Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
έφορος αρχαιοτήτων ε.τ.

Η βοτανολογική ονομασία του φυτού αυτού είναι «Λούπινος» (Lupinus), ενώ οι αρχαίοι ονόμαζαν το φυτό «Θέρμον».

Πρόκειται για Γένος φυτών του Αθροίσματος των Ελλεβοκάρπων, της Οικογενείας των Ψυχανθών ή Παπαλιονιδών ( Papilionaceae). Είναι φυτά δικοτυλήδονα. Στο Γένος αυτό ανήκουν περίπου τριακόσια (300) είδη ποοδών, μονοετών ή πολυετών φυτών, τα οποία απαντούν στην Νότια Ευρώπη, την Βόρεια Αμερική και την Βόρεια Αφρική.

Το Γένος αυτό περιλαμβάνει διάφορα είδη, όπως : καλλωπιστικά, κτηνοτροφικά και άλλα, τα οποία είναι χρήσιμα για την διατροφή των ανθρώπων και των ζώων, καθώς και για την λίπανση των αγρών. Τα σπέρματα ορισμένων από αυτά είναι τοξικά και άκρως δηλητηριώδη.

Τα φυτά αυτά είναι πολύ αγαπητά, επειδή αναπτύσσονται γρήγορα, καλλιεργούνται εύκολα και τα άνθη των φέρουν ποικίλα χρώματα, όπως : λευκό, κυανούν, βιολετί, ερυθρό, κίτρινο, πορτοκαλί, ροζ κλπ.

Από τα καλλιεργούμενα είδη στην Ελλάδα και στην Ευρώπη γενικότερα, συνηθέστερα είναι τα εξής :
1. Λούπινος ο λευκός ( Lupinus albus) .Και
2. Λούπινος ο κίτρινος ( Lupinus luteus).
Πρόκειται για φυτά, τα οποία είναι κοινώς γνωστά με τα ονόματα : λούπινα, λούμπινα, λουμπούνια, λούμπουνα, λουμπίνοι (Κρήτη), λουπινάρια, πικροκουκιά, λυμπούσι, αγριολούπινα κλπ.

Πρόκειται για φυτά ως επί το πλείστον διακοσμητικά και κατάλληλα για χλωρά λίπανση, προς βελτίωση και εμπλουτισμό των καλλιεργουμένων γαιών σε αζωτούχες ουσίες, τις οποίες συνθέτουν με το άζωτον της ατμόσφαιρας, που δεσμεύουν δραστηρίως με την μεσολάβηση των ριζοβακτηρίων των ριζών αυτών.

Λίγα είδη του Λουπίνου χρησιμοποιούνται ως κτηνοτροφή, εξ αιτίας της μεγάλης περιεκτικότητας του χόρτου και των σπερμάτων αυτών σε θρεπτικές, λευκωματώδεις ουσίες, οι οποίες κυμαίνονται ανάλογα προς το είδος του φυτού από 28 % έως 50 %.

Επίσης τα σπέρματα του Λουπίνου χρησιμεύουν και προς διατροφήν του ανθρώπου, αφού αυτά απαλλαγούν δι΄ ενυδατώσεως, βρασμού ή άλμης των ουσιών που περιέχονται σε αυτά, ήτοι : της λιπινίνης, λουπινιδίνης και λουπινοτοξίνης, οι οποίες ουσίες δίδουν στα σπέρματα μίαν πικράν γεύση και είναι επίσης τοξικές, ώστε να καθιστούν αυτά ως έχουν ακατάλληλα προς βρώση και πολλές φορές τοξικά και δηλητηριώδη.

Οι πικρές και επιβλαβείς αυτές ουσίες καταστρέφονται δι΄ ενυδατώσεως, βρασμού, αλλά και διά φρύξεως ( καβούρδισμα), γι΄ αυτό και πεφρυγμένα σπέρματα Λουπίνου χρησιμοποιούνται συχνά προς νόθευση του καφέ.

Η περιεκτικότητα σε Λουπινίνην ποικίλλει αναλόγως του είδους, ήτοι :
1) Λούπινος ο κίτρινος ενέχει Λουπινίνην 0,35-1,55 %.
2) Λούπινος ο δασύς ενέχει Λουπινίνην 0,25-2,05 %. Και
3) Λούπινος ο λευκός ενέχει Λουπινίνην 0,35-3,25 %.
Με κατάλληλον επιλογήν και καλλιέργειαν επιτεύχθηκε και για τα τρία αυτά είδη η δημιουργία ποικιλιών εντελώς απηλλαγμένων από την Λουπινίνην.

Εκτός από την σε Λουπινίνην περιεκτικότητα , η έρευνα επεδίωξε και επέτυχε την δημιουργίαν ειδών με γλυκούς καρπούς και την αύξηση της περιεκτικότητας αυτών σε πρωτίδια και λιπίδια, ως και την επιτυχία μορφών με χέδρωπες, που δεν ανοίγουν αυτομάτως κατά την ωρίμανση, προς μείωση του σοβαρού διασκορπισμού των σπερμάτων, ο οποίος συμβαίνει στις φυσικές μορφές του φυτού αυτού.

Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης (170-230 μ. Χ.) αναφέρει, ότι τα ρεβύθια και οι θέρμοι είναι όσπρια, τα οποία χρησιμεύουν ως τροφή των πτωχών και αυτή η άποψη επικρατεί γενικώς μέχρι σήμερα.
Στη Μάνη, περιοχή ορεινή και ιδιαίτερα άγονον, μέχρι πρόσφατα τα λουπίνια εχρησιμοποιούντο ως τροφή των ανθρώπων και των ζώων. Επίσης στην Κρήτη, στο ΄Αγιον

΄Ορος, στα Δωδεκάνησα και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος τα λουπίνια χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα ως τροφή των ανθρώπων, ιδίως κατά τις περιόδους των νηστειών του χριστιανικού Εορτολογίου. Προηγουμένως τίθενται μέσα στο νερό (ενυδάτωση), εκπικρίζονται, μαλακώνουν και στη συνέχεια προσφέρονται ως τροφή.

Ειδικότερα:
1. Λούπινος ο λευκός (Lupinus albus)
Ο Λούπινος ο λευκός είναι φυτό μονοετές ( ύψους περίπου 0,80-1,00 μ.), με φυλλάρια ενωμένα ανά πέντε έως επτά στην κορυφή του μίσχου, λεία επάνω και τριχωτά κάτω. Τα άνθη αυτού είναι χρώματος λευκού, ψυχοειδή, διατεταγμένα κατά επάκριους βότρεις και οι καρποί αυτού είναι χέδρωπες (λουβιά) πεπιεσμένοι, με μεγάλα και πλατειά λευκορόδινα σπέρματα.

Ο Λούπινος ο λευκός καλλιεργείται κυρίως στην Νότια Ευρώπη ως κτηνοτροφικό φυτό. Στην Ελλάδα καλλιεργείται ιδιαίτερα στη Μεσσηνία, στη Λακωνία και την Κρήτη για χλωρή νομή ή ξηρό σανό και κυρίως για τα σπέρματά του, τα οποία χορηγούνται ως τροφή στα ζώα ( χοίρους, βόδια κλπ.), αφού προηγουμένως ενυδατωθούν και εκπικρανθούν.

Ο Λούπινος ο λευκός καλλιεργείται επίσης για χλωρή λίπανση, επειδή ως φυτό ψυχανθές, έχει την ιδιότητα να εμπλουτίζει το έδαφος με πολύτιμες ουσίες ( άζωτον), χρήσιμες για άλλες καλλιέργειες. Τούτο απαντά επίσης σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος και ως αυτοφυές.

Πρόκειται για φυτό ασβεστόφοβο, πολύ ευαίσθητο και ευπαθές στο κρύο. Σε θερμοκρασία – 4 ο C το φυτό δεν αντέχει και καταστρέφεται.
Με διασταυρώσεις έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες, χωρίς την χαρακτηριστική πικρή ουσία ( Λουπινίνην) και ονομάζονται «Γλυκολούπινα». Η καλλιέργεια αυτών είχεν εισαχθεί πριν από τον Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον (1940-1944) στην Ελλάδα, όμως για διαφόρους λόγους δεν ευδοκίμησε.

Από το πλήθος των ειδών του Γένους Λούπινος ( Lupinus) δύο είδη, ήτοι : ο Λούπινος ο πολύφυλλος και ο Λούπινος ο δενδρώδης έχουν δώσει πολλά υβρίδια, με εντυπωσιακές ανθοταξίες μεγάλης καλλωπιστικής αξίας. Ευδοκιμούν σε εδάφη πλούσια, δροσερά, πτωχά σε ασβέστη ή ασβεστούχα υλικά. Συνήθως ανθίζουν από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο.

2. Λούπινος ο κίτρινος (Lupinus luteus)
Ο Λούπινος ο κίτρινος ομοιάζει προς τον Λούπινον τον λευκόν, διαφέρει δε προς προς αυτόν, επειδή έχει κίτρινα άνθη και το τρίχωμα στα φύλλα του είναι μεγαλύτερο.

3. Λούπινος ο άγριος (Lupinus sylvestris)
Με την ονομασίαν αυτή χαρακτηρίζονται δύο φυτά της ιδίας Οικογενείας με τον Λούπινον (Lupinus), ήτοι:
α) Αστράγαλος ο ιουσιτανικός (Astragalus jusitanicus). Και.
β) Λούπινος ο στενόφυλλος (Lupinus angustifolius)
Πρόκειται για φυτό ποώδες, μονοετές ( ύψους 0,20-0,60 μ.), το οποίον έχει φύλλα με πέντε έως εννέα φυλλάρια γραμμοειδή, επίπεδα, λεία στην άνω πλευρά και χνουδωτά στην κάτω πλευρά.

Τα άνθη αυτού έχουν χρώμα βαθυκύανον και σχηματίζουν μακρύ βότρυ. Τα σπέρματά του είναι χονδρά και έχουν χρώμα καστανόλευκον. Φύεται σε αγρούς χέρσους, αλλά και καλλιεργούμενους, ακόμη και σε πετρώδη εδάφη, σε όλη την Ελλάδα, καθώς επίσης και σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής. Το είδος αυτό του Λούπινου καλλιεργείται και ως κτηνοτροφή.

4) Λούπινος ο τριχωτός (Lupinus pilosus)
Ο Λούπινος ο τριχωτός (Lupinus pilosus) είναι φυτό ποώδες, μονοετές ( ύψους 0,10-0,40 μ. περίπου), με απλωτές τρίχες. ΄Εχει φύλλα με επτά έως ένδεκα ακτινοειδή μικρά φυλλάρια, τριχωτά και από τις δύο πλευρές των. Τα άνθη αυτού είναι κυανόχρωμα συνήθως, σπανίως λευκά, μεγάλα, σε μικρό βότρυ, διατεταγμένα σε σπονδύλους και ο καρπός του είναι χέδρωπας (λοβός, κοινώς λουβί).

Φύεται σε περιοχές βραχώδεις των νήσων του Αιγαίου Πελάγους, στην Κορσική, την Ιταλία και την Πορτογαλία. Τα σπέρματα αυτού χρησιμοποιούνται ενίοτε και ως υποκατάστατα του καφέ.

Οι άνθρωποι από την αρχαιότητα εγνώριζαν τον Λούπινον, τον οποίον ονόμαζαν «Θέρμον», καθώς και τις φαρμακευτικές του και άλλες ιδιότητες και χρήσεις. Στην Ελλάδα εκαλλιεργείτο κυρίως ο Λούπινος ο στενόφυλλος ( Lupinus angustifolius), ο οποίος λέγεται, ότι μετεφέρθη από την Αίγυπτον και εχρησιμοποιείτο κυρίως για την διατροφή των ζώων, αναμεμειγμένος με άχυρα ή άλλα χόρτα.

Τα σπέρματα αυτού εχρησιμοποιούντο ως τροφή και από τους ανθρώπους. Ιδίως οι φιλόσοφοι και μάλιστα οι Κυνικοί, έκαναν συχνήν χρήση των σπερμάτων του Λούπινου, ποσότητα των οποίων έφεραν πάντοτε μαζί των. Κατά την αρχαιότητα τα σπέρματα του Λούπινου ή Θέρμου προσεφέροντο και μεταξύ άλλων εδεσμάτων στους συνδαιτυμόνες των μεγαλοπρεπών συμποσίων. Αργότερα απετέλουν τροφήν κυρίως των πτωχών και των κτηνών.

Τα σπέρματα του Λουπίνου επωλούντο πεφρυγμένα στις Ρωμαϊκές Αγορές, αφού προηγουμένως διά καταλλήλου βρασμού ή ενυδατώσεως απέβαλλαν την πικράν αυτών γεύση.

Ο Θεόφραστος ο Ερέσιος (372-287 π. Χ.), μαθητής του Αριστοτέλους του Σταγειρίτου, αναφέρει σχετικώς τα ακόλουθα :
«… ωσαύτως δε και των φρυγανικών και ποιωδών, οίον κάππαρις και θέρμος. ΄Ημερον δε και άγριον δίκαιον καλείν αναφέροντα προς τε ταύτα και όλως προς το ημερώτατον».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 3, 6).

Ο αυτός συγγραφέας αλλαχού γράφει:
« Πάντων δε μάλιστα διαμένουσιν ερέβινθος και όροβος, τούτων δ΄ έτι μάλλον ο θέρμος».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 8, 11, 2).

Ο Ζήνων ο Κιτιεύς ( περίπου 336 – 264 π. Χ. ), ο ιδρυτής της Στωϊκής σχολής, ο οποίος παρεδέχετο τον δύσκολον χαρακτήρα του, συνήθιζε να λέγει, ότι όταν έπινε κρασί, ο χαρακτήρας του έχανε μέρος της οξύτητάς του, όπως τα λούπινα, τα οποία όταν τεθούν εντός του ύδατος, χάνουν την πικράδα αυτών.
Επίσης οι άνθρωποι κατά την αρχαιότητα επίστευαν, ότι τα Λούπινα τρωγόμενα, αποτελούν άριστον αντίδοτον κατά της μέθης γενικώς.

Οι επισκέπτες του Νεκυομαντείου του Αχέροντος (παρά την Αχερουσίαν λίμνην, όπου επιστεύετο ότι έκειτο η είσοδος του ΄Αδου), οι οποίοι επιθυμούσαν να έλθουν σε επικοινωνία με τις ψυχές πεθαμένων προσφιλών των προσώπων ( συγγενών, φίλων και γνωστών), εσιτίζοντο προηγουμένως και με Λούπινα, τα οποία έχουν παραισθησιογόνες ιδιότητες και έτσι προετοιμάζοντο καταλλήλως, διά να δυνηθούν να επικοινωνήσουν με άτομα του Κάτω Κόσμου ( του Κόσμου των νεκρών), όπως επιστεύετο.

Ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς ( 9-79 μ. Χ.), αναφερόμενος στις φαρμακευτικές ιδιότητες του Θέρμου, ήτοι του Λουπίνου, γράφει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα :
«Θέρμος ο ήμερος γνώριμος, ου το άλευρον συν μέλιτι εκλειχόμενον ή μετά όξους πινόμενον έλμινθας φθείρει.

Και αυτοί δε αποβραχέντες και έμπικροι εσθιόμενοι το αυτό δρώσι και το αφέψημα δε αυτών το αυτό ποιεί μετά πηγάνου ποθέν και πεπέρεως και σπληνικούς ωφελεί, επάντλημά τε γαγγραίνης, θηριωμάτων, ψώρας αρχομένης, αλφών, σπίλων, εξανθημάτων, αχώρων. Το δ΄ αυτώ και καταμηνίων και εμβρύων επισπαστικόν μετά σμύρνης και μέλιτος εν προσθέτω.

Καθαίρει δε το άλευρον χρώτα και πελιώματα και φλεγμονάς πραύνει συν ύδατι και αλφίτω, συν όξει δε ισχιάδας παρηγορεί και φύματα. Χοιράδας δε μεταβάλλει εψηθείς εν όξει και καταπλασθείς και άνθρακας περιρήσσει.

Μεθ΄ ύδατος δε ομβρίου εψηθέντες οι θέρμοι άχρι χυλώσες πρόσωπον σμήχουσι, μετά δε χαμαιλέοντος ρίζης του μέλανος εψηθέντες, προβάτων ψώρας ιώνται, εκλελουμένων τω αφεψήματι χλιαρώ. Η δε ρίζα εψηθείσα συν ύδατι και ποθείσα, ούρησιν κινεί. Οι δε απογλυκανθέντες λείοι συν όξει ποθέντες στομάχου άσην πραύνουσιν και ανορεξίαν ιώνται.
Γίνεται δε και άγριος θέρμος, εμφερής τω ημέρω κατά πάντα, μικρότερος δε, ποιών όσα και ο ήμερος».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 2, 109).

ʼλλα είδη, τα οποία ανήκουν στο Γένος Λούπινος ( Lupinus ) είναι τα εξής:
1. Λούπινος ο δενδρώδης ( Lupinus arboreus)
2. Λούπινος ο αργυρόχρους (Lupinus argenteus)
3. Λούπινος ο νάνος (Lupinus nanus)
4. Λούπινος ο χαρτβέργιος (Lupinus hartwegii)

5. Λούπινος ο εύοσμος (Lupinus odaratus)
6. Λούπινος του Τέξας (Lupinus texensis)
7. Λούπινος ο ετήσιος (Lupinus perentis)
8.Λούπινος ο εύχυμος ( Lupinus succulentis)
9.Λούπινος ο ραιναθής (Lupinus sparsiflorus)

10.Λούπινος ο γραπτός (Lupinus ornatus)
11.Λούπινος ο λεπτόφυλλος (Lupinus leptophyllus)
12.Λούπινος ο λευκόφυλλος ( Lupinus leucophyllus)
13.Λούπινος ο ευματάβολος (Lupinus mutabilis) και
14. Λούπινος υβρύδιον του Russel (Lupinus Russel-Hybriden) κ. ά.
Ειδικώτερα μνημονεύονται τα είδη:
α) Λούπινος ο δενδρώδης (Lupinus arboreus)

Πρόκειται γιά μικρόν θάμνον (ύψους 1,00-3,00 μ.), φυτόν ιθαγενές της Καλλιφόρνιας των Η.Π.Α., το οποίον έχει άνθη θειοκίτρινα και πολύ εύοσμα.
β) Λούπινος ο πολύφυλλος (Lupinus polyphyllus)
Φυτόν ιθαγενές των περιοχών των Η.Π.Α. από Ουάσιγκτων έως της Καλλιφόρνιας, το οποίον καλλιεργείται ως καλλωπιστικόν, για τα άφθονα κυανόχρωμα άνθη του και για τα αργυρόχροα φύλλα αυτού.

Είναι είδος πολυετές, το οποίον συνήθως αναβλαστάνει κατ΄ έτος από τις ρίζες του, που καλύπτονται από το χώμα, όταν χρησιμοποιείται προς χλωράν λίπανση, αλλά και από τα σπέρματα αυτού.