Αποχαιρετώντας τον Βαγγέλη

Γράφει ο Θανάσης Καραναστάσης


Τη Μ. Τρίτη δέχθηκα το τηλεφώνημα της Αφροδίτης, κοινής μας φίλης:

«Ο Βαγγέλης είναι στο νοσοκομείο».

Τον επισκέφτηκα το μεσημέρι της Μ. Πέμπτης.

Πρώτη φορά τον έβλεπα τόσο καταπονημένο. Ανταλλάξαμε δυο-τρεις κουβέντες. Δεν έμεινα πολύ για να μην τον κουράσω.

Όταν σηκώθηκα να φύγω «Θανάση», μου είπε, «σ’ ευχαριστώ που ήλθες».

«Δεν ήταν αυτονόητο, ότι θα ερχόμουν Βαγγέλη;», απάντησα.

Του ευχήθηκα σύντομη ανάρρωση και έφυγα παίρνοντας μαζί μου ανήσυχες σκέψεις.

Κυριακή του Πάσχα, το πρωί, η Αφροδίτη πάλι μου ανακοίνωσε το θλιβερό νέο: «Χάσαμε τον Βαγγέλη, Θανάση», μου είπε κλαίοντας.

Εάν δεν τον είχα δει εκείνη την τελευταία φορά, θα δυσκολευόμουν να το πιστέψω.

Γιατί ο Βαγγέλης ήταν ένας δυνατός, γεμάτος ζωντάνια και ώρες-ώρες εκρητικός, άνδρας.

Ο Η. Ζαχαριάδης, στο δημοσίευμά του, αναφέρθηκε πολύ κατατοπιστικά στη δημιουργική πορεία και τη δημόσια παρουσία του Βαγγέλη Παυλίδη.

Η δική μου αναφορά έχει σχέση με την ανθρώπινη πλευρά του Βαγγέλη.

Περάσαμε πολλά οι δυό μας. Ζήσαμε από κοινού διάφορα γεγονότα. 

Με τον Βαγγέλη γνωρίστηκα από κοντά ένα βράδυ, το 1972, στην ταβέρνα “Κάστρο” στην Π. Πόλη.

Γρήγορα αναπτύξαμε μια στενή φιλική σχέση.

Βρεθήκαμε αργότερα στο ίδιο κόμμα, λίγο μετά συγκατοικήσαμε για δύο χρόνια.

Παντρευτήκαμε και δημιουργήσαμε παράλληλα τις οικογένειές μας. Βρεθήκαμε να κατοικούμε για μια πενταετία στο ίδιο κτίριο, εκείνος στο δικό του διαμέρισμα, εγώ στο διαμέρισμα του αδελφού του Γιάγκου.

Εκείνη την περίοδο, γνώρισα από κοντά και τον πατέρα του, τον κύριο Σάββα, έναν εξαίρετο και ιδιαίτερα ευγενικό άνθρωπο.

Στο ίδιο κτίριο αποκτήσαμε τους γιούς μας.

Ο δευτερότοκος γιος μου μάλιστα, ο Μιλτιάδης, γεννήθηκε την ίδια μέρα με τον Σάββα του. Γεγονός που προκάλεσε διάφορα πειράγματα από φίλους μας.

Με τον Βαγγέλη περάσαμε πολλά και διάφορα, όπως προσημείωσα.

Φάγαμε και ήπιαμε μαζί. Τραγουδήσαμε μαζί, διασκεδάσαμε μαζί.

Εκείνος έπαιζε και ωραία φυσαρμόνικα. Περάσαμε αμέτρητα βράδια μαζί στον “Ζορμπά” και μετέπειτα στο “Αμόνι” και λίγα βράδια στο “Καφέ Σαντάντ”, αν θυμούμαι καλά. Καμιά φορά ξενυχτούσαμε συζητώντας.

Ο Βαγγέλης περιφρονούσε την πολυτέλεια. Του άρεσαν τα απλά πράγματα: η ταβέρνα, η καλή παρέα, το καλαμπούρι. Σκάρωνε φάρσες και το χαιρόταν σαν μικρό παιδί. Αγαπημένο του χόμπι ήταν η μαγειρική.

Σαν έμπαινες στην κουζίνα του την ώρα που μαγείρευε σου εξηγούσε λεπτομερώς ποιά υλικά χρησιμοποιούσε και ποιά διαδικασία ακολουθούσε για την παρασκευή του φαγητού.

Μετά όμως έπρεπε να αποχωρήσεις για να μην τον αποσπάς από το έργο του...

Οι περισσότεροι γνώριζαν τον Βαγγέλη μέσα από τα σκίτσα του.

Εγώ παρακολουθούσα κι άλλες επιδόσεις του. Δούλευε με ιδιαίτερη μαεστρία την πέτρα, το ξύλο και το δέρμα φτιάχνοντας χρηστικά ή διακοσμητικά αντικείμενα. Και μου τα έδειχνε με ξεχωριστό καμάρι.

Η φαντασία του δεν γνώριζε όρια. Εχω δύο σκίτσα του αφιερωμένα σε μένα. Το ένα ήταν το προσκλητήριο του γάμου μου.

Σε κάποιους φίλους άρεσε τόσο πολύ που το έβαλαν σε κορνίζα.

Ο Βαγγέλης Παυλίδης ήταν από τους ελάχιστους “αποκεντρωμένους” δημιουργούς. Δεν πήγε στην Αθήνα για να φτιάξει καριέρα, έμεινε στον τόπο του που αγαπούσε υπέρμετρα. Εδώ έζησε δημιουργώντας. Ο Βαγγέλης Παυλίδης τίμησε την Ρόδο με το έργο του. Κι η Ρόδος όμως με κάποιον τρόπο θα πρέπει να του το ανταποδώσει.

Η φιλία μου με τον άνθρωπο αυτό αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο στη ζωή μου. Γι’ αυτό νοιώθω την απώλεια του σαν απώλεια πολύ προσωπική.

Τιμώντας την μνήμη του θέλω να προσθέσω ένα ακόμη στοιχείο από τη μεταξύ μας σχέση.

Σ’ εκείνον όφειλα το πέρασμα μου από το ραδιόφωνο. Με δική του πρόταση μου ανατέθηκε η θέση ανταποκριτή στο εθνικό δίκτυο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας για τα Δωδεκάνησα, θέση που υπηρέτησα επί εννέα χρόνια.

Με δική του προτροπή επίσης, όταν ήταν υπεύθυνος προγράμματος στο τοπικό ραδιόφωνο της ΕΡΑ, ανέλαβα την επιμέλεια και παρουσίαση της πρωινής εκπομπής “Πρωινό δρομολόγιο”.

Αυτός ήταν και ο άμεσος κριτής της με τις εύστοχες παρατηρήσεις του.

Έφυγε μέσ’ τη καρδιά της άνοιξης αυτός που λάτρευε τη φύση.

Έφυγε τόσο αναπάντεχα που δυσκολεύομαι να το δεχτώ.

Και δυσκολεύομαι ακόμη να βρω παρηγορητικά λόγια να πω στην αγαπημένη του Νόμι, τη σύντροφο της ζωής του και στον Σάββα, τον γιο του.

Εύχομαι ο χρόνος ν’ απαλύνει τον πόνο τους.