Ο κατάσκοπος της Ρόδου  και το σπίτι  στη θάλασσα!

Από το Κάιρο και το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, ο κατάσκοπος Σπύρος Κατέχης όπως και ο Γιώργος Διαμαντίδης φτάνουν στη Ρόδο, με πειρατικό καΐκι ο πρώτος, πέφτοντας με αλεξίπτωτο ο δεύτερος, σε ειδική αποστολή μελέτης της κατάστασης,  αναγνώρισης των οχυρωματικών έργων του νησιού και της πληροφόρησης του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής για τις κινήσεις των Δυνάμεων του άξονα (Γερμανίας-Ιταλίας).

Ήταν Απρίλιος του 1944, και με βάση τους το Λημέρι, τη Σπηλιά του Μονολίθου όπου κρυβόταν ο ασύρματος, οι δύο άντρες της Εθνικής Αντίστασης, κρύβονταν για μεγάλα διαστήματα στην πόλη της Ρόδου. Το σπίτι που τους φιλοξένησε και τους παρείχε προστασία, με κίνδυνο της ζωής των ιδιοκτητών του ήταν το σπίτι της οικογένειας Βασιλείου. Το νεοκλασικό, με θέα τη θάλασσα και το νοσοκομείο, μπροστά στη μύτη του εχθρού, που έδωσε σήμερα τη θέση του στο ξενοδοχείο «Σεμίραμις», των παιδιών του Όμηρου Βασιλείου.

Όταν οι Γερμανοί έμπαιναν για έλεγχο,  άνοιγαν την καταπακτή κι έστρωναν από πάνω το χαλί. Ο Κατέχης, ανέβαινε για παρατήρηση στο μύλο που υπήρχε στον κρυμμένο κήπο, κι η ανησυχία ήταν μεγάλη, αλλά η αυτονόητη σκληρότητα και η βαρβαρότητα των χρόνων του πολέμου δεν άφησε σημάδια στη ψυχή των Ροδίων που ήθελαν να προσφέρουν για τη λευτεριά.

Την άγνωστη ιστορία του «Σεμίραμις», αφηγείται μέσα από το βιβλίο του «Μαρτυρίες Κατασκόπων της Ρόδου 1943-1945» ο ίδιος ο Σπύρος Κατέχης, ο κατάσκοπος της Ρόδου!

Γεννήθηκα στο Ασσουάν της Άνω Αιγύπτου,  το 1919. Ο πατέρας μου καταγόταν από την Κέρκυρα. Κατατάχτηκα στο 10ο Σύνταγμα Πεζικού το 1940, υπηρέτησα στο κεντρικό μέτωπο της Αλβανίας, στο βόρειο μέτωπο και στη Μακεδονία, εναντίον των Γερμανών αυτή τη φορά. Με την οπισθοχώρηση έγινα μέλος της Αντίστασης και ηγήθηκα της πρώτης ομάδας ανταρτών της Ηπείρου και της Κέρκυρας που οργάνωσε την Εθνική Αντίσταση.

Το Σεπτέμβριο του 1943, με την παράδοση των Ιταλικών Δυνάμεων στους Συμμάχους, η αντάρτικη ομάδα μου βοήθησε τους Ιταλούς στη σύλληψη των Γερμανών της Κέρκυρας. Με μεγάλο κίνδυνο και κακουχίες έφτασα στο Μπρίντιζι της Ιταλίας όπου στη Διοίκηση της Υπηρεσίας Πληροφοριών ο Λοχαγός Τσώρτσιλ, μου ζήτησε να εκπαιδευτώ στην Ιταλία και να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στον κοινό αγώνα. Δέχτηκα και το πρώτο ήταν να μάθω καλά Ιταλικά και ειδικά τη μιλανέζικη διάλεκτο.

 


Στην 8η Στρατιά, εκπαιδεύτηκα σε τρόπους περισυλλογής πληροφοριών, στην πραγματοποίηση σαμποτάζ και στις πτώσεις με αλεξίπτωτο. Το Στρατηγείο της Μέσης  Ανατολής, ζήτησε επειγόντως από την 8η Στρατιά την αποστολή μου στο Κάιρο γιατί είχε δημιουργηθεί θέση αρχηγού αποστολής, σε κατεχόμενη περιοχή. Μου ζήτησαν να έρθω στη Ρόδο.  Δέχτηκα. Υπήρχε διάχυτη εντύπωση ότι στη Ρόδο θα χρησιμοποιούσα περισσότερο τα Ιταλικά που είχα μάθει σε ειδικό σχολείο στο Μπρίντιζι. όπου ήταν η βάση του στρατηγείου της 8ης Στρατιάς. Χάρηκα πολύ όταν άκουσα άψογα ελληνικά στη Ρόδο.

Ρόδος 21 Απριλίου 1944
Στις 11:00 η ώρα μπήκαμε σ΄ έναν κόλπο, ο οποίος δεν ήταν ορατός από τις πορείες των πλοίων. Στον κόλπο αυτό βρήκαμε άλλες δύο αποστολές της υπηρεσίας μας, που περίμεναν την εντολή του στρατηγείου, για την ημέρα της πραγματοποίησης της επιχείρησής τους. Όλα τα πειρατικά καΐκια είχαν καμουφλαριστεί για να μη γίνουν αντιληπτά από τα Γερμανικά αεροπλάνα που πετούσαν ψηλά για την ανακάλυψη των συμμαχικών πλοίων.

Η αποστολή της Ρόδου είχε μεγάλη σημασία και έπρεπε να επιτύχει γι αυτό είχαν στείλει το λοχαγό «Lee» ο οποίος θα με συνόδευε στην απόβασή μου στη Ρόδο. Στην ακτή, με περίμεναν μερικοί συνεργάτες με τους οποίους θα ταύτιζα για αρκετό χρόνο την τύχη μου. Μεταξύ αυτών όταν έφτασα στη νέα μου κατοικία, μια αετοφωλιά στο Μονόλιθο, πάνω σε πανώριους βράχους , απρόσιτους και τρομακτικούς, ήταν και η Μαρία Μαλανδρή, που βοήθησε τα μέγιστα το έργο μας στη σπηλιά του Μονολίθου.

30 Απριλίου 1944
Ήρθε να με συναντήσει ο Γιώργος Κωσταρίδης,  η συνάντησή μας έγινε στην άλλη πλευρά του βουνού, μέσα σε πυκνό δάσος. Έπρεπε να κατέβω στην πόλη, είχα αποστολή και έργο να επιτελέσω.
 


6 Μαΐου 1944
 Ήρθε ο Γιώργος Κωσταρίδης μαζί με το Μιχάλη Βρούχο. Μου έφεραν νέα για την κατοικία που μου βρήκε ο Κωσταρίδης  και άλλα σχετικά με τις κινήσεις των Γερμανών. Την ταυτότητά μου την έβγαλα στο Κάιρο, δεν την ξεχώριζες από αυθεντική. Την είχε φτιάξει ειδικός πλαστογράφος. Πραγματικά δεν μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι δεν ήταν γνήσια. Το χρώμα της ήταν πρασινωπό, η φωτογραφία όπως σε όλες τις ταυτότητες. Το όνομά μου ήταν Σπύρος Γεωργιάδης, από τη Μαλώνα.

Ένα πρωινό πληροφορήθηκα ότι άλλαξαν το χρώμα από τις ταυτότητες και από πράσινο, το χαρτονάκι έγινε άσπρο. Το θέμα το συζήτησα με τον παπα-Κλήμη, κι ο παπάς κάλεσε τον Κλεάνθη Παπασταμάτη και του το είπε. Ο Κλεάνθης προσφέρθηκε να χρησιμοποιήσω τη δική του ταυτότητα, αλλά βρέθηκε καλύτερη λύση: να βγάλω καινούργια ταυτότητα με τα στοιχεία του Κλεάνθη.

Ο τελευταίος και πάλι δέχτηκε χωρίς δυσκολία. Ο παπα-Κλήμης φώναξε τότε το Γιάννη Χαρτοφύλη που ήταν βοηθός καραμπινιέρος στο Σταθμό Χωροφυλακής του Μονολίθου. Έτσι, χωρίς φασαρία, απέκτησα μία αυθεντική ταυτότητα «Κλεάνθης Παπασταμάτης» του Κωνσταντίνου. Πληρώσαμε μία χρυσή λίρα στον Ιταλό καραμπινιέρο του Σταθμού και άλλαξα όνομα από Γεωργιάδης σε Κλεάνθης Παπασταμάτης.

10 Μαΐου 1944
Μεταμφιεσμένος σε αγροτοεργάτη, κάθισα στο φορτηγό που ήταν φορτωμένο με φελλούς δέντρων και κάπνιζα το ροδίτικο τσιγάρο μου, που ήταν χειρίστης ποιότητας και που οι χωρικοί κάπνιζαν, για να δίνω την εντύπωση ότι ήξερα την πόλη και γνώριζα καλά όλους τους ανθρώπους. Στο φορτηγό είχαν και ένα μεγάλο καλάθι με αυγά. Αυγά, έδιναν από δύο σε κάθε σκοπό που πλησίαζε το αυτοκίνητο.

Το σπίτι που θα έμενα (στην οδό Ιωάννου Μεταξά των ιδιοκτητών του σημερινού Σεμίραμις), ήταν ωραίο, με πολλά δωμάτια, ισόγειο και με άλλον ένα όροφο που ήταν από κάτω, γιατί είχε μεγάλη υψομετρική διαφορά από το δρόμο. Είχε έναν κήπο, μ΄ έναν ανεμόμυλο που αντλούσε νερό από πηγάδι. Στο σπίτι αυτό έμεναν τα τέσσερα ανύπαντρα αδέλφια Βασιλείου..

Πρώτη ήταν η Παρασκευή, που όλοι τη φώναζαν Φούλη, η δεύτερη ήταν η Ελευθερία. Και οι δυό τους είχαν περάσει τα πενήντα τους χρόνια. Μετά ερχόταν ο Γιάννης, ο γραμματέας του Τουρκικού Προξενείου, μετά ο Ιορδάνης. Ο νεότερος αδελφός ήταν ο Όμηρος, της Δημοτικής Αστυνομίας, που ήταν ο μόνος που παντρεύτηκε. Τη γυναίκα του την έλεγαν Σοφία.
 


Ήταν έγκυος και περίμενε το πρώτο της παιδί. Θυμάμαι ότι δεν ήξερε για μένα, τι δουλειά έκανα, αλλά στο τέλος κατάλαβε και μου είπε καθαρά ότι είμαι κατάσκοπος και δεν θα έπρεπε να της το κρατάνε μυστικό γιατί κι αυτή θέλει να προσφέρει τις υπηρεσίες της για τη Λευτεριά.

Όταν έφυγα από το σπίτι, άφησα λίγα χρήματα γιατί ήθελα να γίνω νονός για να βαφτίσουν το παιδί που θα γεννούσε όπως και έγινε. Με την άφιξή μου στο σπίτι των Βασιλείου αμέσως έτρεξα στο ντους και πλύθηκα. Τα τέσσερα αδέλφια με γέμισαν περιποιήσεις και κεράσματα. Από την επομένη της αφίξεώς μου άρχισα να μελετώ το χάρτη της πόλης για να μπορώ να βρω ακριβώς πού είχαν στήσει τα σημεία ελέγχου τους οι Ιταλο-Γερμανοί και πού εφρουρούντο αυτά τα οδοφράγματα. Επίσης τους δρόμους, γιατί είχε πολλούς δρόμους που ήταν αδιέξοδοι και δεν ήθελα να πατήσω πεπονόφλουδες σαν βρισκόμουν μόνος.

Όταν έβγαινα στην πόλη ποτέ δεν είχα συνοδό, ο συνοδός μου προηγείτο μερικά μέτρα μπροστά ή πίσω, ώστε εάν συνέβαινε κάτι σε μένα να μην πάθει κανείς άλλος τίποτα. Βέβαια οι έξοδοί μου σπανίως εγίνοντο με τα πόδια, πάντα με ενοικιασμένο ποδήλατο. Το ποδήλατο, το πεταλιάριζα κατά τον Ιταλικό τύπο, με τα τακούνια, κι όχι με τη σόλα του παπουτσιού. Το απομεσήμερο βγήκα περίπατο με ποδήλατο, με προπορευόμενο τον Κλεόβουλο Χατζηγεωργίου, από τη Σορωνή που εργαζόταν σαν εισπράκτορας στα λεωφορεία που έκαναν τη συγκοινωνία με τα χωριά της Ρόδου. 

Πήγα στο σπίτι του γερο-Φιλήμονα Γιαμαλή, ο οποίος είχε εκφράσει την επιθυμία να με γνωρίσει. Εκεί γνώρισα και την οικογένειά του, (είχα γνωρίσει ήδη τον Φίλιππο Γιαμαλή) γιατί είχε έρθει στο βουνό. Όταν γύριζα έβρισκα την οικογένεια Βασιλείου αναστατωμένη αν είχα αργήσει  όπως και όταν έφευγα βιαστικά για το βουνό, μεταφέροντας όλα τα στοιχεία που έπρεπε να φύγουν για το Κάιρο. 

Οι βομβαρδισμοί ήταν πυκνοί, καθημερινοί, μέρα και νύχτα. Τη νύχτα ήταν πιο πυκνοί και όσο περνούσαν οι μέρες γινόντουσαν πυκνότεροι. Στο σπίτι που έμενα χρησιμοποιούσαν για καταφύγιο ένα χώρο στο εσωτερικό της κατοικίας τους, όπου κάθε φορά που είχαμε και Γερμανικό ή Ιταλικό έλεγχο στο σπίτι, άνοιγαν την καταπακτή και κατέβαινα, έκλειναν την καταπακτή και πάνω έστρωναν το χαλί, έτσι δε φαινόταν τίποτα. Αλλά στους βομβαρδισμούς κατέβαιναν όλοι και εκεί έφερναν τη ντοματοσαλάτα μας,  από φρέσκο αγγουράκι και ωραία ντομάτα του κήπου της οικογενείας Βασιλείου,  μαζί με το κονιάκ και τα κοπανούσαμε, όπως συνήθως λέγεται.

Ένα βράδυ, το Φούλι, έτρεξε βιαστικά και ξέχασε να πάρει το αλάτι. Μπορείτε να φανταστείτε ότι η  σαλάτα αυτή τη φορά ήταν άνοστη. Εκείνο το βράδυ, μία βόμβα έπεσε τόσο κοντά που μας έκανε να πηδήξουμε από το τράνταγμα με αποτέλεσμα να κουνηθεί το τραπεζάκι και να πέσει το κονιάκ. Έσπασε το μπουκάλι και χύθηκε το πολύτιμο υγρό και μας έβρεξε όλους. Μείναμε με την εντύπωση ότι μυρίζαμε κονιάκ για μέρες. Όταν έμπαινες από την είσοδο  του σπιτιού όπου κρυβόμουν, βρισκόσουν σ΄ ένα μεγάλο δωμάτιο-χωλ, που γύρω-γύρω είχε δωμάτια και στο βάθος αριστερά, την κουζίνα και το λουτρό. Το πρώτο δωμάτιο δεξιά το είχαν παραχωρήσει σε μένα.

Απέναντι από την είσοδο, το σπίτι είχε μία βεράντα η οποία είχε μια θαυμάσια θέα, έβλεπες τη θάλασσα. Η βεράντα αυτή δεν ήταν ορατή από το δρόμο. Εκεί είχε ένα τραπεζάκι, και δύο τρεις καρέκλες. Εκεί μελετούσα τις πληροφορίες που έπαιρνα. Εκεί έγραφα τα μηνύματα για το Κάιρο, εκεί έγραφα την Έκθεσή μου προς την προϊσταμένη αρχή, σε μια φορητή γραφομηχανή. Από το δωμάτιό μου άκουγα τους Ιταλούς και τους Γερμανούς που περνούσαν απ΄ έξω και συζητούσαν μεταξύ τους. Λίγο πιο ψηλά, στο δρόμο υπήρχε και ένα οδόφραγμα χτισμένο και άφηνε ένα μικρό χώρο για να περνούν οι πεζοί.  Ήταν η ιδανική τοποθεσία από απόψεως ασφαλείας γιατί οι Γερμανο-Ιταλοί δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών του εχθρού τους, είχαν τόσο θράσος να μπαινοβγαίνουν μπροστά τους ανενόχλητοι.

Ο κατάσκοπος Γιώργος Διαμαντίδης
Ο νεαρός αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού πέρασε από την περίφημη σχολή 102 της Χάιφα, όπου διδάχτηκε τα μυστικά του ανορθόδοξου πολέμου, και από τη σχολή αλεξιπτωτιστών στο Κάιρο. Στη Ρόδο ήρθε πέφτοντας με αλεξίπτωτο και ήταν μαζί με το Σπύρο Κατέχη στο Λημέρι, δηλαδή στη Σπηλιά της Μονολίθου. Κατά τη διάρκεια της δράσης του στη Ρόδο, ήταν εφοδιασμένος με πολλές ταυτότητες και μία εξ αυτών του έδινε το όνομα Βασιλείου Αναστάσιος αφού κι εκείνος φιλοξενείτο στο σπίτι των Βασιλείου συχνά.

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Διαμαντίδης, από τότε δεν έφυγε ποτέ από τη Ρόδο, την αγάπησε και ίδρυσε την εφημερίδα «Πρόοδος» η οποία μεσουρανούσε για πολλές δεκαετίες. Ο Γιώργος Διαμαντίδης, δεν θέλησε να μιλήσει ποτέ για τη σπουδαία δράση του στην Αντίσταση λέγοντας συγκεκριμένα ότι δεν του άρεσε ποτέ η «αυτοδιαφήμιση και η προβολή». Οι γονείς του Αθηναίου Γιώργου Διαμαντίδη, που μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκαν κι εκείνοι στη Ρόδο, επισκέπτονταν  συχνά την οικογένεια Βασιλείου, με την οποία συνδέθηκαν με φιλικούς δεσμούς.
 

Γιώργος ΔιαμαντίδηςΓιώργος Διαμαντίδης


Ο Σπύρος Κατέχης αναφέρει για το Γιώργο Διαμαντίδη
Από τη βεράντα του σπιτιού παρακολουθούσαμε τα καΐκια που πήγαιναν στα νησιά και τις τορπιλάκατους των Γερμανών, καθώς και τα βαπόρια που έκαναν τη συγκοινωνία με νησιά εκτός Δωδεκανήσου. Από κει βλέπαμε τα Γερμανικά αεροπλάνα που περιπολούσαν τις παραλίες του νησιού. Μερικές φορές γίναμε μάρτυρες βομβαρδισμών των καραβιών από αγγλικά αεροπλάνα.

Είδαμε το αντιαεροπορικό να προσπαθεί να πετύχει τα αεροπλάνα. Είδαμε μερικά βράδια τα συμμαχικά αεροπλάνα να έρχονται και να ρίχνουν τις βόμβες τους σε Γερμανικούς στόχους στο λιμάνι και σε αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες.  Άλλοτε είδαμε να βομβαρδίζουν το Μόντε Σμιθ, όπου εκτός από τις αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες, υπήρχαν και πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος για την προστασία των ακτών της Ρόδου.

14 Μαΐου 1944
Κυριακή, στο πρόχειρο γραφείο μου, που ήταν το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, όπου είχα απλώσει το χάρτη του νησιού, σημείωνα τα σημεία όπου οι Γερμανο-Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει πυροβόλα, πολυβόλα, αντιαεροπορικά, προβολείς, και όπου είχαν τοποθετήσει νάρκες.

Οι Εκθέσεις μου για την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί πλησίαζαν το ενάμιση κιλό χαρτί, πυκνά γραμμένο στη γραφομηχανή. Τα ετοίμαζα γιατί μόλις συμπλήρωνα τις Εκθέσεις μου θα ζητούσα να έρθει ένα μέσον να τα παραλάβει και να μας φέρει εφόδια σε καύσιμα(βενζίνη) για τη μηχανή που φόρτωνε τις μπαταρίες του ασυρμάτου, λάστιχα αυτοκινήτου που είχαμε ανάγκη για τις μετακινήσεις μας, με το φορτηγάκι του Σταυρή. 

Με τη βοήθεια του Γιώργου Κωσταρίδη, Μιχάλη Βρούχου, Αργύρη Θεοχάρη, οι οποίοι αντλούσαν τις πληροφορίες τους από τρεις Ιταλούς, πλησίαζε η συμπλήρωση της στρατιωτικής αναγνώρισης του νησιού και θα έπρεπε σε λίγες μέρες να γυρίσω στο βουνό και να περιμένω εκεί την άφιξη του πλοίου για την αποστολή του μικρού θησαυρού που είχαμε συγκεντρώσει. Ένας από τους Ιταλούς, μας είχε φωτογραφίσει με μικρή φωτογραφική μηχανή που του είχε δώσει ο Μιχάλης Βρούχος, τον κώδικα που χρησιμοποιούσαν τα αεροπλάνα για την προσγείωση, απογείωση και μετάδοση μηνυμάτων. 
 

Πλαστή ταυτότητα του Διαμαντίδη με όνομα Αναστάσιος Βασιλείου (Από το αρχείο του Κώστα Τσαλαχούρη)Πλαστή ταυτότητα του Διαμαντίδη με όνομα Αναστάσιος Βασιλείου (Από το αρχείο του Κώστα Τσαλαχούρη)


Μια φορά, στείλαμε ένα μήνυμα ότι στο ξενοδοχείο «των Ρόδων»,  επρόκειτο να γίνει μια επίσκεψη των στρατηγών της Νότιας πτέρυγας των Γερμανικών Δυνάμεων, κι ότι θα παρευρίσκοντο σ΄ αυτήν και δύο Γερμανοί Στρατηγοί του Επιτελείου του Χίτλερ. Και βέβαια ζητήσαμε τον βομβαρδισμό του χώρου του ξενοδοχείου.

Τούτο απερρίφθη από το Στρατηγείο και μας απάντησαν: «όταν θα ρθουμε εμείς νικητές, πού θα μείνουμε;». Όλοι γελάσαμε με την καρδιά μας. Όσο περνούσε ο καιρός φαινόταν καθαρά ότι η ζυγαριά έκλεινε προς τη νίκη των Συμμάχων.  Από τη διαμονή μου στο σπίτι των αδελφών Βασιλείου, πρέπει να παρατηρήσω ότι η οικογένεια αυτή είχε εθελοντικά προσφέρει στον αγώνα το σπίτι της και δε διστάζω να πω ότι πολλές φορές κινδύνευσε η ζωή τους.  

Η αγάπη τους στην πατρίδα, όπως και πολλών άλλων Ροδίων ήταν αδιαμφισβήτητα μεγάλη. Δεν μπορώ να ξεχάσω την ευγένειά τους, την προθυμία όλων στο να φανούν χρήσιμοι στην υπόθεση της λευτεριάς της Δωδεκανήσου. Με πρόσεξαν και με θεώρησαν σαν μέλος της οικογένειάς τους. Τα παιδιά του Ομήρου Βασιλείου, κληρονόμησαν το οικόπεδο αυτό μαζί με το σπίτι το οποίο κατεδάφισαν και έχτισαν το ξενοδοχείο «Semiramis».

Σύμη 8 Μαΐου 1945
Φύγαμε για τη Σύμη με μεγάλο κίνδυνο σε μια βάρκα ενώ οι Γερμανοί ήταν ακόμα πολύ επικίνδυνοι. Εκεί υπέγραψαν την άνευ όρων παράδοση των Δωδεκανήσων στους Άγγλους.