Λεξιστορείν: Κουράστηκα  από το… κούρεμα!

Το ρήμα κουράζω σημαίνει σήμερα «προξενώ σε κάποιον σωματική ή ψυχική κούραση, καταπονώ».

Η ρίζα της λέξης, όσο και αν φαίνεται απίθανο, βρίσκεται στο ρήμα κουρεύω και στα ουσιαστικά κούρεμα και κουρά (από το αρχαίο κείρω= κόβω).

Αυτό συνέβη,  επειδή στον μεσαίωνα το κούρεμα  πολλές φορές χρησιμοποιούνταν ως  εξευτελιστική  τιμωρία καταδίκων, μοιχαλίδων και άλλων παρανόμων.

Σιγά-σιγά από την σημασία του τιμωρώ, ταλαιπωρώ, εξευτελίζω απέκτησε τη σημερινή σημασία της καταπόνησης, της αίσθησης αδυναμίας.