Γράφει ο αρχιτέκτονας μηχανικός
Αγαπητός Ξάνθης



Όταν μου ενεχυρίασε το βιβλίο η συγγραφέας Θάλεια Γεωργά με τίτλο «Τζιτζικλού» νόμιζα ότι θα διάβαζα ένα παιδικό διήγημα, βλέποντας και την εικόνα του εξώφυλλου. Ξεκινώντας αντιλήφθηκα ότι αποτελεί ένα πόνημα ψυχής, μία κοινωνική εξομολόγηση μιας γυναίκας που δεν δίστασε να χάσει την προσωπική της γαλήνη, πιέζοντας τον εαυτό της καθημερινά ψυχικά και σωματικά για να αναδείξει το μεγαλείο της ανθρώπινης θέλησης, του μεγάλου ταξιδιού.

Αποδίδει το προσωπικό της ταξίδι μέσα από την ελπίδα και τα όνειρα, αλλά και τους εφιάλτες από τις περιπέτειες του ταξιδιού…

Αυτές τις μελανές στιγμές εξομαλύνει με περίσσιο θάρρος αναπολώντας γλυκές ιστορίες από τις χαμένες πατρίδες, ενδεικτικά γράφει: «αν δεν αρρώσταινα δε θα λευτερωνόμουν από τους φόβους. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα νοιώθω ευχαριστημένη που ο «λύκος» μου κατάφερε να με σπρώξει να ταξιδέψω σε αρκετές χώρες του πλανήτη.

Νοιώθω ευτυχισμένη, γιατί ακόμη και όταν διαλύεσαι από τον πόνο μπορεί να χαθείς μέσα στα πέπλα της μοναδικής και ατελείωτης ομορφιάς, να κοιτάξεις μακριά και να φουσκώσει η ψυχή σου από ευτυχία».

Χρησιμοποιεί η συγγραφέας τη συνείδησή της για να μπορεί να έχει μια άλλη φωνή, η οποία καθορίζει τις αποφάσεις της και την οδηγεί σε εκτιμήσεις αλλά την μετατρέπει ταυτόχρονα και σε «άνεμο» όταν πρόκειται να αντιδράσει στην αδράνεια.

Όμως μέσα στον πόνο της με περίτεχνο τρόπο αναδύεται μια ευτυχία και ανάταση. Σχηματίζει ένα μικρό παράδεισο από γλυκιά σοκολάτα, που σε παραπέμπει σε ευχαρίστηση και αυτοϊκανοποίηση για να εξισορροπήσει τον αβάσταχτό γήινο πόνο.

Ένα από τα αποφθέγματα του βιβλίου είναι του Ντοστογιέφσκι: «Η δύναμη χαρίζεται μόνο στους ανθρώπους που σκύβουν για να τη σηκώσουν. Αυτό που μετράει είναι να τολμάς». Και η κ. Γεωργά τόλμησε να αποδείξει το χρέος προς εμάς με ένα βιβλίο γεμάτο ζωντάνια άλλα και περίσκεψη, ζωή και θλίψη, γεμάτο αγάπη αλλά και σεβασμό, γεμάτο ήθος και οικογενειακή θαλπωρή.

Γράφει με περίσκεψη «Έμαθα να απομονώνω το εαυτό μου, γεμίζοντας τον με μουσική και ελευθερία, μέχρι που άρχιζα ξανά να επιθυμώ τις κακές μου συνήθειες.
Έμαθα να μιλώ με τον εαυτό μου, να αναλύω τα λάθη μου, και όσα δεν μπορούσα να διορθώσω τα κρατούσα. Δεν ήθελα να αλλάξω! Δε θέλω να πάω στον παράδεισο. Οι παράδεισοι βρίσκονται εδώ και δεν τους αγγίζουμε αν δε θέλουμε να τους δούμε!»

Κουβέντες λεπτές, νοήματα υπερβατικά, σημασίες που γεμίζουν το κενό με πλούσια αισθήματα, ικανά να οικοδομήσουν ένα στέρεο χαρακτήρα που είναι έτοιμος να προσφέρει, να δώσει, να δωρίσει, μακριά από ψευτοπαράδεισους και φτασίδια.

Για την μητέρα της η συγγραφέας αφιερώνει ένα ιδιαίτερο κομμάτι αποδίδοντας λατρεία στο πρόσωπο που την έφερε στον κόσμο και τη λαμπρότητα που ανακάλυψε σ΄ αυτήν. Τονίζει «Μητέρα, αγάπη και υπομονή, γνήσια Πολίτισσα. Ο χαμός της μητέρας μου με άφησε μετέωρη. Τζιτζικλού, με μάλωνε η μαμά μου! Έτσι μεγάλωσα, με αυτό το βίτσιο για να δίνω χάρη και λάμψη.»

Αλλά για να προσγειωθούμε και πάλι στην πραγματικότητα μετά από το θεϊκό πρόσωπο της μητέρας επιστρέφει στην ασθένεια με γενναιότητα και μια μορφή παιχνιδίσματος για να μας αποδώσει το «σαράκι» ως ένα στοιχείο ζωικό που κουρνιάζει μέσα στη φωλιά αλλά με περίεργο τρόπο αντιμετωπίζεται, λυγίζεται, πολεμιέται. «Αλλά και ο «λύκος» στολίστηκε συμπληρώνοντας το όνομά του με διάφορά διαλεχτά πλουμίδια» γράφει.

Και συνεχίζει: «Κάθε άνθρωπος είναι μια ιστορία μοναδική. Για τον καθένα μας υπάρχει ένα κουστούμι και όλοι διακρινόμαστε από αυτό, καθώς περιφερόμαστε στην καθημερινότητα μας», λέξεις που δεν σταματούν στην γκρίνια και την μοιρολατρία αλλά οδηγούν στην προσωπική μοναδικότητα.

Γιατί ο άνθρωπος όπως έλεγε και ο Σαίξπηρ, είναι φτιαγμένος από χρόνο. Είναι ο χρόνος που κάνει τη συγγραφέα να αγαπά για να ζήσει και να ζει για να αγαπά. Είναι άνθρωπος που δεν έχει χάσει το μεγάλο προνόμιο της εσωτερικής ζωής, έχει κατακτήσει με τις πράξεις της τη μεστή αυτοσυνειδησία και κινείται ανάμεσα στα γεγονότα όχι ως ενεργούμενο, αλλά ως υπεύθυνο άτομο. Έτσι αισθάνεται πως συμβάλλει, έστω και κατ΄ ελάχιστο ποσοστό, στη διαμόρφωση της εξέλιξης και δεν «τρέχει» παθητικά.

Και καταλήγει «Με προσοχή προσπάθησα να βάλω κάποια τάξη στα συναισθήματα μου και με τρεμάμενο χέρι να περάσω την κλωστή, ενώνοντας τις χάντρες πότε με της λήθης της μνήμης στο πολύχρωμο, μεγάλο από στιγμές και γεγονότα της ζωής μου κολιέ».

Η απογείωση της ζωής. Η ανάδειξη της αισιοδοξίας. Ζω σημαίνει να ξέρω γιατί ζω. Ζω σημαίνει να θέλω να ζω. Ζω σημαίνει να πιστεύω στη ζωή, μας «απαγγέλει» μεταφορικά η συγγραφέας μέσα από το θαυμάσιο πόνημα της.

Γιατί σκοπός της ζωής δεν είναι η νίκη, αλλά ο συνεχής αγώνας.
Και αυτό τον αγώνα τον διδάσκει αδιαλείπτως η κ.Θάλεια. Την ευχαριστούμε…