Λεξιστορείν: Μην με σκουντάς!

Το ρήμα σκουντώ έχει σήμερα τις σημασίες «σπρώχνω με τον αγκώνα ή τον ώμο κάποιον ανυποψίαστο»  ή «ωθώ, παροτρύνω κάποιον να κάνει κάτι».

Η λέξη φαίνεται να έχει σχηματιστεί  από το μεσαιωνικό ρήμα κουντώ (με την ανάπτυξη ενός προθετικού «σ») το οποίο ανάγεται στο αρχαίο ρήμα  ακοντίζω = ρίχνω και χτυπώ κάποιον με το ακόντιο μου.

Αυτή η έννοια του χτυπήματος με το ακόντιο έχει «περάσει» και στο σημερινό ρήμα σκουντώ όχι όμως πια με το ακόντιο αλλά με το χέρι.