Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Έφορος Αρχαιοτήτων ε.τ.




Ο Ρίκινος ο κοινός (Ricinus communis) είναι είδος δικοτιλήδου φυτού, το οποίον ανήκει στο γένος Ρίκινος (Ricinus) και στην οικογένεια των ευφορβιιδών (Euphorbiaceae).

Ο Ρίκινος ο κοινός είναι το μοναδικό είδος του γένους αυτού και είναι γνωστός με τα ονόματα: κρότων, κροτωνιά, κρουτουνιά, χαμοκουκιά, αγριοκαφεδιά, ρετσινολαδιά, τσαλάπα, κίκι (Κρήτη σήμερα- Αίγυπτος στην αρχαιότητα), κρουτούνι, κουρτούνι κλπ.

Η ρετσινολαδιά ήτο γνωστή στους αρχαίους Αιγυπτίους και σπέρματα αυτής έχουν αποκαλυφθεί σε τάφους (2000 π.Χ.). Επίσης ήτο γνωστή στους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι εχρησιμοποίουν το έλαιο, που παράγεται από τα σπέρματα αυτής, όπως και οι Αιγύπτιοι. Στην αρχαιότητα το έλαιο της ρετσινολαδιάς, το γνωστό ρετσινόλαδο, εχρησιμοποιείτο κυρίως για φωτισμό, αλλά και για την παρασκευή αλοιφών. Από του 18ου αι. μ.Χ. και εξής το ρετσινόλαδο άρχισε να χρησιμοποιείται και ως φάρμακο εσωτερικής χρήσεως, επειδή δρα ως ήπιο καθαρτικό.

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ονόμαζαν το φυτό «Κίκι, το», ονομασία η οποία χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για την ρετσινολαδιά στην τοπική κρητική διάλεκτο. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν το φυτό «Κρότωνα», επειδή τα σπέρματά του εμφανίζουν καταπληκτική ομοιότητα με τα τσιμπούρια, η ονομασία των οποίων είναι «κρότων, ο).

Η ρετσινολαδιά είναι φυτός ιθανές της τροπικής Αφρικής και σήμερα απαντά ως αυτοφυές ή καλλιεργούμενο σε πολλές τροπικές και εύκρατες περιοχές του πλανήτη μας.
Στην Ελλάδα απαντά ως αυτοφυές στις άκρες δρόμων, αγρών, οικοπέδων, σε τόπους ρίψεως απορριμμάτων, σε ερείπια κλπ Αγαπά εδάφη εύφορα και υγρά.
Είναι θάμνος ή δέντρο, αλλά μπορεί να είναι και ετήσιο φυτό, ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες και την περιοχή, όπου αναπτύσσεται. Στις τροπικές περιοχές γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη, είναι δένδρο (ύψους 10,00-12,00 μ.).

Το φυτό στην τυπική του μορφή έχει βλαστό όρθιο, πολύκλαδο, με φύλλα μεγάλα, μαλακά, παλαμοσχιδή, με 5-9 λοβούς, λογχοειδείς και οδοντωτούς. Τα άνθη είναι απέταλα, πολλά μαζί και σχηματίζουν επάκριες φόβες. Ο καρπός του είναι κάψα τρίχωρη, με περικάρπιο αγκαθωτό και περιέχει τρία (3) σπέρματα μεγάλα, στιλωνά και καστανόχρωμα. Τα σπέρματα αυτά περιέχουν 50% λιπαρό έλαιο, το ρικινέλαιο, ή καστορέλαιο, το κοινό ρετσινόλαδο, το οποίο λαμβάνεται με έκθλιψη των σπερμάτων.
Το ρετσινόλαδο αποτελείται από μείγμα γλυκεριδίων, λιπαρών οξέων, κυριώτερο από τα οποία είναι το ρικινελαϊκό οξύ, διυδροξυστεαρικό οξύ, λινολεϊκό οξύ και κεκορεσμένα οξέα. ʼλλα συστατικά του ρετσινόλαδου είναι το αλκαλοειδές ρικινίνη, η βιταμίνη Ε και άλλα.

Η ρετσινολαδιά ευδοκιμεί σε όλα τα εδάφη, τα οποία στραγγίζουν καλά, αλλά κυρίως στα αμμοαργιλώδη. Προτιμά καιρό ζεστό και υγρό, αλλά αντέχει και στην ξηρασία, καθώς και σε ψύχος μερικών βαθμού κάτωθεν του μηδενός.

Στην Ιατρική το ρετσινόλαδο χρησιμοποιείται κυρίως ως καθαρτικό. Παλαιότερα αυτή ήτο και η μόνη χρήση του. Η καθαρτική του ενέργεια οφείλεται στο ρικινελαϊκό οξύ, το οποίον είναι ερεθιστικό και απελευθερώνεται με τα γαστρικά υγρά μέσα στο έντερο. Δρα σε πέντε (5) ώρες περίπου, αυξάνοντας τις περισταλτικές κινήσεις του εντέρου.

Το ρετσινόλαδο χρησιμοποιείται επίσης για φωτισμό, ως βρώσιμο έλαιο, ύστερα από ειδική επεξεργασία, καθώς και ως επίχρισμα των τοίχων και της οικοδομικής ξυλείας, για την προστασία των από την επίδραση της υγρασίας και την προσβολή από τα έντομα. Τα ωμά σπέρματα της ρετσινολαδιάς είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη και αρκούν 3-10 από αυτά, να επιφέρουν τον θάνατο.

Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς ονομάζει το μεν φυτό «Σιλλικύπριον» τα δε σπέρματα αυτού «Κίκι», σύμφωνα με τους αρχαίους Αιγυπτίους. Ειδικότερα γράφει:
«Αλείφατι δε χρέωνται Αιγυπτίων οι περί τα έλεα οικέοντες από των σιλλικυπρίων του καρπού, το καλείσι μεν Αιγύπτιοι κίκι, ποιείσι δε ώδε· παρά τα χείλεα των τε ποταμών και των λιμνέων σπείρουσι τα σιλλικύπρια ταύτα, τα εν Έλλησι αυτόματα άγρια φύεται· ταύτα εν τη Αιγύπτω σπειρόμενα καρπόν φέρει πολλόν μεν, δυσώδεα δε· τούτον επεάν συλλέξωνται, οι μεν κόψαντες απιπούσι, οι δε και φρύξαντες απέψουσι και το απορρέον απ’ αυτού συγκομίζονται· έστι δε πίον και ουδέν ήσσον του ελαίο τω λύχνω προσηνές, οδμήν δε βαρέα παρέχεται».
(Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Β’, 94, 1-2, έκδοσις C. Hude, τ. 1, Oxford 1967).

Ο Θεόφραστος αναφέρει σχετικά:
«Τα δε φύλλα των μεν άλλων δένδρων όμοια πάντων αυτά εαυτοίς, της δε λεύκης και του κιττού και του καλουμένου κρότωνος ανόμοια και ετεροσχήμονα».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίαι, 1, 10, 1)

Και αλλαχού:
«Η δε έλιξ εν μεγίσταις διαφοραίς· και γαρ τοις φύλλας πλείστον διαφέρει τη τε μικρότητι και τω γωνοειδή και ευρυθμότερα είναι... σπάνιον δε τούτο και εν ολίγοις εστίν, ώστε παλαιούμενον μεταβάλλειν, ώσπερ επί της λεύκης και του κρότωνος».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίαι, 3, 18, 7).

Ο Διοσκουρίδης αναφερόμενος στον κρότωνα γράφει: «Κίκι· οι δε σήσαμον άγριον, οι δε σέσελι Κύπριον, οι δε κρότωνα διά την ως προς το ζώον του σπέρματος εμφέρειαν· δένδρον εστί συκής μικράς μέγεθος έχων, φύλλα δε όμοια πλατάνω, μείζονα δε και λειότερα και μελάντερα, τα δε στελέχη και τας κράδας κοίλα καλάμου τρόπον, καρπόν δε εν βότρυσι τραχέσι, λεπισθέντα όμοιον κρότωνι τω ζώω, εξ ου και αποθλίβεται το λεγόμενον κίκινον έλαιον, άβρωτον μεν, άλλως δε χρήσιμον εις λύχνους και εμπλάστρους.

Καθαρθέντες δε όσον τριάκοντα κόκκοι τον αριθμόν και ποθέντες λείοι άγουσι κατά κοιλίαν φλέγμα και χολήν και ύδωρ· κινούσι δε και έμετον. Έστι δε λίαν αηδής και εργώδης η τοιαύτη κάθαρσις, ανατρέπουσα τον στόμαχον ισχυρώς. Κοπείς δε και καταπλασθείς ιόνθους και εφηλίδας καθαίρει, τα δε φύλλα τριφθέντα μετά πάλης αλφίτου οφθαλμών οιδήματα και φλεγμονάς παύει και σπαργώντας μαστούς, ερυσιπέλατά τε σβέννυσι καθ’ εαυτά και μετά όξους καταπλασσόμενα».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4, 161, 1-2).

Ο αυτός συγγραφέας αναφέρεται επίσης στο «κίκινον έλαιον» και στις χρήσεις του:
«Κίκινον έλαιον σκευάζεται τούτω τω τρόπω· λαβών ωρίμων κροτώνων όσον αν δόξη και ψύξας εις ήλιον καταστρώσας Θειλοπέδου τρόπον, έως αν ο περικεύμενος φλοιός απορραγείς εκπέση, συναγαγών την σάρκα έμβαλε ως όλμον και κόψας επιμελώς εις λέβητα κεκασσιτερωμένον βάλε ύδωρ έχοντα και ανάβρασον υποκαίων. Όταν δε ανώσι την εν αυτοίς υγρότητα πάσαν, άρας τον λέβητα από του πυρός απόψα μύακι το επιπλέον έλαιον και αποτίθεσο. Οι δε Αιγύπτιοι διά το δαψιλούς χρήζειν ετέρως αυτό σκευάζουσι· μετά γαρ το καθάραι εις μύλην αποδόντες τους κρότωνας αλήθουσιν επιμελώς, εις τας σφυρίδας δε εμβαλόντες το αληλεσμένον δι’ οργάνου εκθλίβουσιν. Ώριμοι δε είσιν οι κρότωνες, όταν υπό των περιεχόντων αυτούς σφαιρίων απολύωνται.

Ποιεί δε το κίκινον (έλαιον) προς ψώρας και αχώρας και τας εν έδρα φλεγμονάς, προς τε υστέρας μύσεις και διαστροφάς, έτι δε ουλάς απρεπείς και ωταλγίας, εμπλάστροις τε μιγέν εμπρακτοτέρας αυτάς εργάζεται. ʼγει δε και κατά κοιλίαν υδατώδες ποθέν, εκκρίνει δε και έλμινθας».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής, 1, 32, 1-2).

Σύμφωνα με τα υπό του Διοσκουρίδου αναφερόμενα, ο Ρίκινος ο κοινός (Ricinus communis) και τα παράγωγά του, είχε μεγάλη οικονομική σημασία για τους λαούς της αρχαιότητας και ευρύτατη χρήση στην φαρμακευτική και την θεραπευτική, χαρακτηριστικά, τα οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα.

Στην Ινδία καλλιεργείται ευρύτατα το φυτό αυτό και παράγεται ετησίως περί τους 500.000 τόνοι ελαίου, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην βιομηχανία, ειδικά για την λίπανση λεπτών μηχανισμών, Αφού υποστεί ειδική επεξεργασία το ρετσινόλαδο μπορεί να καταστεί βρώσιμο διά τον άνθρωπο.

Το γνωστό σε όλους μας ρετσινόλαδο, έχει καθαρτικές ιδιότητες, οι οποίες οφείλονται στην περιεχόμενη σε αυτό ρικινολεΐνη, τριγλυκερίνη, η οποία γαλακτοποιείται και σαπωνοποιείται στο έντερο, με σχηματισμό αλκαλικών μεταλλικών αλάτων του ρικινολεϊκού οξέος, στο οποίο κυρίως οφείλεται ο ερεθισμός της περιστολής. Θεωρείται ένα από τα καλύτερα καθαρτικά, με το μοναδικό μειονέκτημα της δυσάρεστης γεύσης, που σήμερα έχει υπερπηδηθεί σε ορισμένα φαρμακευτικά σκευάσματα. Για εξωτερική χρήση το ρετσινόλαδο χρησιμοποιείται στη σύνθεση μερικών καλλυντικών.