Η Μακεδονία μας από τα βάθη των αιώνων  ήταν και είναι ακραιφνής ελληνική

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Β’ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ

Ως προς τη Μακεδονική γλώσσα των Σκοπίων, την οποία οι υποστηρικτές του Κρατίδιου αυτού παρομοιάζουν με τη Μακεδονική, ο Καθηγητής της Γλωσσολογίας στη δομή της διαλέκτου, που άρχισε να εκσερβίζεται, με βάση τα ιδιώματα των περιοχών Prileh, Botolja, Kicev και Veles από το 1944, όταν τα Σκόπια αποτέλεσαν τη “Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας στην ενιαία Γιουγκοσλαβία του “Τίτο”.

Ο,τι δε αποκαλείται από τους Σκοπιανούς “μακεδονική γλώσσα”, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική αρχαία ελληνική γλώσσα”, της Μακεδονίας, αλλά αποτελεί μια “ψευδώνυμη κατασκευή”. Και είναι αληθές ότι δεν βρέθηκε, απόσα τουλάχιστο γνωρίζουμε, καμία επιγραφή στη μακεδονική διάλεκτο. Είναι και αυτό ένα από τα πολλά στοιχεία, που διατρανώνουν τον ελληνικό χαρακτήρα της Μακεδονίας, και όπως αναφέρει ο Στράβωνας: εστίν μεν ουν Ελλάς και η Μακεδονία.

Οσα εκ μέρους των Βουλγάρων ιστορικών και φιλολόγων, του Καζάρωφ και το Μπεσέβλιεφ, σε μελέτες τους γράφτηκαν κατά της ελληνικότητας της Μακεδονίας, δεν έχουν επιστημονική αντικειμενικότητα, είναι μάλλον, προπαγανδιστικού περιεχομένου (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10ος).

Ακόμη και αυτό το διοικητικό σύστημα των πόλεων-κρατών, προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν οι Σκοπιανοί και οι ομόφρονές τους για να δικαιολογήσουν τα κατά την ελληνικότητα της Μακεδονίας, επιχειρήματά τους. Η πραγματικότητα, ωστόσο, τούς διαψεύδει. Και όπως ορθότατα αναφέρει ο Νικόλαος Μάρτης, πρώην Υπουργός Βορείου Ελλάδας: «...οι ελληνικές πόλεις-κράτη πολεμούσαν μεν μεταξύ τους, αλλά στον κοινό κίνδυνο ενώνονταν· τότε ιδιαίτερες αντιλήψεις και πολιτικά ήθη παραμερίζονταν και η Πανελλήνια συνείδηση δέσποζε σε όλη την Ελλάδα. Αυτό που χαρακτηρίζει και τους σημερινούς Ελληνες και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αποδείξεις της συνέχειας της Ελληνικής φυλής.

Οι Νεοέλληνες έχουν τα ίδια προτερήματα και ελαττώματα, που χαρακτήριζαν τους αρχαίους προγόνους μας». Και συμπληρώνει, και το κράτος κάποιας αγανάκτησης: ,Από την ίδρυσή της η Δημοκρατία των Σκοπίων σφετερίζεται ένα ιστορικό όνομα, που δεν της ανήκει και προσπαθεί να εμφανιστεί σαν κληρονόμος ολόκληρης της Μακεδονίας, με τον ισχυρισμό ότι οι Μακεδόνες αποτελούν χωριστή Εθνότητα, ότι δεν είναι Ελληνες, ενώ ιστορία, γεγονότα, στοιχεία 4.000 ετών αποδεικνύουν το ρόλο της Μακεδονίας στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Ακόμα και κατά την εξέγερση του Γένους των Ελλήνων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατοράις κατά το 18ο και 19ο αιώνα, οι πιο πιστοί σύντροφοι και συνεργάτες του Ρήγα Φεραίου ήσαν Έλληνες Μακεδόνες.

Οι δύο αδελφοί τυπογράφοι και Εκδότες της “Εφημερίδος”, Μαρκίδα και Πούλιοι από τα Σιάτιστα, που τύπωναν τις προκηρύξεις του, ο Γεώργιος Θεοχάρης από την Καστοριά, ο Παναγιώτης Εμμανουήλ επίσης, από την Καστοριά και ο Κωνσταντίνος Δούκας από τα Σιάτιστα, οι οποίοι συνελήφθησαν μαζί του και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Πέραν τούτων, είναι γνωστό, ότι η Μακεδονία του Δ’ π.Χ. αιώνα ήταν χώρα πόλεων. τα ανασκαφικά ευρήματα των Αιγέων, της Πέλλας, της Μίεζας, στο Παλαιό Βασίλειο, αλλά και της Αιανής στην Ανω Μακεδονία, διαψεύδουν πανηγυρικά ότι η Μακεδονία ήταν “φεουδαρχικό κράτος” θεμελιωδώς “εχθρικό προς τις πόλεις”. Και υπολογίζεται ότι συνολικά η Μακεδονία του Μεγάλου Αλεξάνδρου περιλάμβανε πάνω από πενήντα πόλεις αυτόνομες, δηλαδή, πολιτικές μονάδες. Πρόκειται για συμπεράσματα έρευνας, που έγινε υπό την αιγίδα του International Polis Centre της Βασιλικής Ακαδημίας της Κοπεγχάγης.

Παρά ταύτα, είναι άξιο έξαρσης και το γεγονός ότι, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατά την ενδιάμεση οκτάχρονη και πάνω αποκλειστική, σχεδόν πορεία του προς την Ασία, διάλεξε 30.000 νεαρούς Πέρσες και τους ενέταξε στο στρατό του, έδωσε εντολή να μαθαίνουν γράμματα ελληνικά και να εκπαιδεύονται στα μακεδονικά όπλα, που υπερείχαν των άλλων ελληνικών πόλεων-κρατών. «Γράμματά τε μανθάνειν Ελληνικά και Μακεδονείς όπλοιος εντρέφεσθαι». Πλούταρχος, Αλέξανδρος 47,3).

Κατά λογική, ως εκ τούτου, συνέπεια: Εάν οι Μακεδόνες μιλούσαν άλλη γλώσσα, ασφαλώς θα έλεγε να μάθουν τη Μακεδονική γλώσσα και όχι την Ελληνική, γιατί με αυτή θα συνεννοούνταν και στην εκπαίδευση των όπλων και στον πόλεμο. Δεν ξεχνούσε και την ελληνική καταγωγή του· και ως πραγματικός Απόστολος του ελληνικού πολιτισμού, ήθελε να διδάξει τον ελληνικό τρόπο ζωής «και αγώνα εποίησεν γυμνικόν τε και μουσικόν», όπως γράφει ο Αρριανός. Γι’ αυτό, μάλιστα, το σκοπό έφερε τους “δοκιμοτάτους τεχνίτας (καλλιτέχνες από την Ελλάδα (Εκδοτική Αθηνών Α.Ε. “Μέγας Αλέξανδρος και η μεταλαμπάδευση του Ελληνικού Πολιτισμού. Τόμος 4ος).

* * *

Ο Μακεδόνας Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου του 1992 έγραψε βιβλίο με τον τίτλο: «Η Μακεδονία μετά τον Μακεδονικό αγώνα.

Στις σελίδες 104-105 του βιβλίου του αναφέρει: «...Λόγω του προβλήματος που δημιουργήθηκε, από την ανάμειξη των πληθυσμών που ανέφερα και την διεκδίκηση των εδαφών της Μακεδονίας, από τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη ενόψει της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνηθίστηκε τότε να χρησιμοποιείται ο όρος “Μακεδονικό ζήτημα”, ως τμήμα ή παράλληλα προς το λεγόμενο “ανατολικό ζήτημα”, που ήταν επίσης η επιδίωξη των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης, να διαμοιρασθούν τα εδάφη της καταρρέουσας αυτοκρατορίας των Σουλτάνων. Αυτή η προϊστορία εξηγεί πως διευκολύνθηκε, σε μεταγενέστερη εποχή, η χρησιμοποίηση του όρου “μακεδονικό ζήτημα”. Ηταν γνωστός, σε παλαιότερες εποχές ο όρος αυτός στην Ευρώπη. Αλλά τότε μεν αφορούσε σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, που λεγόταν Μακεδονία, ενώ αργότερα αναφέρεται σε μια εθνότητα που ποτέ δεν υπήρξε και φυσικά, δεν υπάρχει και σήμερα.

«Ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο καμιά απολύτως μνεία για “μακεδονική εθνότητα” δεν ακούστηκε από οποιαδήποτε πλευρά, είτε από τα Βαλκάνια είτε από ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στα 1943 με την ίδρυση Μακεδονικού Κομουνιστικού Κόμματος και, ένα χρόνο αργότερα τον Αύγουστο του 1944, με την ίδρυση της λεγόμενης Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, μέσα στα όρια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Αυτές οι πολιτικές κινήσεις ήταν εμπνεύσεις της τότε γιουγκοσλαβικής ηγεσίας, δηλαδή του Τίτο.

Επιδίωξή του ήταν, πρώτον, να αντεπεξέλθει κατά των βουλγαρικών εδαφικών διεκδικήσεων στη Νότια Γιουγκοσλαβία, της οποίας τους κατοίκους οι Βούλγαροι θεωρούσαν ομοεθνείς τους, και, δεύτερον, να γίνει ο μοναδικός κληρονόμος της ομιχλώδους σε βαλκανική, ευρωπαϊκή ή και παγκόσμια κλίμακα αντίληψης, περί υπάρξεως ενός άλυτου ως τότε «μακεδονικού ζητήματος», το οποίο, πλέον, προωθείται προς λύση.

«Αυτός ο πολιτικός ελιγμός εξουδετέρωσε και εξαγρίωσε τους Βουλγάρους που, με τον Κολάρωφ  και τον Δημητρώφ, είτε διεκδικούσαν τη Νότια Γιουγκοσλαβία ως βουλγαρική, είτε υιοθετούσαν κατακτητικές τάσεις για τη Μακεδονία. Πίσω από όλη αυτή την ιστορία βρισκόταν η Μόσχα, που ενίσχυε πότε τη μία και πότε την άλλη κίνηση, αφού και οι δύο ενέπιπταν στο παμπάλαιο σχέδιο των τσάρων -που δεν είχαν εγκαταλείψει οι Σοβιετικοί- της διεξόδου προς το Αιγαίο μέσα από μια φιλική και φυλετική συγγενική χώρα, η οποία μάλιστα, σε κάποια εποχή, πρέσβευε τους ίδιους Θεούς...».

Επί του προκειμένου ο ίδιος ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου βάζει το ερώτημα και συγχρόνως απαντά:

«Τι απομένει σε μάς; Ασφαλώς μόνο η διαφώτιση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, που μονομερώς πληροφορείται αυτή την ιστορία-μεταξύ άλλων μεθόδων και τρόπων- και με το πλήθος των Πανεπιστημιακών εδρών σε πάμπολλα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής, που ιδρύθηκαν με πρόσχημα την εκμάθηση, τάχα, της «μακεδονικής» γλώσσας και ιστορίας, η έκθεση της αλήθειας και η αποκάλυψη των πραγματικών αιτιών αυτής της πολιτικής πρωτοβουλίας των γειτόνων μας.

Ατυχώς θεωρήσαμε την πραγματικότητα ως αυτονόητη. Αλλά αυτονόητα δεν υπάρχουν στην πολιτική. Μέχρι στιγμής η παγκόσμια κοινή γνώμη είναι πληροφορημένη από άλλη πλευρά, εκείνη που πλαστογραφεί την Ιστορία και διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Δεν είναι καιρός να ξεκινήσουμε κι εμείς; Είναι γνωστό το παλαιότατο αξίωμα: «δεν αρκεί να έχεις δίκιο, πρέπει και ναξέρεις και ναμπορείς να το βρεις». Έχει δίκαιο ο Μ. Παπακωνσταντίνου. Εμείς, σύσσωμος ο Ελληνισμός, να ενεργοποιηθούμε έγκαιρα και κατάλληλα εκεί, και όπως πρέπει».

Η Ρόδος και κατά τα 13 χρόνια περίπου, (336-323 π.Χ.), της βασιλείας του Μακεδόνα Μεγάλου Αλεξάνδρου βρισκόταν στην ακμή της, η δε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της προσπαθούσε να πολιτεύεται εξισορροπητικά, μεταξύ των διαφόρων τότε άλλων ελληνικών πόλεων-κρατών. Ο ιστορικός Πολύβιος Μεγαλοπολίτης, επικροτώντας την ουδέτερη αυτή πολιτική αναφέρει ότι οι Ρόδιοι με τη στάση τους απέναντι στους εμφύλιους πολέμους των άλλων Ελλήνων, πρωτοστατούσαν, όχι μόνο για τη δική τους Ελευθερία, αλλά και των Πανελλήνων. («Οι Ρόδιοι, διατελούσι πρωτοστατούντες, ου μόνον της αυτών, αλλά και της των άλλων Ελλήνων Ελευθερίας»). Και σύμφωνα, επιπρόσθετα με το Συβύλλειον χρησμό: «Και σύ, ώ Ρόδος, κόρη του Θεού του φωτός, έση επί μακρόν ανεξάρτητος και αποκτήσης απείρους θησαυρούς».

Μεταξύ αυτών, που επιζητούσαν την εύνοια των Ροδίων, ήταν και ο βασιλιάς της Μακεδονίας. Αλλά και οι Ρόδιοι εκτιμούσαν και εβοηθούσαν, διατηρούντες πάντοτε την αυτονομία τους, το γιο του Φιλίππου, Αλέξανδρο το Μέγα, στη μεγάλη, δε, μάχη των Γαυγαμήλων, το 331 π.Χ. αναφέρεται ότι οι Λίνδιοι πρόσφεραν στον Αλέξανδρο χρυσοΰφαντο μανδύα από το θησαυροφυλάκιο του Ναού της Λινδίας Αθηνάς. Περί αυτού, συμπίπτει και η διαπίστωση που προέρχεται από τον Πλούταρχο, που λέει: ότι στην εν λόγω μάχη, ο Αλέξανδρος φορούσε ένα μανδύα, παλαιό έργο του Ελίκωνος από την Κύπρο, δώρο των Ροδίων. Παράλληλα ο Αλέξανδρος, σε κάθε περίπτωση και έμπρακτα εκδήλωνε την τιμή και την αγάπη του προς τη Ρόδο. Έτσι, κατά τους αρχαίους και άλλους μετέπεινται ιστορικούς: Ήρθε ο ίδιος στη Ρόδο, επισκέφθηκε το Ναό της Λινδίας Αθηνάς στη Λίνδο και προ της εκστρατείας ενεπιστεύθη, κατά τον ιστορικό Διόδωρο τον Σικελιώτη, την εαυτού διαθήκη στο Ναό της Λινδίας Αθηνάς.

Μετά, δε, τη νικηφόρα μάχη των Γαυγαμήλων, έστειλε με ειδική αποστολή χρυσά νομίσματα, βουκέφαλα, που ήταν νομίσματα με την κεφαλή του αχώριστου αλόγου του Αλέξανδρου, του Βουκεφάλα, αφιέρωμα στον προαναφερθέντα Ναό της Λινδίας Αθηνάς, ως και μερικά άλλα λάφυρα, από τη μάχη των Γαυγαμήλων. Και ότι, επιπλέον, από τη Ρόδο πήρε τους καλύτερους στρατιώτες, που ήσαν οι σφενδότητες. Ο Ξενοφών μας αφηγείται και επιβεβαιώνει: «...Ακούων δ’ είναι εν τω στρατεύματι ημών Ροδίους, ων τους πολλούς φασίν επίσθασθαι σφενδονάν και το βέλος αυτών διπλάσιον φέρεσθαι Περσικών σφενδονών... ίσως τινές φανούνται ικανοί ημάς ωφελείν».

Οι συγγραφείς Εδουάρδος Μπιλιότης και Αββά Κοτρέ, την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα επισκέφθησαν τη Ρόδο και παρέμειναν στο νησί για αρκετό χρονικό διάστημα. Συγκέντρωσαν στοιχεία και συνέγραψαν το έργο: «Η Νήσος Ρόδος» το οποίο κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στην ελληνική το 1881 και επί του προκειμένου, γράφουν: «Ο Αλέξανδρος ο Μέγας, αφικόμενος εις Ρόδον, έσπευσε να μεταβή προς επίσκεψιν της Αθηνάς Λινδίας».

Ο Μέγας Αλέξανδρος, κι Αλέξανδρος στη δημοτική και Μεγαλέξανδρος στο στόμα του νεοελληνικού λαού από αιώνες και κατά παράδοση, υπήρξε ο μεγαλύτερος, ίσως Στρατιωτικός Ηγέτης, που γνώρισε η Ιστορία, ταυτόχρονα, όμως, και η πλέον διακεκριμένη πολιτική προσωπικότητα της εποχής του. Γεννήθηκε τον Ιούλιο ή ίσως δύο έως τρεις μήνες αργότερα, το 356 π.Χ. στην Πέλλα της Μακεδονίας, η νεώτερη-μετά τις Αιγές- πρωτεύουσα των Μακεδόνων Βασιλέων, κτισμένη κοντά στη σημερινή Βεργίνα.

Επί τρία χρόνια ο Αλέξανδρος έτυχε της κατάλληλης Παιδείας από το διάσημο φιλόσοφο Αριστοτέλη, με καταγωγή από τα Στάγειρα της Μακεδονίας (Χαλκιδική), εξού και η προσωνυμία του: «Σταγιρίτης». Ο πατέρας του, ο Φίλιππος Β’, ο προ αυτού βασιλιάς της Μακεδονίας, καταγόταν από τη βασιλική δυναστεία των Αιγών, που ήταν ακραιφνώς ελληνική, όπως τονίζει ο Μεγάλος Έλληνας Ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος.

Ο Αλέξανδρος ήταν, μόλις 20 ετών, όταν το 336 π.Χ. μετά τη δολοφονία του πατέρα του Φίλιππου, ήρθε κατά διαδοχή και ανέλαβε τις ευθύνες του Μακεδονικού Κράτους. Μία από τις πρώτες ενέργειες του Αλέξανδρου, ως βασιλιά της Μακεδονίας, ήταν να πάει στην Κόρινθο. Εκεί συγκάλεσε το Συνέδριο των Ελλήνων, σύμφωνα με τους κανόνες της Ομόσπονδης Συμμαχίας, η οποία είχε συσταθεί προ διετίας, το 337 π.Χ., υπό του Φιλίππου. Στην Πανελλήνια αυτή Ομοσπονδία, πλην των Σπαρτιατών, συμμετείχε και η Ρόδος.

Η συμμετοχή αυτή της Ρόδου στην πολύχρονη εκστρατεία του Μακεδόνα Στρατηλάτη, ήταν καθοριστική, τον πρώτον, τουλάχιστον καιρό, προκειμένου να αντιμετωπίσει ο Αλέξανδρος τις περσικές δυνάμεις, ενώ παράλληλα εξασφάλιζε και την κυριαρχία στο Ανατολικό Αιγαίο, θαλάσσια περιοχή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η Ρόδος. Έτσι, η Ρόδος, παντοιοτρόπως βοήθησε την εκστρατεία του Αλέξανδρου.

Εκτός των άλλων, αφού ένα μεγάλο μέρος των 160 πλοίων του στόλου του Στρατηλάτη δεν ήσαν Μακεδονικά, αλλά τα είχαν στείλει ελληνικές πόλεις, που συμμετείχαν στην Κορινθιακή Συμμαχία, μεταξύ των οποίων και η Ρόδος, φυσικά-λόγω και της ναυτικής της υπεροχής- η οποία, ωστόσο, επιπρόσθετα είχε επωμιστεί και με τις δαπάνες συντήρησής τους, ως ένα βαθμό, τουλάχιστο.

Διότι, είναι γεγονός ότι, όταν ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για τη μεγαλύτερη εκστρατεία που επιχειρήθηκε στην αρχαιότητα, φεύγοντας άφησε ελλειμματικό ταμείο στο Κράτος του. Μία άλλη διάκριση για τη Ρόδο: Όταν ο Αλέξανδρος αναχωρούσε από την Αίγυπτο για την Ασία, επέλεξε και με Αυτοκρατορική απόφαση διόρισε δύο στενούς έμπιστους για την καλή διαχείριση των οικονομικών του Μακεδονικού Κράτους. Ο ένας εξ αυτών ήταν ο Αισχύλος ο Ρόδιος.

Εξάλλου, όρισε αρμόδιο υπεύθυνο επί των «χρημάτων» της εκστρατείας το Ρόδιο Αντιμένη, ο οποίος εθεωρείτο, ως ένας εκ των πλέον καταρτισμένων Οικονομολόγων της εποχής του. Είχε στο ενεργητικό του την πρώτη στον κόσμο σύσταση Κτηματικής Ασφαλιστικής Εταιρίας, υποστηρίζεται, δε, από κάποιους και ο πρώτος ασφαλιστής του κόσμου.

Την άνοιξη του 331 π.Χ. οι Ρόδιοι συμμετέχουν πρόθυμοι, με οικονομική συνεισφορά, στην ίδρυση της Αλεξάνδρειας, μια που τα εμπορικά τους συμφέροντα με την Αίγυπτο ήσαν μεγάλα. Τη μελέτη των σχεδίων της νέας Αιγυπτιακής πόλης ανέλαβε ο Ρόδιος Πολεοδόμος Δεινοκράτης. Ο Ιστορικός Wilcken αναφέρει, πως η ίδρυση της Αλεξάνδρειας την κατοικούσαν κατ’ αρχήν, ως επί το πλείστον, Έλληνες.

Εξάλλου, στην πολιτιστική οργάνωση της Αλεξάνδρειας φαίνεται πως μιμήθηκαν τη Ροδίτικη, και ένα νησάκι μπροστά στο λιμάνι τους το ονόμασαν Αντίρροδο, «ως αν της Ρόδου εφάμιλλον», λέγει ο Στράβων.

Ο αριθμός των βιβλίων της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας υπερέβαινε τις 300.000. Και είναι βέβαιο, ως εάν δεν καιγόταν η Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη και σωζόντουσαν τα βιβλία της, ως και οι διάφοροι πάπυροι κλπ., είναι βέβαιο ότι σήμερα θα είχαμε περισσότερα και εγκυρότερα στοιχεία, σχετικά με την Αρχαία Ελλάδα, καθώς και τη Ρόδο γενικότερα. Καθόσον, όταν ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος οργάνωσε συστηματικά την Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη, πήρε από τη Ρόδο πολλά βιβλία για τον εμπλουτισμό της.

Ένα άλλο ακόμη γεγονός, που τιμά τους Ροδίους της εποχής εκείνης είναι ότι μεταξύ των βιβλιοθηκαρίων, κατ’ άλλους εχρημάτισε και Διευθυντής, που ανέλαβε την πρώτη ταξινόμηση των βιβλίων της Αλεξανδρινής βιβλιοθήκης, συμπεριλαμβανόταν και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, γνωστός από τα «Αργοναυτικά», το τρίτο βιβλίο των οποίων, έργο του Απολλωνείου, έχει ειπωθεί ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος ωφέλησε τους λαούς που κατέκτησε, γιατί δεν τους αντιμετώπισε σαν στυγνός κατακτητής, αλλά ως σύμβολο Ελευθερίας και Πολιτισμού. Ταυτόχρονα, δε, και αγαπήθηκε. Η εκστρατεία του ωφέλησε και τη Ρόδο, γιατί της έδωσε τη δυνατότητα να διεισδύσει και σε νέες χώρες, κυρίως όμως, ωφέλησε διαχρονικά στην εξάπλωση του Ιδεώδους του Ελληνισμού, σε χώρες που τον είχαν ανάγκη και απόδειξη ότι τον ενστερνίστηκαν. Απ’ όπου κι αν πέρασε, πριν από 2.303 χρόνια ο Αλέξανδρος, άφησε τη σφραγίδα του κι έκτοτε έρχονται συνέχεια στο φως της δημοσιότητας διάφορα ανεκτίμητης αρχαιολογικής αξίας ευρήματα.

Ο ιστορικός R. Grousset, αξιολογώντας το έργο του γράφει, μεταξύ των άλλων: «... Κανένας από όσους διέσχισαν μεγάλες περιοχές της γης με βήματα κατακτητού, δεν άφησε ίχνη πιο «οικουμενικά» από τα ίχνη που άφησε ο Αλέξανδρος, ακόμη και πέρα από τους δρόμους που άνοιξαν τα ίδια του τα βήματα...».

Το 324 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος αποχαιρετούσε τους Μακεδόνες στρατιώτες, που θα επέστρεφαν στην Πατρίδα, ύστερα από πολύχρονη στρατολόγηση, σε λόγο του στην Ώπι, στις όχθες του Τίγρητος, αφού τούς ευχήθηκε να ζήσουν ειρηνικά και αγαπημένοι, τούς τόνισε: «...Δεν κάνω διάκριση μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, όπως συνηθίζουν οι στενόμυαλοι. Για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλλην και κάθε κακός Έλλην είναι χειρότερος από το βάρβαρο...».

Τύχη αγαθή επανέφερε την ιστορική αναγκαιότητα, ώστε πανομοιότητες επισημάνσεις να επαναληφθούν εκ νέου από ένα άλλο Ηγέτη Μακεδόνα. Έτσι, 2.303 χρόνια από τότε, στις 29 Μαΐου 1979, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από την Πρώτη των Σερρών -δήλωνε τα ακόλουθα όταν υπέγραφε ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας τη Συνθήκη Ένταξης της Χώρας μας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες: «... Έλληνες δεν είναι μόνο εκείνοι που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, αλλά και εκείνοι που υιοθέτησαν την κλασική σκέψη».