρω του πελάγους τούτου παράλια και νησιά. Τότε, πλέον, το Αιγαίο έγινε «τουρκική λίμνη» (3)».

Αλλά από τότε και μέχρι την Επανάσταση του 1821 άρχισαν να εμφανίζονται στο Αιγαίο και πολέμικά πλοία του Λάμπρου Κατσώνη, και άλλων, καθώς και οι στόλοι των ναυτικών νησιών Ύδρας, Σπετσών, Ψαρών και Κάσο, Δωδεκανήσου, που διέσχιζαν αδιάκοπα το Αιγαίο.

Και ταυτόχρονα διατηρούσαν και τις συγκοινωνίες της επαναστατημένη χώρας με το εξωτερικό από όπου ερχόταν συνεχώς ενισχύσεις σε χρήμα, σε εφόδια και σε άνδρες. Οι σπουδαιότερες ναυμαχίες του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνες συνήφθησαν στο Αιγαίο. Τα ονόματα των Ναυάρχων: Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Αποστόλη και των πυρπολητών Κανάρη, Παπανικολή, Πιπίνου, Μπαρμπάτζη και τόσων άλλων παραμένουν αθάνατα στις σελίδες της μακραίωνης ναυτικής ιστορίας μας».

Αναφέρεται, επίσης, ότι «... την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, το Αιγαίο αποτέλεσε την κύρια «σκηνή» των θαλάσσιων επιχειρήσεων του πολεμικού στόλου και τα νησιά του τούς πρωταγωνιστές γεγονότων, με ορισμένα από αυτά να υφίστανται βαρύτατο τίμημα γι’ αυτή τους τη συμμετοχή. (Η ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1825, Τζελίνα Καρλαύτη και Κατερίνα Παπακωνσταντίνου. Αθήνα 2013).

Η Ρόδος και τ’ άλλα νησιά της Δωδεκανήσου όλο και περισσότερο απειλούνταν κατά την διάρκεια της Ιπποτοκρατίας από τη Μουσουλμανική Δύναμη, που είχε σαν στόχο την κατάκτησή της, καθόσον, κατά την άποψη των Τούρκων ιθυνόντων, το νησί του Ηλίου αποτελούσε Χριστιανικό κρατίδιο στο κέντρο της Αυτοκρατορίας τους.

Η τουρκική δουλεία υπήρξε ομοιόμορφη-με ορισμένες εξαιρέσεις- σε όλον τον Ελληνικό. Ωστόσο, οι διαφορές αυτές προέρχονται όχι από την καλή μεταχείριση των Τούρκων, αλλά από διαφόρους, τοπικούς, δημοσιονομικούς, γεωγραφικούς και ιστορικούς τοπικούς δημοσιονομικούς, λόγους.

Στη Δωδεκάνησο δεν υπήρξαν κάτοικοι Τούρκοι-εκτός από ολίγους στη Ρόδο και την Κω, γιατί τα άγονα νησιά δεν είχαν την ικανότητα να τρέφουν «παχύδερμα πλάσματα». Άλλωστε, τα τουρκοκρατούμενα τότε ελληνικά νησιά δεν ήταν μόνο τα Δωδεκάνησα, αλλά το σύνολο του Αιγαιοπελαγίτικου, σχεδόν, συγκροτήματος, 24 τον αριθμό, με πληθυσμό 458.355. Από αυτού, το 1911, 426.898, ποσοστό 93% ήσαν Έλληνες, 26.898,6% Τούρκοι και 4.5581% διάφοροι. Τόσοι πρέπει να είναι οι Τούρκοι στη Δωδεκάνησο και τώρα, ίσως και λιγότεροι.

Εν τω μεταξύ, η Δωδεκάνησο έμεινε έξω από το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος που δημιουργήθηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 και παρέμεινε υπό τουρκική κυριαρχία. Εν τω μεταξύ, η Ρόδος και η Κως εξακολούθησαν μέχρι το τέλος της Τουρκοκρατίας να κυβερνώνται ως τουρκικές Επαρχίες, ενώ τα υπόλοιπα νησιά των Νοτίων Σποράδων, όπως λέγονταν τα Δωδεκάνησα, είχαν ένα καθεστώς ειδικών προνομίων και Αυτοδιοίκηση.

Συμπερασματικά: Τόσο από την αρχαία ιστορία όσο και αργότερα από τη Ρωμαϊκή όλες οι πόλεις του Αιγαίου είχαν παραδεχθεί, πως, «...οι Ρόδιοι και μεταξύ αυτών και Λίνδιοι προΐσταντο και κατά θάλασσα...», ενώ ο Van Gelder, ο κατ’ εξοχήν γνώστης της αρχαίας Ρόδου γράφει στο μοναδικής ακρίβειας και σοφίας αξεπέραστο βιβλίο του: «Ιστορία των αρχαίων Ροδίων» ότι «... η πραγματική Ροδιακή ναυτική δύναμη στο Αιγαίο δεν υστερούσε από τη δύναμη, που κατά τα χρόνια του Περικλέους είχε η Αθήνα...» (Εγκυκλοπαίδεια «Larousse Britannican, τόμος 44,λ. Ρόδος).

Επιπρόσθετα, σε ειδικές περιπτώσεις απονεμόταν σε ξένους και η ιδιότητα της «Επιδαμίας» (4).

Υποσημειώσεις:  1) Το Αιγαίο Πέλαγος. Χαρτογραφία και Ιστορία. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας. Αθήνα 2010. 2) Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δενδράκη. Τόμος 2ος. 3) Ως προηγούμενο. 4) «Επιδαμία», το δικαίωμα της εν του τόπου διαμονή. «ω α επιδημία δίδοται».
 

Β’ ΜΕΡΟΣ
Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, μετά την παραίτησή του από το αξίωμα Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας, (1823), έφυγε από τη ρωσική πρωτεύουσα για να έλθει στην Ελλάδα, ως Κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, πέρασε από το Λονδίνο και το Παρίσι και είχε συναντήσεις με Γάλλους και Άγγλους κυβερνητικούς παράγοντες,  προκειμένου να αποσπάσει τη συγκατάθεσή τους για ανάλογη βοήθεια.

Ένα από τα σπουδαιότερα γραπτά κείμενα του Καποδίστρια από την παραμονή του στο Λονδίνο, είναι οι γραπτές απαντήσεις που έδωσε σ’ ένα ερωτηματολόγιο του Ουΐλλμοτ Όρτον, υφυπουργού του πολέμου και των Αποικιών της αγγλικής κυβέρνησης, σχετικό με την τότε γενική κατάσταση της Ελλάδας. Υψηλό δείγμα της εθνικότητας της ψυχής του Καποδίστρια αποτελεί η απάντησή του στο ερώτημα για το ποιά θα ήταν τα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας (5).

«Τα όρια της Ελλάδας, έγραφε ο Καποδίστριας, από τεσσάρων μεν αιώνων διεγράφησαν υπό δικαιωμάτων, τα οποία ούτε ο χρόνος, ούτε αι πολύμορφοι συμφοραί, ούτε η δορικτησία (σ.σ. αυτός που αποτέλεσε λάφυρο πολέμου ή έχει κυριεθεί με πόλεμο), ουδέποτε ίσχυσαν να παραγράψουν, διεγράφησαν, δε, από του 1821 δια του αίματος του χυθέντος εις τας σφαγάς των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου και εις τας πολυαρίθμους ναυμαχίας στο Αιγαίο Πέλαγος, της Κάσου κ.ά., ως και πεζομαχίας, εν αις εδοξάχθη το γενναίον τούτο Έθνος.

«Ξεκινώντας απ’ αυτά τα γεγονότα, που θεμελιώνονται από την ιστορία της Ελλάδος και έβαλαν τη σφραγίδα τους στον επταετή αγώνα των Ελλήνων, εύκολα πείθεται ο καθένας ότι ούτε υπερφιλοδοξίες ούτε κατακτητικές βλέψεις, αλλά «χρέος ιερόν και απαραβίαστον» εμποδίζει την Ελλάδα να «συστείλη το ολιγώτερον τα όρια της Χώρας της». Αν το αίσθημα αυτού του χρέους το αναγκάσουν να «σιγήση» τα συμφέροντα των ισχυροτέρων, οι Έλληνες θα έχουν δικαίωμα να αναρωτηθούν: άραγε χάριν της ειρήνης αι μεσίτριαι αυλαί τούς αναγκάζουν να εγκαταλείψουν έτι πολλούς των ομογενών των υπό τον μωαμεθανικόν ζυγόν;...». Οι προστάτριες δυνάμεις, όσο κι αν θέλουν να καταπαύσουν τον πόλεμο, θα καταλάβουν σύντομα ότι η ειρήνευση της Ανατολής δε θα μπορέσει ποτέ να γίνει «στερεά και διαρκής», αν δεν στηρίζεται επάνω στη βάση της γεωγραφικής δικαιοσύνης και ούτε είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί μονάχα «δια της ισχύος των διαπραγματεύσεων».

Για να κατοχυρώσει ακόμα περισσότερο τα επιχειρήματά του, ανατρέχει στις μαρτυρίες του σημαντικότερου Έλληνα Γεωγράφου Στράβωνα (64 π.Χ.-19 μ.Χ.) που τοποθετεί τα όρια της «κυρίως λεγομένης Ελλάδος», από την Πελοπόννησο ως την Θεσσαλία και τη Μακεδονία και περιλαμβάνει, εκτός από τα νησιά του Ιονίου και τα νησιά του Αιγαίου και την Μικρά Ασία. «Αυτά ήταν τα φυσικά και ιστορικά σύνορα της Ελλάδος, που οι Έλληνες είχαν Ιερό χρέος να διεκδικήσουν».

Θα πρέπει, επί του προκειμένου, να τονιστεί ότι ο Καποδίστριας σε όλο το διάστημα που προετοιμαζόταν να πάει στην Ελλάδα, μετά την εκλογή του ως του πρώτου Κυβερνήτη, πέτυχε να μεταδώσει στους επίσημους συνομιλητές του των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του Λονδίνου που αναγνώριζαν τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, ότι δεν είχε κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Και τούτο, γιατί σαν διπλωμάτης με μεγάλη πείρα γνώριζε ότι, «μονάχα η από κοινού υποστήριξη και οι ενιαίες ενέργειες των τριών Δυνάμεων θα βοηθούσαν θετικά στην ανασυγκρότηση της Ελλάδας και θα στήριζαν και τη δική του θέση, τη δύσκολη από κάθε πλευρά. Γι’ αυτό και αρνήθηκε κάθε προσφορά της Ρωσίας και του Ρώσου Αυτοκράτορα για μονομερή οικονομική εν΄σιχυση, γι’ αυτό παραιτήθηκε και ο ίδιος προσωπικά από τη μεγάλη σύνταξη, που του προσφέρθηκε σε αναγνώριση της τεράστιας προσφοράς του προς το ρωσικό κράτος».

Όταν ο Καποδίστριας πρωτοανέλαβε τη θέση του Υπουργού των Εξωτερικών, ήδη από το πρώτο υπόμνημά του, αφιέρωνε αρκετές φράσεις για να πείσει τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο ότι έπρεπε ν’ αλλάξει πολιτική απέναντι στην Τουρκία.
«Προσπάθησε να πείσει», γράφει η Ελένη Κούκου τον Τσάρο, «να προτείνει στην Τουρκία την υπογραφή νέας Συνθήκης, με την ταυτόχρονη στρατιωτική κινητοποίηση στα σύνορα και τον Εύξεινο, για να την αναγκάσει να την αποδεχτεί. Με τον τρόπον αυτό οι Μαλβαβόι, οι Βλάχοι και οι Σέρβοι θ αποτίναζαν την καταθλιπτική τουρκική καταπίεση.

«Τα επιχειρήματα που πρόβαλε στον Τσάρο ήταν μελετημένα, ισχυρά, διπλωματικά άψογα. Με τις διπλωματικές αυτές ενέργειες η Ρωσία θα κέρδιζε την εμπιστοσύνη της Ευρώπης και θα διασκέδαζε τους φόβους και τη δυσπιστία των χριστιανικών λαών της Ανατολής. Δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι βαθύτεροι στόχοι του Καποδίστρια, όταν προέτρεπε τον Τσάρο σε ένοπλη δράση ενανατίον της Τουρκάις, ήταν και η δική του Πατρίδα. Μονάχα ένας ρωσοτουρκικός πόλεμος θα έσωζε και την Ελλάδα (6).
«Ο Καποδίστριας θα προσθέσει κατηγορηματικά στον Τσάρο και τη φράση: «Οι διαπραγματεύσεις αυτές... θα αποτελέσουν το εχέγγυον του συστήματος, όπερ η Ρωσία αναγκαίως θα ακολουθήσει, όταν έλθη η ώρα να αποδοθή εις τους Έλληνας η κληρονομία των προγόνων των».

• • •
Αποτελεί γεγονός ότι από το 1832 για ένα διάστημα και μετά, τις τύχες τόσο της Ελλάδας, όσο και της Τουρκίας δεν τις κατεύθυναν δια ευθύνη, αλλά η θέληση και η επιβολή των Κυβερνήσεων της Ρωσίας, της Αυστρίας, της Αγγλίας και Γαλλίας. Εν τω μεταξύ, αργότερα, από το 1870, προστέθηκε σ’ αυτές η Γερμανία και αργότερα η Ιταλία.
Όσο, όμως, περνούσαν τα χρόνια, στη συνείδηση και των δύο λαών, της Χώρας μας και των Τούρκων, αναπτύχθηκαν τα πρώτα σπέρματα για μία συνεννόηση, που δεν θα απέβλεπε, πλέον, σε πολεμικούς σκοπούς και συμμαχίες, αλλά στη συμφιλίωσή τους. Πρωτεργάτης της ιδέας αυτής ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης. Αργότερα, μετά την επικράτηση των νεότουρκων και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προτού έλθει στην Ελλάδα που πρωτοστάτησε στην Ελλάδα των πέντε και των δύο θαλασσών, στην εφημερίδα στην Κρήτη «Κήρυκα Χανίων», ότι «η συναίσθηση των κοινών συμφερόντων και κινδύνων θα οδηγήσει τους δύο λαούς, σε στενή και ειλικρινή συνεργασία (7).
Η προσπάθεια, όμως, αυτή δεν προχώρησε, γιατί από το 1912 και μετά βρήκε ξανά την Ελλάδα αντιμέτωπη της Τουρκίας.

Μετά τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους, ο Βενιζέλος διακατεχόμενος από την πεποίθηση ότι τα Δωδεκάνησα θα περιέρχονταν στην Ελλάδα και διαμηνούσε στον Πρεσβευτή μας στο Λονδίνο Ρωμανό: «Μην πιέζετε περισσότερο τα πράγματα. Δεν έχομεν, πλέον, ανάγκη να ζητιανεύωμεν. Όλα τα νησιά θα τα πάρουμε με το σπαθί μας». Σε υπόμνημά του, δε, τον Ιανουάριο του 1913, προς τους Πρωθυπουργούς της Αγγλίας και Γαλλίας, τόνιζε: «... Διεκδικούμε τα Δωδεκάνησα, όχι σαν κατάκτηση, αλλά σαν Εθνική κληρονομιά. Οι τίτλοι μας είναι προγενέστεροι και ανώτεροι από τον πόλεμο· μας δόθηκαν από την αρχή των Εθνοτήτων, γιατί πουθενά δεν θα βρει κανείς ένα πληθυσμό πιο ομογενή, καθαρής καταγωγής και με τα πιο δυνατά εθνικά ιδεώδη, παρά μόνο στο Αρχιπέλαγος».

Το Σεπτέμβριο οτυ 1911 η Ιταλία κήρυξε πόλεμο κατά της Τουρκίας, με αφορμή τις Οθωμανικές Επαρχίες στην Τριπολίτιδα και Κυρηναϊκή και το Μάιο του 1912 κατέλαβε τη Δωδεκάνησο, ύστερα από άδεια της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, υπό τύπον προσωρινότητας, με το αιτιολογικό να εκβιάσει δήθεν την Τουρκία σε υποχωρήσεις, ως προς τις προαναφερθείσες δύο περιοχές στην Αφρική. υπό το πρόσχημα αυτό έμπαινε σε εφαρμογή μακροπόθεσμη πολιτική επέκτασης της Ιταλίας προς τη Μεσόγειο και αλλού. Επεκτατική πολιτική, την οποία συνέχισε εντονότερα και απροκάλυπτα και ο Μουσολίνι, μετά το 1922, κατακτώντας στη δεκαετία του 1930 και την Αιθιοπία, αλλά και την Αλβανία το 1935 και 1939 αντίστοιχα.
Έτσι, η έκρηξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου όχι μόνο ματαίωσε τη συνάντηση του Βενιζέλου με Τούρκους επισήμους, αλλά και βρήκε την Ελλάδα αντιμέτωπη με την Τουρκία, ιδιαίτερα κατά τη Μικρασιατική Κατατροφή της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία (1919-1922), με επακόλουθο την ήττα του Ελληνικού Στρατού από τα στρατεύματα του Κεμάλ Ατατούρκ και το ξεριζωμό του εκεί Ελληνισμού.

Την 18η Οκτωβρίου 1912 μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης, βάση της οποίας η Δωδεκάνησος θα επανερχόταν στην Τουρκία, αφού η τελευταία αποχωρήσει πλήρως από την Τριπολίτιδα και Κυρηναϊκή. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προβάλλοντας εθνικοϊστορικούς και δημογραφικούς λόγους αγωνίστηκε διεκδικώντας τα νησιά. Αλλά η Ιταλία, η οποία τώρα έγινε φιλότουρκη αντέταξε ότι κατέχει τη Δωδεκάνησο, ως εγγύηση για την εφαρμογή από την Τουρκία της προαναφερθείσας συμφωνίας. Κι έτσι πάλι το Δωδεκανησιακό Ζήτημα παρέμεινε σε εκκρεμότητα. Και όμως, υπήρχε τότε σχηματισμένη η πεποίθηση ότι τα Δωδεκάνησα θα επανέρχονταν στην Ελλάδα, χωρίς περιπέτεια μάλιστα, όταν ο ελληνικός στόλος κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κατέλαβε τα τουρκοκρατούμενα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, αν δενείχε παρεμβληθεί μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας επί του Δωδεκανησιακού η Ιταλία.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η Κοινότητα Ρόδου με Δημοψήφισμα που συνέταξαν ο Γ.Δ. Δρακίδης μαζί με τον Έλληνα Πρόξενο, διαδήλωσε τον προαιώνιο πόθο των Δωδεκανησίων να ενωθούν με την Ελλάδα.
Στις 6 Ιανουαρίου 1913, ημέρα των Θεοφανείων, έλαβαν χώρα νέες διαμαρτυρίες στον Ιερό Ναό του Νεοχωρίου Ρόδου για τη συνεχιζόμενη ξένη κατοχή, στη διάρκεια των οποίων η ιταλική διοίκηση αντέδρασε κατά τρόπο βίαιο.
Μετά τη λήξη των βαλκανικών πολέμων ο Βενιζέλος επεδίωξε να οριοθετήσει τις βάσεις για ελληνοτουρκική φιλία, κυρίως «δια την φιλικήν επίλυσιν των διαφορών», με προεξάρχοντα τα οικονομικά, που είχε δημιουργήσει ο προηγούμενος πόλεμος μεταξύ των δύο Χωρών. Και ίσως, να ετίθετο επί τάπητος και η κατάσταση που υπήρχε στη Δωδεκάνησο, με την «προσωρινή» κατοχή των Ιταλών. Η έκρηξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, Grande Guerra, όπως έμεινε στη μνήμη των Γάλλων και Ιταλών ιδίως, ματαίωσε κάθε σχετική πρωτοβουλία. Πέραν, δε, τούτου, η Ελλάδα βρέθηκε εκ νέου αντιμέτωπη με την Τουρκία.

Η Ιταλία, με καιροσκοπική πολιτική κατορθώνει και πλευρίζει τους Συμμάχους της Αντάν, αφού προηγούμενα βρισκόταν με το μέρος της Γερμανίας και συμμετέχει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αντάλλαγμα επιτυγχάνει, με μυστική συμφωνία της 16.4.1915, να της αναγνωριστούν και κυριαρχικά δικαιώματα επί της Δωδεκανήσου.

Με τη λήξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και με αφορμή τη διακήρυξη των νικητών για το δόγμα της αυτοδιάθεσης των λαών, οργανώθηκε και εκδηλώθηκαν σε ολόκληρη τη Δωδεκάνησο, ταυτόχρονα, Συλλαλητήριο το Πάσχα οτυ 1919.
Για πληρέστερη ενημέρωση της κοινής γνώμης για το δημοψήφισμα τόσο της Ελλάδας, όσο και του εξωτερικού θεωρήθηκε σκόπιμο να αποσταλεί σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ειδική Επιτροπή για ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης.
Στις 29 Ιουλίου 1919 υπογράφεται μεταξύ των Κυβερνήσεων Ελλάδας-Ιταλίας. Η Συνθήκη αυτή, γνωστή υπό το όνομα Tittoni-Βενιζέλου, αναπτέρωσε τις ελπίδες του δωδεκανησιακού λαού, καθόσον, σύμφωνα με τους όρους της, η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα αμέσως την κυριαρχία της Δωδεκανήσου, εκτός της Ρόδου, η οποία θα παραδιδόταν μετά πενταετία με Δημοψήφισμα.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Ιουλίου 1920, καταγγέλεται από την Ιταλία η παραπάνω Συνθήκη. Τον Αύγουστο, όμως, του ιδίου έτους υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών και με τη Συμφωνία Bonino-Βενιζέλου επικυρώνεται, σχεδόν, η προηγούμενη Tittoni-Βενιζέλου, με τη διαφορά ότι το Δημοψήφισμα για τη Ρόδο θα διενεργόταν μετά 15 χρόνια. Όπως είναι γνωστό η Συνθήκη των Σεβρών πήρε το όνομά της από τη γαλλική πόλη στην οποία υπογράφηκε. Και η οποία, εκτός των άλλων, προέβλεπε το διαμοιρασμό μεγάλου μέρους της Τουρκίας, μεταξύ των ξένων Δυνάμεων, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και η Ελλάδα.
Τα στρατηγικά Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων έμπαιναν υπό διεθνή έλεγχο.

• • •
Ο πολιτικός και ιστορικός Σπύρος Μαρκεζίνης αναφερόμενος στις δύο αυτές συνθήκες, γράφει: «... Το θέμα της Δωδεκανήσου εφάνη προς στιγμήν οριστικώς τερματισθέν εις όφελος της Ελλάδος, δια της Συμφωνίας Τιττόνι-Βενιζέλου. Όταν, όμως, εις τας παραμονάς της Συνθήκης των Σεβρών ανεκλήθη η Συμφωνία, τότε η κατάστασις εφάνη ότι περιεπλέκετο εκ νέου, εφόσον η μέλλουσα να υπογαφή Συνθήκη προέβλεπε την εκχώρησιν της Δωδεκανήσου εις την Ιταλίαν. Αλλά χάρις εις την επιμονήν του Βενιζέλου, εξασφαλίσαντος την βοήθειαν του Άγγλου Πρωθυπουργού Λόυδ Τζωρτζ, επετεύχθη, ως προς την Δωδεκάνησον νέα ελληνο-ιταλική Συμφωνία, η οποία υπεγράφη ταυτοχρόνως με την Συνθήκην των Σεβρών. Κατά ταύτην η μόνη επελθούσα μεταβολή ήτο η αναφερομένη εις το Δημοψήφισμα δια την Ρόδον, το οποίον δεν θα ηδύνατο να διεξαχθή προ της παρελεύσεως 15ετίας. Και είναι μεν απορίας άξιον, διατί προεκρίθη αυτή η περίπλοκος διαδικασία, καθήν όλα τα Δωδεκάνησα δια της Συνθήκης των Σεβρών περιήρχοντο εις την Ιταλίαν και κατόπιν θα παρεχωρούντο από την Ιταλίαν εις ημάς. Ανεξαρτήτως τούτου, γεγονός παραμένει ότι η σύνδεσης της τύχης των Δωδεκανήσων με την Συνθήκην των Σεβρών απέβη εις όφελος της Ιταλίας. Διότι, η Συνθήκη εκείνη ουδέποτε επικυρωθείσα και εφαρμοσθείσα αφήκε πραγματικήν κατάστασιν υπέρ των Ιταλών, μέχρις ότου μετά την Συνθήκην της Λωζάνης ηκολούθησεν και η προσάρτησις».

Αυτά είναι, κατά την άποψή μας, τα κύρια σημεία της διπλωματικής ιστορίας του Δωδεκανησιακού Ζητήματος, από το 1912 μέχρι του 1920, με πρωτεργάτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 
5) Ελένη Ε. Κούκου «Ιωάννης Καποδίστριας»-ο άνθρωπος-ο διπλωμάτης, 1800-1828. Αθήνα 1997. 
6)Ως προηγούμενο, σελ. 75).
7) Ιφιγένεια Αναστασιάδου. «Ο Βενιζέλος και το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο φιλίας του 1930. Αθήνα 19.82.