Είναι το πιο συγκλονιστικό έγγραφό που διαβάσαμε ποτέ. Όταν ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος, απελαθείς από τη Ρόδο, το 1921, με το αιτιολογικό ότι δεν παρέστη στην υποδοχή του διαδόχου της Ιταλίας, μεταφέρθηκε στην Πάτμο, όπου παρέμεινε για λίγο χρονικό διάστημα πριν αποσταλεί από τους «πολιτισμένους» στην Κωνσταντινούπολη, με την εντολήν ότι είναι πλέον ανεπιθύμητο πρόσωπο για την επαρχία Ρόδου.

Εκεί σε στιγμές θλίψης, θυμού, περισυλλογής έγραψε επιστολή προς το υπουργείο των Εξωτερικών με τίτλο «Μήτερ διατί με εγκατέλειπες;», δηλαδή, «Μητέρα Ελλάδα γιατί με εγκατέλειψες;».

Είναι το πιο συγκλονιστικό και φοβερό κείμενο που διαβάσαμε ποτέ. Αντίγραφό του είχαμε στα χαρτιά μας, αλλά δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια δεν υπάρχει. Τις παραπάνω γραμμές τις ξαναγράψαμε σε προηγούμενα σημειώματά μας για να κεντρίσουμε την προσοχή άλλων ερευνητών.

Σήμερα το ξαναγράφουμε για να προσθέσουμε ότι και μια άλλη επιστολή, ο μητροπολίτης Απόστολος, απέστειλε στο βασιλιά της Ιταλίας Βιττόριο Εμμανουέλε.

Η επιστολή:
«Μεγαλειότατε
Εν ονόματι της υμετέρας Βασιλικής Μεγαλειότητος και του φιλελευθέρου Ιταλικού Νόμου, διέπραξαν αι Ιταλικαί Αρχαί της Ρόδου μίαν μεγάλην αδικίαν, ήτις εξήγειρε την κοινήν συνείδησιν ου μόνον των Ελλήνων ορθοδόξων αλλά και των άλλων μη ορθοδόξων αλλά πεπολιτισμένων λαών, και δη και αυτών των αληθώς φιλελευθέρων Ιταλών, ως βλέπει ο αναγιγνώσκων τον παγκόσμιον Τύπον.

Εν ονόματι της υμετέρας Μεγαλειότητος και του Ιταλικού Νόμου ο υποφαινόμενος Αρχιερεύς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας αφού απεσπάσθην εκ μέσου των χριστιανών μου βία, αφού υπέστην μυρίους εξευτελισμούς, αφηρέθην την προσωπικήν μου ελευθερίαν και την ατομικήν περιουσίαν και περιορίσθην εις την Πάτμον άνευ δίκης, άνευ καταδίκης, αναπολόγητος.

Μεγαλειότατε,
Το γεγονός είναι μοναδικόν εν τη συγχρόνω ιστορία. Ούτε κατά τον πόλεμον, ούτε μετ’ αυτόν ούτε υπό των εμπολέμων, ούτε υπό των μη τοιούτων ετολμήθη παρόμοιον τόλμημα κατά θρησκευτικού αρχηγού εξαιρουμένων εννοείται των συμμοριών εν ανατολή και των συντρόφων του Λενίν- Τρότσκυ, οίτινες εξέπεσαν της οικογενείας των πεπολιτισμένων συγχρόνων λαών.

Και άλλοι Ιεράρχαι και Ορθόδοξοι και μη τοιούτοι εξεπροσώπευσαν υποδούλους λαούς και έφθασαν μέχρι του ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου, εκθέτοντες τους πόθους των λαών αυτών και εξαιτούμενοι την απελευθέρωσιν αυτών.

Ουδείς, όμως, εξ αυτών υπέστη την τύχην μου, αλλά τουναντίον και απαντήσεως ηξιώθησαν και λόγους παραμυθίας εκόμισαν εις τους χριστιανούς των. Μόνος ο ροδιακός λαός περιεφρονήθη και μόνος ο αρχιερεύς της Ρόδου εξορίζεται και αποστερείται της προσωπικής του ελευθερίας και της ατομικής περιουσίας του.

Μεγαλειότατε,
Εάν ως άνθρωπος έπταισα, υπήρχον νόμοι, υπήρχε και η νόμιμος αρχή μου, η μόνη αρμοδία να με δικάση και να με τιμωρήση. Προς τι αι βιαιότητες αύται και αι τυραννικαί αυθαιρεσίαι των εν Ρόδω αρχών;

Δυνάμει των Βερατίων μου, άτινα η επίσημος Ιταλία κατ’ επανάληψιν εδήλωσεν ότι θα σεβασθή, απολαύω προσωπικώς ασυλίας και ετεροδικίας. Ποίος νόμος νεώτερος ηκύρωσε το Βεράτιόν μου και κατήργησε τα προνόμιά μου; το επ’ εμοί ένα γνωρίζω μόνον νεώτερον σχετικόν Νόμον το περί αυτονομίας διάγγελμα του κ. Μαΐσσα, το οποίον, όμως, ου μόνον δεν καταργεί, αλλά και ενισχύει και κρατύνει ή έτι μάλλον τα θρησκευτικά μας προνόμια.

Κατά ταύτα Μεγαλειότατε, προς ικανοποίησιν του δικαίου και προς εξύψωσιν του γοήτρου της Ιταλίας, ως μιας των Μεγαλειτέρων και μάλλον Φιλελευθέρων Δυνάμεων του Κόσμου, είναι ανάγκη όπως τα πράγματα επανέλθωσι εις ο σημείον ευρίσκοντο πριν ή εξασκηθή η κατ’ εμού βία και να ακολουθήσωσι την μόνην νόμιμον και φυσικήν οδόν.

Να μεταβώ δηλαδή εις Ρόδον και ακολούθως αι κατ’ εμού υπάρχουσαι τυχόν αιτιάσεις να υποβληθώσιν εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον το οποίον αφ’ ου ακούση και την εμήν απολογίαν θα εξενέγκη την απόφασιν αυτού, εις ην και εγώ και ο λαός μου κατ’ ανάγκην θα υποκύψωσιν και η Κυβέρνησις θα σταθή εις το ύψος της θέσεως αυτής.

Έχων ακράδαντον την πεποίθησιν εις το άκρως φιλοδίκαιον και φιλάνθρωπον της Υμετέρας Βασιλικής Μεγαλειότητος τολμώ να υποσημειωθώ ωε ελάχιστος ικέτης προς Θεόν υπέρ των πολυτίμων Αυτής ημερών υπέρ ευκλείας του Κραταιού Βασιλικού Αυτής Θρόνου και υπέρ αμεταπτώτου ευημερίας του ενδόξου
Αυτού Οίκου.

Εν τη κατά Πάτμον Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου τη 26 Οκτωβρίου 1921

Με ένα ψαρά
Λίγες μέρες πριν στις 15 Οκτωβρίου 1921 ο μητροπολίτης Ρόδου, μέσω ενός ψαρά-έτσι λέγει ο μύθος-έστελνε μια δεύτερη επιστολή προς την ελληνική Κυβέρνηση και ειδικά προς τον υπουργό των Εξωτερικών Γεώργιο Μπαλτατζή, όπου εξέθετε το ζήτημα της Ρόδου και τα της εξορίας του.

Η επιστολή είναι ιδιόχειρη. Η επιστολή έφτασε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου και έχει ως εξής:

«Κύριε υπουργέ,
Όχι ως ενδιαφερόμενος, αλλ’ απλώς ως Έλλην, αισθάνομαι την υποχρέωσιν να συγχαρώ την Υμ. Εξοχότητα, διά την αξιοπρεπή και διπλωματικήν αλλά συγχρόνως και λίαν δηκτικήν και ενδεικτικήν δήλωσιν προς τον κ Μοντάνα περί του De Bosdari.

Πράγματι ήτο κατόρθωμα ως πεπολιτισμένος άνθρωπος τόσον να σκληρύνη την συνείδησίν του, ώστε να επαναφέρη τους χρόνους της Ιεράς Εξετάσεως, ήτις εννοεί να κρίνη και να τιμωρή όχι τας πράξεις και ενεργείας, αλλά τας ενδιαθέτους σκέψεις και τα αισθήματα. Διότι ποίας επαναστάσεως αρχηγός υπήρξα, αφού επανάστασις δεν εγένετο, αλλ’ άκρα τάξις και ησυχία βασιλεύει καθ’ όλα τα Δωδεκάνησα κατά την μαρτυρίαν αυτού του κόμητος;

Αλλά και πώς κατώρθωσε να φτάση εις τοιούτον περί εμού συμπέρασμα, αφού τρις μόνον συνηντήθημεν, κατά δε την τελευταίαν μας συνάντησιν εδώσαμεν αμοιβαίαν υπόσχεσιν συνεννοήσεως και συνεργασίας ευθύς ως θα επέστρεφον εκ της περιοδείας μου.

Καθ’ όλον δε το διάστημα τούτο της περιοδείας μου, απορροφημένος εις το ποιμαντορικόν μου έργον, δεν είχον ούτε τον απαιτούμενον υλικόν καιρόν δι’ άλλας ενεργείας.
Προς πίστωσιν δε εσωκλείω ώδε εν σχετικόν αντίγραφον εγγράφου μου προς τον κ. De Bosdari, όστις ούτε κεραίαν αυτού δεν δύναται να διαμφισβητήση.

Εξ όλων τούτων σαφώς προκύπτει ότι ο κ. De Bosdari, προβάς εις την εξορίαν μου, έπραξεν αδικίαν όχι μόνον τυπικήν αλλά και ουσιαστικήν. Είναι δε πάντως αδικαιολόγητος, παρ’ όλας τας πομπώδεις δηλώσεις ότι κατέχει στοιχεία ενοχής μου.

Το πρόγραμμά μου το οποίον και εγώ και ο Ελληνικός λαός της Ρόδου εφαρμόζομεν ως έμβλημα έχει «Το παν υπέρ της Ελλάδος, ουδέν κατά της Ιταλίας».

Επομένως όχι έργα, αλλ’ ούτε λόγους κατά της Ιταλίας δεν δύναται να ανεύρει εν όλη τη πολιτεία μου. Τοιαύτα βεβαίως δεν εννοώ τας κατά καιρούς υπ’ εμού γενομένας καταγγελίας παρεκτροπών οργάνων της εξουσίας, διότι τοιαύτας έχω πολλάς, επί τη βάσει των δικαιωμάτων, άτινα χορηγεί το Βεράτιόν μου.

Εκτός, όμως, τούτου είμαι περίεργος να μάθω κατά ποίον Δίκαιον Ιδιωτικόν ή διεθνές με κρατεί αιχμάλωτον εν Πάτμω;

Διέπραξα παρανομίαν καταπατήσας τα Προνόμια του Οικουμενικού Πατριαρχείου δια της αυθαιρέτου και άνευ αποφάσεως της εν Kωνσταντινουπόλει Συνόδου των Μητροπολιτών ως απαιτεί το Βεράτιόν μου. Εξορίας μου. Διατί προσθέτει και νέαν, κρατών με αιχμάλωτον εν Πάτμω; Διατί δεν με αφήνει ελεύθερον να μεταβώ παρά τη Αρχή μου και εκθέσω την κατάστασιν και ληφθή πρόνοια περί του ποιμνίου μου;

Διατί με απεγύμνωσε της ατομικής περιουσίας μου, μου αφήρεσε τα χρήματα και τα κατάστιχά μου και δεν είμαι εις θέσιν να κανονίσω τα προς τρίτους υποχρεώσεις μου, μεταξύ των οποίων μία η μεγαλειτέρα πασών είναι προς τον μαχόμενον Στρατόν μας, εκπροσωπούσα την πέμπτην και τελευταίαν δόσιν των υπέρ αυτού εράνων της επαρχίας μου; Είναι ερωτήσεις ας κατ’ επανάληψιν έθεσα προ του κ. De Bosdari χωρίς να λάβω απάντησιν.

Επαναλαμβάνων τα συγχαρητήριά μου και επικαλούμενος την υποστήριξίν Σας, διαβεβαιώ την Υμ. Εξοχότητα περί των αισθημάτων της εκτιμήσεως και υπολήψεώς μου . Εν Πάτμω τη 15 Οκτωβρίου 1921 Διάπυρος ικέτης προς Θεόν υπέρ των πολυτίμων ημερών της Υμ. Εξοχότητος ο Ρόδου Απόστολος.

Αλλά πώς φτάσαμε μέχρις εδώ;

{--page-break--}
Τα της συλλήψεως του μητροπολίτη και όλο το παρασκήνιο, δημοσιεύτηκε στη «Ροδιακή» σε σειρά ντοκουμέντων που είδαν για πρώτη φορά το φως, ύστερα από έρευνες σε αρχειακό υλικό και πρωτογενείς πηγές ελληνικές και ιταλικές.

Δεν δώσαμε, όμως, τα γενόμενα κατά τη διάρκεια της αφίξεως του διαδόχου του ιταλικού θρόνου στη Ρόδο, γεγονότος το οποίο ήταν η επίσημη αιτία της απελάσεως από το νησί του μητροπολίτη Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος-δεν παρέστη κατά την υποδοχή.

Το ντοκουμέντο είναι γραμμένο από το γιατρό Νικόλαο Καραγιάννη, ο οποίος κατά καιρούς αντικαθιστούσε τον Έλληνα πρόξενο στη Ρόδο. Φέρνει ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 1921 και απευθύνεται με αριθμό 746 στο υπουργείο των Εξωτερικών:

«Η Α.Υ ο πρίγκηψ έφθασεν ενταύθα την πρωίαν της Τρίτης 14 τρέχοντος περί ώραν 10ην της πρωίας επί του χρησιμεύοντος ως Σχολή των Δοκίμων πλοίου Francesco Ferrucio απεβιβάσθη δε την 3½ μ.μ.

Από ημερών ήδη είχε κοινοποιηθή η ημέρα της αφίξεως του πρίγκηπος η δε Διοίκησις και η Δημοτική Αρχή παρεσκευάζοντο προς υποδοχήν αυτού. Το καταδρομικόν Napoli είχε φθάσει ενταύθα προ τριών ημερών όπως ευρίσκηται εδώ κατά τας ημέρας της διαμονής του πρίγκηπος σύντονος δε ενέργεια της Αστυνομίας και φανερά και κεκρυμμένης εγένετο παρ’ ατόμοις και Κοινότησιν όπως γίνη όσον το δυνατον ενθουσιώδης.

Όλα τα δημόσια γραφεία εσημαιοστολίσθησαν ιδία δε η πλατεία Μανδρακίου, εις ην θα απεβιβάζετο, και το Διοικητήριον όπερ εστολίσθη και διά μυρσινών. Ο δήμος ανήγειρε προ της αποβάθρας αψίδα, την οποίαν εστόλισαν διά μυρσινών και ιταλικών σημαιών. Εις το μέσον αυτής εκρέμοντο τέσσαρα μεγάλα γράμματα FERT κατεσκευασμένα εκ κλώνων μυρσίνης. Η αυτή επιγραφή είχε τεθεί και επί του εξώστου του Διοικητηρίου επιδεικτικώς.

Τα τέσσαρα ταύτα γράμματα, αποτελούντα, ως γνωστόν, το έμβλημα του Οίκου της Σαβοΐας προ του ΙΔ΄ αιώνος εθεωρήθησαν υπό τινων, παρά πάσαν ιστορικήν βασιμότητα ως τα αρχικά των λέξεων Fortituto Ejus Rhodum Tenuit, αίτινες αναφέρονται εις τον Αμεδαίον της Σαβοΐας διότι δήθεν ούτος κατά το 1310, ότε η Ρόδος ηπειλείτο υπό του Οσμάν Γαζή και εκινδύνευε, εγκαίρως φθάσας εις επικουρίαν των Ιπποτών, ηνάγκασε τον Οσμάν να επιβιβασθή των πλοίων του και να απέλθη.

Η ιστορικώς αστήρικτος αύτη ερμηνεία της εννοίας των τεσσάρων γραμμάτων εθεωρήθη πρόσφορον να αναστηλωθή σήμερον όπως ταύτα επί της αψίδος δι’ ης θα διήρχετο ο Ιταλός πρίγκηψ εξερχόμενος εις Ρόδον.

ʼπαντα τα Οθωμανικά και Ισραηλιτικά καταστήματα ως και τα των ολίγων ενταύθα εγκατεστημένων Ιταλών, ανύψωσαν την ιταλικήν σημαίαν.

Ωσαύτως και τινα Ελληνικά διότι τοις υπεβλήθη υπό της Αστυνομίας διά τρόπον ολίγον απέχοντος της βίας και της απειλής. Οι Έλληνες υπήκοοι ανήρτησαν ελληνικήν και ιταλικήν σημαίαν ίνα μη φανώσιν ότι παρακούουν εντελώς εις τας συστάσεις της Αστυνομίας, πλην αύτη εζήτησε να διαμφισβητήση αυτοίς το δικαίωμα της ανυψώσεως και της ελληνικής σημαίας στηριζομένη εις το παλαιόν διάταγμα, εκδοθέν επί του στρατηγού Ameglio και απαγορεύον την υπό των ιδιωτών ανύψωσιν πάσης άλλης σημαίας πλην της ιταλικής.

Εδέησεν, όμως, να υποχωρήση εις τας παραστάσεις ημών περί του αστόχου της διατάξεως ταύτης και της εντυπώσεως, ην θα επροξένη εις τους Έλληνας η εφαρμογή της όντας τότε υποχρεωμένους να καταβιβάσωσι και τας δύο σημαίας.

Εις την αποβάθραν υπεδέχθησαν τον πρίγκηπα ο Διοικητής De Bosdari, ο Δήμαρχος, αι στρατιωτικαί, πολιτικαί και δικαστικαί Αρχαί, παρίσταντο δε αρκετόν πλήθος, αποτελούμενον εξ Οθωμανών και Εβραίων ελαχίστων δε ημετέρων.

Το πλήθος επευφήμησε τον πρίγκηπα μεταβάντα εκ της αποβάθρας εις το Διοικητήριον, όπου εδέχθη το Δημοτικόν Συμβούλιον της πόλεως, το Προξενικόν Σώμα, τας Αρχάς και τα Προεδρεία των Κοινοτήτων.

Την Ελληνικήν Κοινότητα εξεπροσώπευσε ο Πρωτοσύγκελος του Μητροπολίτου Ρόδου, απουσιάζοντος εις περιοδείαν ανά τα χωρία, μετά των Δημογερόντων Ο πρίγκηψ εξήλθε βραδύτερον εις περίπατον επί αυτοκινήτου, συνοδευόμενος υπό του κόμητος Bosdari και του παιδαγωγού του, ναυάρχου Bonaldi και επεσκέφθη τα πέριξ της πόλεως. Το εσπέρας εφωταγωγήθησαν τα πλοία και τα δημόσια καταστήματα και ηνάφθησαν πυροτεχνήματα.

Την επομένην επεσκέφθη την Τουρκικήν και Εβραϊκήν συνοικίας, όπου εγένετο ενθουσιώδης υποδοχή. Επεσκέφθη το τουρκικόν τέμενος Σουλεμανιέ ο οποίον είχεν επιστρωθεί διά πλουσίων ταπήτων καθώς και η προ αυτού πλατεία, η δε Οθωμανική Κοινότης εδώρησεν εις τον πρίγκηπα χειρόγραφον κοράνιον μεγάλου σχήματος, εστολισμένον με επιχρύσους μικρογραφίας, έργον πιθανότατα του ΙΑ αιώνος.

Εις την Εβραϊκήν συνοικίαν ανηγέρθη μεγάλη αψίς και επεστρώθησαν αι οδοί διά ταπήτων, αι δε μαθήτριαι των εβραϊκών σχολείων ενδεδυμέναι με τα χρώματα της ιταλικής σημαίας, προσέφερον εις τον πρίγκηπα άνθη και έψαλλον διαρκώς πατριωτικά ιταλικά άσματα. Η Ισραηλιτική Κοινότης προσέφερεν επίσης εις τον πρίγκηπα δύο Ριμιονίμ (Ιερά σκεύη), εξ αργύρου, έργα Ροδιακά, του έτους 1781».

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι λίγα χρόνια πριν ο γενάρχης των εβραίων της Ρόδου Σαλομόν Αλχαδέδ (Salomon Alhadef), o τραπεζίτης, μετέβη με ιταλικό τορπιλοβόλο στην Ιταλία-Ρώμη, λίγο πριν το Πάσχα του 1919 και ζήτησε την Ένωση της Δωδεκανήσου με την Ιταλία. αυτός ήταν ένας από τους κύριους λόγους που οι Δωδεκανήσιοι διενήργησαν τα γνωστά συλλαλητήρια με τα αιματηρά αποτελέσματα στη Βιλανόβα. Γι’ αυτον τον κύριο υπάρχει σήμερα δρόμος στη Ρόδο!..

Επίσης η Ισραηλιτική Κοινότητα Ρόδου ήταν η μοναδική που ενέδωσε… αμαχητί, να διδάσκεται η ιταλική γλώσσα στα σχολεία της, με αποτέλεσμα η διεθνής Alliance Juif που έδρευε στο Παρίσι να διακόψει κάθε επιχορήγηση. Το ίδιο έκαμε και η Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης.
Το κείμενο του διευθύνοντος το Ελληνικό Προξενείο στη Ρόδο γιατρού Νικολάου Καραγιάννη συνεχίζει:

«Ο διάδοχος μετέβη είτα εις Ψίνθον, το χωρίον δηλονότι όπου εγένετο η περίφημος (!) μάχη κατά την κατάληψιν της νήσου υπό των Ιταλών και όπου εισί τεθαμμένοι οι εξ στρατιώται Ιταλοί. Τω παρεσκευάσθη υποδοχή υπό της εκεί ιταλικής φρουράς καθ’ ην παρέστη και ο Δήμαρχος του χωρίου, προσφωνήσας και ολίγοι χωρικοί.

Ο πρίγκηψ αφού ανεπαύθη ολίγον και κατάθεσε στέφανον εις τον τάφον των στρατιωτών, επανήλθεν εις την πόλιν. Κατά την εκ του χωρίου Κοσκινού διέλευσιν, όπου η ιταλική φρουρά πληρώσασα εργάτας ανήγειρεν αψίδα, ο Δήμαρχος του χωρίου προσεφώνησεν αξιοπρεπώς και δι’ ολίγων (σ.σ. εδώ ο Καραγιάννης είναι σαφής: δι’ ολίγων λέξεων!.. προφανώς «Καλωσορίσατε στο χωριό μας και τίποτε άλλο!..), πλην την στιγμήν εκείνην προσέρχεται αυτόκλητος ο εν των χωρίω εγκατεστημένος εκ Λειβισίου της Μικράς Ασίας, πρώην διδάσκαλος Α……, όργανον της εν τω χωρίω εκείνω ιταλικής φρουράς, όστις αυτοτιτλοφορηθείς Πρόεδρος της προς υποδοχήν Επιτροπής, υπερεθεμάτισεν εις εκφράσεις χαράς και ευγνωμοσύνης διά την επίσκεψιν του πρίγκηπος. Έκθαμβοι και καταγανακτισμένοι είδον οι χωρικοί την εν τάχει εκτυλιχθείσαν αυτήν σκηνήν.

Την Παρασκευήν μετέβη δι’ αντιτορπιλλικού εις Λίνδον όπου επεσκέφθη την Ακρόπολιν της κωμοπόλεως ταύτης γευματίσας επ’ αυτής, επανήλθε δε δι’ αυτοκινήτου, διελθών διά των χωρίων Μαλώνας, Αρχαγγέλου και Αφάντου όπου ουδεμία σχεδόν εγένετο υποδοχή, παρά την προειδοποίησιν των Αρχών, ειμή μόνον συνάθροισις περιέργων, ως επί το πλείστον γυναικών, όπως είδωσι διερχόμενον τον πρίγκηπα.

Την 4ην μ.μ. της αυτής ημέρας παρετέθη υπό του Δημάρχου τέιον εν τω Μεγάρω του Μουσείου, του αρχαίου νοσοκομείου των Ιπποτών καθ’ ο ο Διοικητής κόμης De Bosdari, προσεφώνησε και πάλιν τον πρίγκηπα αποχαιρετήσας αυτον και εξάρας την σημασίαν της φιλοξενίας του κατά την στιγμήν εκείνην υπό την στέγην του ενδόξου των Ιπποτών μνημείου και παρακαλέσας να είπη εις τον Yψηλόν Πατέρα του, ότι εύρεν ενταύθα ομάδα Ιταλών διατηρούντων άσβεστον τον προς την Πατρίδα έρωτα και εργαζομένων διηνεκώς διά το μεγαλείον της.

Την νύκτα ο πρίγκηψ ανεχώρησεν εις Καστελλόριζον διά μικράς θαλαμηγού ιταλικής σταθμευούσης ενταύθα, επανήλθε δε το εσπέρας της επομένης και χωρίς πλέον να εξέλθη εις Ρόδον επεβιβάσθη του Ferrucio όπερ απέπλευσε περί την ώραν 9ην της εσπέρας.

Πάσα η γενομένη εις τον πρίγκηπα υποδοχή, η Παρασκευή αυτής και η διά χαρακτηριστικών ιστορικών επιγραφών διακόσμησις, αι στομφώδεις προσφωνήσεις ιδία του Διοικητού εις ας ετονίζοντο τα ιστορικά δήθεν δικαιώματα του Οίκου της Σαβοΐας επί της Ρόδου και μάλιστα αι εντεταμέναι προσπάθειαι των αρχών όπως δοθή εις την υποδοχήν πανηγυρικός χαρακτήρ, μαρτυρούν ότι η επίσκεψις αύτη του πρίγκηπος Διαδόχου της Ιταλίας εν Ρόδω δεν εστερείτο πολιτικής σημασίας.

Ήδη το όργανον των ενταύθα ιταλικών Αρχών Messagero di Rodi περιγράφον εν πάση λεπτομερεία τα της υποδοχής εξαίρει τον ενθουσιασμόν των κατοίκων, παραλείπον να παρατηρήση ότι ούτος επεριορίζετο εις τους Οθωμανούς και Ισραηλίτας, και φθάνει μέχρι του σημείου να θεωρήση αυτον όχι πλέον εκδήλωσιν σεβασμού προς τον υιόν του Βασιλέως, αλλά αυτόχρημα πανηγυρικόν δημοψήφισμα της νήσου.

Ομιλούν δε περί της περιγραφής της υποδοχής υπό του εγχωρίου ελληνικού Τύπου, όντως υποχρεωμένου να κάμη και αυτός λόγον περί του επιδειχθέντος ενθουσιασμού, δεν παραπονείται διότι εις τας γραμμάς του, διαφαίνεται η ψυχρότης του ελληνικού στοιχείου και η καταφανής γενομένη αποχή του αλλά με δανουντσιακήν έξαρσιν (σ.σ. είναι η εποχή του Ιταλού ποιητή Γαβριήλ Ντ’ Αννούτσιο, με τις εθνικιστικές του επάρσεις), γράφει τα εξής αμίμητα: «Νομίζει τις ότι έχει την αίσθησιν άσματος μιας στροφής έρωτος, ενός βιργιλιανού ειδυλλίου ενώ εις τα ύψη διά του γόητος ουρανού της νήσου, φλεγομένου υπό των λαμπροτέρων και ωραιοτέρων αστέρων του, διέρχονται η πνοή του ενθουσιασμού και ο Ιταλικός ζήλος συνεσφιγμένος εις μίαν ενιαίαν πίστιν εν τη παραδόσει των αιώνων και τη απείρω ελευθερία (!..)».

* Το ιστορικό τηλεγράφημα-κρυπτογράφημα που έφυγε από τη Ρόδο, στις 27/9 ή 10.10.1921, και αναγγέλλει στις ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες την γκανγκστερική σύλληψη και απέλαση του μητροπολίτη Ρόδου Αποστόλου, είναι ολιγόλογο-ακριβές και δείχνει την αγωνία ενός λαού για την τύχη του ηγέτη του.

Το κρυπτογράφημα:
«Λαμβάνω την τιμήν να ανακοινώσω Υμίν ότι χθες την εσπέραν επιτόπιοι Αρχαί παρέλαβον δια αυτοκινήτου Μητροπολίτην Ρόδου εν χωρίω Αφάντου όπου ευρέθη περιοδεύον επεβίβασαν ιταλικής θαλαμηγού «Bari» μετά γραμματέως Μητροπολίτου και ενός ιερέως και απήλασαν εις Πάτμον. Το γεγονός παρήγαγεν οδυνηράν εντύπωσιν. Καραγιάννης». Για την Ιστορία το έγγραφο αυτο έχει αριθμό πρωτοκόλλου 11226 και βρίσκεται στο φάκελο Α/5/1921 της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου των Εξωτερικών.

* Γράφει ο Κώστας Τσαλαχούρης
Δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής