Από χιλιάδων αιώνων το Αιγαίο ήτο, είναι  και πρέπει να παραμείνει ελληνική θάλασσα

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Γ’ ΜΕΡΟΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Το Δωδεκανησιακό κατά την περίοδο 1921-1947
Αντίθετα με τη δεκαετία του 1910-πλην μιας ενδιάμεσης χρονικής περιόδου, 1915-1917, στην επόμενη του 1920, από την αρχή ήδη άρχισαν να δημιουργούνται δυσμενείς συγκυρίες για το Δωδεκανησιακό Ζήτημα, τόσο στο εσωτερικό της Δωδεκανήσου, όσο και στο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας.

α) Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 καταψηφίζεται και χάνει την εξουσία ο Ελευθέριος Βενιζέλος και αλλάζει η πολιτική φυσιογνωμία της Χώρας.

Ο Βενιζέλος, δεν εκλέγεται ούτε καν βουλευτής, αποσύρεται της πολιτικής και αναχωρεί στο εξωτερικό, εγκαταλείποντας την αρχηγία του κόμματος των Φιλελευθέρων. Και να υπογραμμιστεί ότι, όταν ο Βενιζέλος έχασε αυτές τις κρίσιμες εκλογές, η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου-ο ένδοξος “Αβέρωφ”-βρισκόταν αγκυροβολιμένη στην Κωνσταντινούπολη, στα ανοικτά του Κεράτιου Κόλπου. Ταυτόχρονα ο Βενζέλος αναγνωριζόταν απ’ όλη την Ευρώπη, ο πιο επιτυχημένος και εμπνευσμένος ηγέτης και διπλωμάτης.

Εν τω μεταξύ, ενώ στο εσωτερικό της Χώρας δημιουργούταν νέα κατάσταση πραγμάτων, ο πόλεμος στη Μικρά Ασία συνεχιζόταν και ολοένα απέβαινε σε βάρος μας. Επιπρόσθετα και οι Σύμμαχοί μας στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και η Ιταλία, άρχισαν να μας αντιμετωπίζουν με διαφορετικό μάτι, για να μην πούμε τελείως εχθρικό, υπό το πρόσχημα της παλινόρθωσης του Βασιλιά Κωνσταντίνου, ενώ η επιλογή αυτή ήταν πέρα για πέρα εσωτερική υπόθεση της Χώρας μας.

Για την τότε στάση των Αγγλογάλλων και Ιταλών, κι αυτός ο αυτοεξόριστος στο Παρίσι Βενιζέλος, θα πει με πικρία: «Αυτοί μας παρακαλούσαν, μας ικέτευαν να αποβιβαστούμε στη Σμύρνη, κι εμείς αποβιβαστήκαμε. Τώρα, τα αρνούνται όλα. Μας εγκαταλείπουν». Για να επιβεβαιωθεί και εν προκειμένω, σε όλο της το μεγαλείο, ότι στη διεθνή πολιτική και διπλωματία η δύναμη που κινεί τα πράγματα είναι η ανάγκη και το συμφέρον.

Η κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργηθείσα, πλέον, κατάσταση ευνοούσε, φυσικά, πέραν των άλλων, και τα σχέδια των Ιταλών στη Δωδεκάνησο.

β) Η ιταλική διοίκηση Δωδεκανήσου εξορίζει στις 26 Σεπτεμβρίου 1921 το Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολο Τρύφωνος, υπό το πρόσχημα ότι δεν παραβρέθηκε στην υποδοχή του Διαδόχου του ιταλικού θρόνου Ουμβέρτου, στην ουσία όμως, για να τον εκδικηθεί για την οργάνωση των Συλλαλητηρίων του 1919.

γ) Τον Ιούλιο του 1922 απελαύνεται από τους Ιταλούς στο Καστελλόριζο και ο Μητροπολίτης Καρπάθου Γερμανίας Μανούδης.

δ) Τον Ιούλιο του 1924 πεθαίνει ο Μητροπολίτης Κω Αγαθάγγελος.

Ετσι, σε μια κρίσιμη εποχή για το Δωδεκανησιακό Ζήτημα, αναπόσπαστο μέρος του οποίου, αμφίβολα, ήταν και το Εκκλησιαστικό, η Εκκλησία της Δωδεκανήσου βρισκόταν, σχεδόν, ακέφαλη. Καθόδον, μόνο ο Καλύμνου-Λέρου παρέμενε στην έδρα του. και το πλέον επικίνδυνο: η ιταλική διοίκηση δεν επέτρεπε, χωρίς την άδεια της, την πλήρωση των κενών θέσεων των Μητροπολιτών. Αργότερα, μάλιστα, απότ ο 1929, το απαγορευτικό αυτό μέτρο επεκτάθηκε και στη χειροτονία ιερέων.

ε) Το 1922 ηττήθηκε η Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Και τα ξημερώματα της 3ης Σεπτεμβρίου του έτους εκείνου, η «Μεγάλη Ελλάς», όπως την αποκαλεί ο ιστορικός του Έθνους Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος τη Μικρά Ασία, βρισκόταν ολοκληρωτικά στα χέρια του Κεμάλ. Ο ξεριζωμός του Ελληνισμού από τα Ιερά χώματα της Ιωνίας, η μεγαλύτερη δοκιμασία του Έθνους μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), με το κυρίαρχο εκεί Ελληνικό στοιχείο στον οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό βίο, ήταν, πλέον, μια θλιβερή πραγματικότητα.

Η Ελλάδα, ύστερα από πολύχρονο κοπιώδη πόλεμο, με τις χιλιάδες νεκρούς και ανυπολόγιστες οικονομικές θυσίες, αναγκάστηκε να απορρογήσει και να αφομοιώσει 1,5 εκατομμύριο και πλέον άτομα, που έφθαναν (όσοι πρόφθαιναν), κατά καραβάνια στη Χώρα μας, εγακταλείποντας δια της βίας αιωνόβιες κινητές και ακίνητες περιουσίες και επιπλέον, βιος, όνειρα και προγονικούς τάφους.

Επιπλέον, στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας προστέθηκαν αργότερα και οι πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης. Η εκκένωση της τελευταίας έγινε τον Οκτώβριο οτυ 1922, με την ανακωχή των Μουδανών, κάτω από τον “ετσιθελισμό” στην κυριολεξία των Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών.

Και αποτελεί πραγματικότητα ότι 95 χρόνια από τότε, το σύνδορμο της Μικρασιατικής ήττας παραμένει και πλανάται στην πολιτική ζωή της χώρας.

Μπροστά σε αυτή την καταστροφική εξέλιξη ο αυτοεξόριστος στο Παρίσι Ελευθέριος Βενιζέλος θα αναφερθεί με πικρία: «Αυτοί μας παρακαλούσαν, μας ικέτευαν να αποβιβαστούμε στη Σμύρνη, κι εμείς αποβιβαστήκαμε. Τώρα, τα αρνούνται όλα. Μας εγκαταλείπουν».

Γεγονός, όμως, είναι ότι οι Μικρασιάτες Έλληνες προσέφεραν στη Μητέρα Πατρίδα νέο και σφριγηλό αίμα.

Επ’ αυτού ο πολιτικός και ιστορικός Σπύρος Μαρκεζίνης στο έργο του: «Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος» τόμος Α’, σελ. 9, αναφέρει: «...Εις το σημείον αυτό θα αναφέρω δύο τινά, τα οποία είναι και τα δύο μοναδικά εις την Ιστορίαν. Η Ελλάς, το 1919, ανέλαβε την εντολήν διοικήσεως ωρισμένης περιφερείας της Μικράς Ασίας. Την ώραν εκείνην ήτο διηρημένη (σ.σ. σε βασιλικούς και αντιβασιλικούς κατά τρόπον έντονο) και, επιπλέον, ολίγα μόλις έτη πριν, είχε διπλασιασθή μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους· και όμως έφερε τον Λόυδ Τζωρτζ να δηλώση, εις την Βουλήν των Κοινοτήτων, δια την υπό των Ελλήνων διοίκησιν των Μικρασιατικών περιφερειών, ότι θα ημπορούσε να την ζηλεύσουν και η Μεγάλη Βρεταννία και άλλαι προηγμέναι χώραι.

Ολίγα έτη κατόπιν η Ελλάς αντιμετώπισε την Μικρασιατικήν καταστροφήν και υπεχρεώθη, σχεδόν, από της μιας ημέρας εις την άλλην να δεχθή εις τους κόλπους της ένα και ήμισυ εκατομμύριου Ελλήνων, οι οποίοι, κυριολεκτικώς, δεν είχαν που την κεφαλήν κλίναι. Και κατώρθωσε με ασήμαντον ξένην βοήθειαν και εις σχετικώς βραχύν χρόνον να επιτύχη την νέαν προσαρμογήν.

«Δεν έχομεν παρά να αναλογισθώμεν τι θα συνέβαινεν, αν αιφνιδίως σήμερον αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής, η Χώρας η παρουσιάζουσα τας μεγαλυτέρας δυνατότητας, υπεχρεούτο από της μιας ημέρας εις την άλλην να αφομοιώση 50 εκατομμύρια Αμερικανών...»

στ) Κι ενώ στη Χώρα μας είχαμε να αντιμετωπίσουμε δύσκολες καταστάσεις, στην Ιταλία, τον Οκτώβριο του 1922, πραγματοποιείται πολιτική αλλαγή που ευνοούσε (την Ιταλία), ως προς το Δωδεκανησιακό.

Στην εξουσία ανέρχεται το φασιστικό κόμμα και, συν τω χρόνω, η Ιταλία του Μουσολίνι αρχίζει να υπολογίζεται ακόμη περισσότερο, όχι μόνο σαν ευρωπαϊκός, αλλά και διεθνής παράγοντας.

Και ανεξάρτητα με το τι γράφτηκε ή και γράφεται μεταπολεμικά για το Μουσολίνι, γεγονός παραμένει ότι στις δεκαετίες του 1920 και 1930, διεθνούς κύρους πολιτικές προσωπικότητες, όπως για παράδειγμα ο Τσώρτσιλ και αυτός ακόμη ο έμπειρος και διορατικός Ελευθέριος Βενιζέλος είχαν υποστεί, σε σημαντικό βαθμό, τη γοητεία του Ιταλού δικτάτορα.

Με αυτά, λοιπόν, τα δεδομένα, στις 25 Σεπτρμβρίου του 1922 η Ιταλία βρήκε κατάλληλη τη στιγμή για να προβεί στη δήλωση ότι δε θεωρεί πια ισχύουσαν τη Συνθήκη των Σεβρών, σύμφωνα με την οποία, εκτός των άλλων, ως προαναφέρθηκε, παραχωρούνταν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.

Αυτές τις δυσμενείς συγκυρίες είχε να αντιμετωπίσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν επικεφαλής της Ελληνικής αντιπροσωπείας της Επανάστασης του 1922, της οποίας ηγούταν ο θρυλικός Μαύρος Καβαλάρης, ο Νικόλαος Πλαστήρας, διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, οι οποίες κατέληξαν στη Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου του 1923. 

Η οποία, ναι μεν, χαρακτηρίστηκε ως η ταφόπετρα της “Μεγάλης Ιδέας”, με την οποία έζησε το Έθνος επί 4,5 και πάνω αιώνες, αλλά χάρη τη διπλωματική δεξιοτεχνία του Εθνάρχη επιτεύχθηκε αξιοπρεπής διέξοδος από την ταπείνωση, ενώ παρεχόταν δι’ αυτής της Συνθήκης η δυνατότητα στην Ελλάδα να ζήσει, εντός των στενοτέρων ορίων της.

Εκ των προαφερθέντων διαφαίνεται καθαρά ότι, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, το Δωδεκανησιακό Ζήτημα έπαιρνε δραματική τροπή. Η Τουρκία παραχώρησε στην Ιταλία τα δικαιώματά της επί της Δωδεκανήσου και “μονιμοποιούταν” στα νησιά η ιταλική κατοχή, που άρχισε το 1912.

Κι έτσι η Ελλάδα, ενώ είχε να αντιμετωπίσει το τεράστιο προσφυγικό ζήτημα και πάλευε με τόσα άλλα ακανθώδη και πιεστικά γενικότερης Εθνικής φύσεως προβλήματα, χωρίς εκ των πραγμάτων να αντισταθεί, αποδεχόταν το κλείσιμο του Δωδεκανησιακού Ζητήματος, σαν τετελεσμένο γεγονός, προβάλλουσα κάποιας αόριστης μορφής διαμαρτυρία, συμμορφούμενη στη θέληση και τα συμφέροντα των αποκαλούμενων Μεγάλων Δυνάμεων ή αναφέροντας συνήθη όρο, υποκύπτοντας «στο δίκαιο του ισχυροτέρου».

Παρά ταύτα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατόρθωσε και συμπεριλήφθηκε στη Συνθήκη της Λωζάνης νομικής φύσεως επιφύλαξη της Ελλάδας, για τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Ιταλία με τη Συνθήκη των Σεβρών.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, άρχισαν τον Ιούλιο του 1924 οι συνομιλίες οι συνομιλίες για όσα συμφωνήθηκαν, αλά στην πορεία παρουσιάζονταν διάφορα προβλήματα και αυτά με καθυστερημένο ρυθμό· και τούτο, παρά τη θέληση τόσο του Βενιζέλου, όσο και του Ισμέτ Ινονού, πρωθυπουργού της Τουρκάις.

Δύο ήσαν οι συγκεκριμένοι στόχοι: έπρεπε η Ελλάδα να αποδώσει τα κτήματα των Μουσουλμάνων που δεν ήσαν ανταλλάξιμα και η Τουρκία να επιτρέψει τον επαναπατρισμό των Κωνσταντινοπολιτών. Και οι δύο χώρες, όμως, φάνηκαν απρόθυμες για Συμφωνία, γιατί η Ελλάδα είχε ήδη αποδώσει τα κτήματα αυτά σε πρόσφυγες, ενώ η Τουρκία εμπόδιζε τους “φυγάδες” Κωνσταντινοπολίτες να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους.

Στις 19 Αυγούστου 1928 διεξήχθησαν στην Ελλάδα βουλευτικές εκλογές και αναδεικνύεται πανίσχυρος ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μετά την κατρακύλα του Νοεμβρίου 1920 ο Ελληνικός λαός τον επαναφέρει στην Αρχή σαν Μεσσία, ύστερα από οκτώ χρόνια. Εξασφαλίζει το 61% της προτίμησης του εκλογικού Σώματος και το κόμμα των Φιλελευθέρων και οι μετ’ αυτού συνεργαζόμενοι κέρδισαν 223 έδρες στο Κοινοβούλιο εκ των 250.

Και όπως θα γράψει στη γυναίκα του Έλενα: «...Ουσιαστικώς ο Ελληνικός λαός με κατέταξε κοινοβουλευτικό δικτάτορα». Κυβερνήσεις μακρότερης διάρκειας στη χώρα μας υπήρξαν η κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπυ του 1886, η οποία παρέμεινεν στην Αρχή 53,5 μήνες, η Κυβέρνηση Βενιζέλου του 1910, της οποίας ο βίος παρετάθη επί 52,5 μήνες και η κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά του 1936 που έζησε επί 59 περίπου μήνες (8).

Ο προεκλογικός αγώνας του Βενιζέλου είχε αρχίσει από τη Θεσσαλονίκη. «Χαράσσοντας το κυβερνητικό του πρόγραμμα ενώπιον του λαού της Μακεδονίας εγκαινίασε μια καινούργια εξωτερική πολιτιή: αναγνώριζε την Ιταλία σαν Δύναμη ισάξια της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας και ευχόταν τη φιλία της· πρόσφερε διευκολύνσεις στη Βουλγαρία. Κυρίως, όμως, καλούσε την Ελλάδα και την Τουρκία να δώσουν τα χέρια. Οι διαφορές που χώριζαν τα δύο κράτη ήταν οικονομικές. Αυτές θα μπορούσαν να λυθούν.

Για μια μελλοντική συνεργασία, όμως, χρειαζόταν, πριν απόλα, μια ομολογία αποδοχής του εδαφικού καθεστώτος. Ο Βενιζέλος είναι πρόθυμος να τη δώσει, αλλά και να την προκαλέσει: «Επιθυμούμεν», θα πει στον προεκλογικό του λόγο «να εξασφαλίσωμεν με την δημοκρατικήν Τουρκίαν σχέσεις όχι απλώς καλής γειτονίας, αλλά σχέσεις όσον το περισσότερον φιλίας. Γνωρίζομεν ότι δεν έχει βλέψεις επί των εδαφών μας και πρέπει να είναι βέβαια ότι ουδεμίαν βλέψιν διατηρούμεν επί των δικών της» (9). Και, όμως, ο Βενιζέλος εκφραζόταν με ειλικρίνεια.

Η Πηνελόπη Δέλτα παρουσιάζοντας την αφήγηση του Βενιζέλου για το ταξίδι της Άγκυρας σε γεύμα του Αντώνη Μπενάκη γράφει: «Στη δεξίωση του Ούγγρου Πρωθυπουργού Bethlem στον Κεμάλ, την ώρα που ήθελε αυτός να μιλήσει με τον Κεμάλ, Βενιζέλος και Ισμέτ Ινονού, πήγαν σε χωριστό δωμάτιο και η πόρτα έκλεισε. Κοιτάχθηκαν τότε οι δυο συνεργάτες της ελληνοτουρκικής φιλίας, συγκινήθηκαν βαθιά και αυθόρμητα, με την ίδια κίνηση, έπεσαν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου» (Π.Σ. Δέλτα, όπ.π., σελ. 175).

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε προτείνει, επιπλέον, τον Κεμάλ Ατατούρκ και για το Βραβείο Νόμπελ.
Δυστυχώς, όμως, εκτός των άλλων, μερίδα του τουρκικού τύπου και ορισμένοι πολιτικοί στην Τουρκία δεν έπαυσαν να προκαλούν και να φανατίζουν τον τουρκικό όχλο. Τη νύκτα, μάλιστα, της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου μία οργανωμένη επίθεση όχλου στράφηκε κατά του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, αλλά και της Σμύρνης. Καταστράφηκαν περίπου 4.350 ελληνικά καταστήματα και επιχειρήσεις και πάνω από 1.000 ελληνικές κατοικίες καταστράφηκαν. Ενώ υπήρξαν 16 νεκροί και 32 τραυματίες.

Με λίγα λόγια, τα Σεπτεμβριανά του 1955, παρά τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και παρά την καλή θέληση της Χώρας μας για καλή γειτονία οι Τούρκοι συμπεριφέρονταν εχθρικά.

• • •

Οταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, οι Δωδεκανήσοι που βρίσκονταν στην Ελεύθερη Πατρίδα δημιούργησαν το «Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών», το οποίο πολέμησε στα βουνά της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Και μετά την κατάρρευση του Μετώπου συγκροτήθηκε στην Αλεξάνδρεια η Δωδεκανησιακή Φάλαγγα. Εξάλλου, και οι Δωδεκανήσιοι που διέμεναν στα νησιά συγκρότησαν αντιστασιακές Οργανώσεις, οι οποίες, με τη συνωμοτική τους δράση, δημιουργούσαν συνέχεια προβλήματα στις πολεμικές βάσεις των Ιταλών και Γερμανών.

Κατά διαστήματα η ελληνική κυβέρνηση που ήταν εγκαταστημένη πλέον μεταξύ Λονδίνου και Καΐρου στο πλευρό των Συμμάχων επανέφερετο Δωδεκανησιακό Ζήτημα και γενική ήταν η πεποίηση ότι τα Δωδεκάνησα θα επανέρχονταν στην αγκαλιά της Μητέρας-Πατρίδας.

Παρά ταύτα, και κατά τη χρονική αυτή περίοδο, η Τουρκία αν και δεν πρόσφερε καμία υπηρεσία κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η Χώρα μας αντιμετώπιζε την ύπουλη διπλωματική δραστηριότητά της, που ζητούσε από τους Άγγλους τη Θεσσαλονίκη, από τους Γερμανούς τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και από τους μεν και τους δε την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα.
Ενώ η Ελλάδα είχε απελευθερωθεί από τον Οκτώβριο του 1944, η Δωδεκάνησος παρέμεινε υπόδουλη μέχρι το Μάιο του 1945. Για να γεμίσει το ποτήρι των πικριών...

Οριστική λύση του Δωδ/κού Ζητήματος
Την 8η Μαΐου 1945, ο Γερμανός Στρατηγός Wagener, Αρχηγός των κατοχικών δυνάμεων του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος, υπογράφει στη Σύμη την άνευ όρων παράδοση της Δωδεκανήσου, παρουσία του Άγγλου Ταξιάρχου Moffat και του Έλληνα Συνταγματάρχη Χρ. Τσιγάντε.

Με την πράξη αυτή ολοκληρώθηκε η αγγλική κατοχή της Δωδεκανήσου. Η διαδικασία που προηγήθηκε, καθώς και η υπογραφή του πρακτικού της παράδοσης έγιναν σ’ ένα παλιό αρχοντικό της Σύμης, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Σύμμαχοι, ως έδρα διοίκησης και στο οποίο υπάρχει σήμερα εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα.

Στην 9 Μαΐου 1945 Αγγλικές Δυνάμεις, ως και άνδρες του Ιερού Λόχου αποβιβάζονται στη Ρόδο. Εγκατθίσταται προσωρινά, αν και αργότερα επεδίωξαν τη μόνιμη εγκατάσταση, η Αγγλική Διοίκηση Δωδεκανήσου, οπότε τερματίζεται και η τελευταία κατοχή, την οποία εκπροσωπούσαν οι γερμανοί του Χίτλερ.

Στις 15 Μαΐου 1945, με τη συγκατάθεση και του Άγγλου Πρωθυπουργού Ουϊνστον Τσώρτζιλ, ο Αντιβασιλέας και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Δμασκηνός έρχεται επίσημα με το “Αβέρωφ” στη Ρόδο και κηρύσσει τον “αρραβώνα” της Δωδεκανήσου με τη Μητέρα-Πατρίδα.

Ο Δαμασκηνός στον πανηγυρικό λόγο του θέλοντας να τονίσει την καρτερικότητα και την αντοχή των κατοίκων των δώδεκα νησιών, δήλωσε: «... Η δοθείσα ευτυχής λύσις εις το Δωδεκανησιακόν Ζήτημα είναι έργον πολλών παραγόντων. Υπεράνω, όμως, όλων, είναι έργον του Δωδεκανησιακού λαού, ο οποίος παρά την μακράν δουλείαν, εκράτησεν άσβεστον εις την ψυχήν του την πατριωτικήν φλόγα». Και πρόσθεσε: «... ότι το ταξίδι του έπρεπε να θεωρηθεί “αρραβών” της Ενσωματώσεως των Νήσων μετά της Μητρός Ελλάδος».

Στις 2 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφεται Συνθήκη Ειρήνης Ιταλίας και Συμμάχων και στο άρθρο 14 αναφέρεται: «η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου, Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Σύμη, Κω και Καστελλόριζο, ως και τας παρακειμένας νησίδας».

Την 31 Μαρτίου 1947 ο Άγγλος Ταξίαρχος Ρarker υπογράφει στη Ρόδο το πρωτόκολλο παράδοσης της Δωδεκανήσου στον Έλληνα Στρατιωτικό Διοικητή Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη.

Στις 22 Οκτωβρίου 1947 επικυρώνεται η Συνθήκη Ελλάδας-Ιταλίας και στις 28 του ίδιου μήνα γίνεται η προσάρτηση και η Δωδεκάνησος αποτελεί, πλέον, Ελληνικό έδαφος. Δεν έμενε, παρά να ορισθεί η επίσημη τυπική τελετή της Ενσωμάτωσης.

Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, 7/9.1.1948 δημοσιεύεται ο Νόμος 518/1948 «περίπροσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα».

Στις 7 Μαρτίου 1948, με την παρουσία του επίσημου Ελληνικού Κράτους, ήτοι του Ανωτάτου Άρχοντα, των Μελών της Κυβέρνησης και της Στρατιωτιής Ηγεσίας, επισφραγίζεται σε επίσημη τελετή η Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα. Ήταν η ημέρα της δικαίωσης των αγώνων και της ανταμοιβής των θυσιών του Δωδεκανησιακού λαού.

Τα Δωδεκάνησα, που αποτελούσαν ένα από τα βασικά αλυτριωτικά οράματα του Ελληνισμού περιήλθαν στην Ελλάδα, τη Μητέρα-Πατρίδα. Όνειρο 638 χρόνων έγινε πραγματικότητα.

Κι έτσι έληξε τυπικά και ουσιαστικά το Δωδεκανησιακό Ζήτημα.

Και όλοι οι Έλληνες πρέπει να ενθυμόμαστε την αποστροφή σε κάποιο έργο του Πανεπιστημιακού Καθηγητή Σ. Μενάρδου: «Το Αιγαίο ήτο και θα μείνη Ελληνική θάλασσα. Θα είναι αφετηρία μεγάλων σκαφών προς όλα της υδρογείου τα πελάγη. Αφήσατε σε ημάς τους ονειροπόλους να φανταζόμεθα ότι επί των σκαφών εκείνων θα ταξιδεύση ποτέ, νέος, τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
8) Γρηγόρης Δαφνής. «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940. Β’ τόμος, σελ. 49, Αθήνα 1955.
9) Ιφιγένεια Αναστασιάδου. Ο Βενιζέλος και το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930. Αθήνα 1982.
10) Ως προηγούμενη.