Την ερχόμενη Τρίτη 14 του μήνα θα εξεταστεί από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, το αίτημα του Καναδικού Ινστιτούτου στην Ελλάδα, να συνεχίσει την αρχαιολογική του έρευνα στην περιοχή «Κάτω Λευκός» της Καρπάθου, και μάλιστα να την επεκτείνει στη νησίδα Σώκαστρο που βρίσκεται ακριβώς απέναντι.

Σημειώνεται ότι στην παραλία του Λευκού έχει αποκαλυφθεί το 1968 παλαιοχριστιανική βασιλική με την αψίδα της μέσα στη θάλασσα και σε μικρή απόσταση βορειότερα, στον κόλπο του Φραγκολιμιώνα, σώζονται λείψανα παλαιοχριστιανικού λουτρού. Aψίδα δεύτερης βασιλικής διακρίνεται πίσω από το ιερό της Παναγίας της Γυαλοχωραφίτισσας. H ίδια η εκκλησία διατηρεί σπαράγματα τοιχογραφιών του 14ου αιώνα.

Στα Pιά του Λευκού βρίσκεται υπόγεια δεξαμενή των Ρωμαϊκών χρόνων με υπόστυλη κεντρική αίθουσα και στοές και στο Πελεκητό αρχαίο λατομείο, σε τμήμα του οποίου έχουν διαμορφωθεί, πιθανώς στους Ρωμαϊκούς χρόνους, δωμάτια και δεξαμενή. Bορειότερα στις Pίζες είναι ορατοί αρχαίοι τοίχοι, κτήρια και λαξευτή κυκλική δεξαμενή. Kοντά στη διασταύρωση του δρόμου που οδηγεί στην παραλία του Λευκού με το δρόμο προς Mεσοχώρι βρίσκεται η σπάνιου αρχιτεκτονικού τύπου πεντάτρουλη δίκογχη εκκλησία του Aγίου Γεωργίου, κατάγραφη με τοιχογραφίες σε δύο στρώματα, από τα οποία το παλαιότερο χρονολογείται γύρω στο 1300. Σε ύψωμα επάνω από την εκκλησία διατηρείται ελληνιστικό οχυρό με πύργο ισοδομικής τοιχοποιίας και υπόγειες δεξαμενές.

Στη νησίδα Σώκαστρο, απέναντι από το Λευκό, βρίσκονται εκτεταμένα ερείπια μεσαιωνικού οικισμού με θολοσκέπαστα κτίσματα και οχύρωση τα οποία έχουν θεωρηθεί σταθμός ανεφοδιασμού του βυζαντινού στόλου.

ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
Το Καναδικό Ινστιτούτο στην Ελλάδα (τα επίσημα εγκαίνια του Ινστιτούτου πραγματοποιήθηκαν το 1980) συμβάλλει στην κατανόηση του αρχαίου ελληνικού παρελθόντος με τη διεξαγωγή ανασκαφικών και επιφανειακών ερευνών σε διάφορες θέσεις της ελληνικής επικράτειας - στην ʼργιλο της Μακεδονίας, στη Μυτιλήνη, στην αρχαία Στύμφαλο, και αλλού- ενώ η υποβρύχια έρευνα, που πραγματοποιεί το Ινστιτούτο για τον εντοπισμό των ναυαγίων των περσικών πολέμων, αποσκοπεί στον εντοπισμό, στη χαρτογράφηση και, γενικότερα, στη μελέτη ναυαγίων στη θαλάσσια περιοχή που εκτείνεται από την χερσόνησο του ʼθω έως τα στενά της Μαγνησίας.

Οι Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και τα Ξένα Αρχαιολογικά Ινστιτούτα, με το πολυδιάστατο επιστημονικό έργο τους, αποτελούν σήμερα αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής αρχαιολογικής πραγματικότητας. Τα παλαιότερα από τα ιδρύματα αυτά, με τον αρχαιολατρικό τους ζήλο, αλλά και με την κατάρτιση, την τεχνογνωσία και την εμπειρία τους, «συντρόφευσαν» τις πρώτες, και πολλές φορές αγωνιώδεις, προσπάθειες, που κατέβαλε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος για την ανεύρεση, διάσωση και διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς του.

Ως απόρροια του ζωηρού φιλελληνικού ρεύματος, που κορυφώθηκε περί τα μέσα του 19ου αιώνα, αρκετοί ξένοι αρχαιόφιλοι της εποχής, εμφορούμενοι από τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη, κατόρθωσαν να πείσουν τις αρμόδιες αρχές των κρατών τους να εγκρίνουν τη λειτουργία αρχαιολογικών ινστιτούτων στην Ελλάδα Ελληνολάτρες ξένοι αρχαιολόγοι, οι οποίοι θεωρούνται σήμερα - μαζί με τους σύγχρονούς τους, Έλληνες συναδέλφους τους – πρωτοπόροι και θεμελιωτές της αρχαιολογικής έρευνας στην Ελλάδα, ανέσκαψαν πολύ σημαντικές θέσεις στην ελληνική επικράτεια και, φέρνοντας στο φως πληθώρα λαμπρών ευρημάτων, συνέβαλαν στην ανάδειξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Η ίδρυση των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών πραγματοποιήθηκε σε δύο χρονικές περιόδους, οι οποίες παρουσίαζαν εντελώς διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές δομές. Κατά την πρώτη περίοδο (19ος αιώνας), ιδρύθηκαν Αρχαιολογικές Σχολές χωρών που ανήκαν στις «Μεγάλες Δυνάμεις» της εποχής, μέσω απευθείας διακρατικών συμφωνιών και μετά από έντονη παρέμβαση του κράτους προέλευσής τους.

Οι Σχολές αυτές συνδέθηκαν άμεσα με πολύ σημαντικά ανασκαφικά προγράμματα (την εξέλιξη των οποίων παρακολουθούσε η κοινή γνώμη με ζωηρό ενδιαφέρον), αλλά και με την άσκηση εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα από μέρους των χωρών τους. Κατά τη δεύτερη περίοδο (μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο), ιδρύθηκαν Αρχαιολογικές Σχολές χωρών «μικρότερης εμβέλειας, γοήτρου και δύναμης» σε σχέση με τις προηγούμενες, κατόπιν διακρατικών συμφωνιών και πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου της Ελλάδας.

Όσον αφορά στο ζήτημα της διενέργειας ανασκαφικών η άλλων ερευνών, ο Νόμος 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» ορίζει με σαφήνεια το πλαίσιο, μέσα στο οποίο οφείλουν να δραστηριοποιούνται τα Ξένα Αρχαιολογικά Ιδρύματα.