Λεξιστορείν: Θέλω να ξεφαντώσω!

Το ρήμα ξεφαντώνω  προέρχεται από το μεσαιωνικό (έ)ξεφαντώνω, με αναγωγή  στο ελληνιστικό επίθετο έκφαντος (ρηματικό επίθετο του εκφαίνω = φανερώνω), που σήμαινε «αυτός που έχει φανερωθεί, που έχει αποκαλυφθεί».

Συνεπώς το (έ)ξεφαντώνω θα σήμαινε αρχικά «διασκεδάζω φανερά».

Σιγά-σιγά όμως παραλείφθηκε η σημασία «φανερά» κι έμεινε μόνο η έννοια  του διασκεδάζω, γλεντώ, εκτονώνομαι χωρίς όρια.