«Έφυγε» ο Μανόλης Λαγωνικός

Αγαπητέ Μανόλη,
Εκ μέρους του Μορφωτικού και Εξωραϊστικού Ομίλου Όθους Εργασία και Χαρά, το θεωρούμε χρέος μας να εκφράσουμε το τελευταίο αντίο κι ένα μεγάλο ευχάριστο για την ανεκτίμητη πνευματική προσφορά σου.
 
Υπήρξες όχι μόνο, γραμματέας της κοινότητας μας, όχι μόνο ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Εργασία και Χαρά, θεμελιωτής της βιβλιοθήκης, του λαογραφικού μουσείου, του αγροτικού συνεταιρισμού, αλλά και ακούραστος εργάτης τους, ώστε καθένα απ’ αυτά να λειτουργεί και να αποφέρει καρπούς. 
 
Συνεπής στις ιδέες και στα ιδανικά σου, συνέβαλες ώστε να καλλιεργηθεί το συνεταιριστικό πνεύμα, η αγροτική οικονομία, η αγάπη για τις παραδόσεις της Καρπάθου και η αγάπη για τη γνώση και το βιβλίο. Πρώτος εσύ φιλαναγνώστης, γνωρίζοντας ότι το διάβασμα είναι η καλύτερη επένδυση, συντροφιά και σύμβουλος για τη ζωή, έστρεψες γενιές και γενιές στο βιβλίο. 
 
Αγαπητοί Ειρήνη, Φωτεινή, Άννα και Μιχάλη, νοιώθουμε και μείς υπερήφανοι μαζί με σας, που ήταν φίλος μας και συγχωριανός μας, τιμούμε τη σεμνότητα, το ανοικτό μυαλό του, το πείσμα, τη δημιουργικότητα αλλά περισσότερο την αγάπη που μας προσέφερε. 
 
Τέλος εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια και αποφασίζουμε να ονομασθεί η αίθουσα της βιβλιοθήκης του Συλλόγου μας, σε αίθουσα Εμμανουήλ Λαγωνικού, ως ελάχιστο φόρο τιμής, στην προσφορά του στην ανύψωση του πνευματικού επιπέδου του Όθους.
Μανόλης Κριτσιώτης, 
εκπρόσωπος του Συλλόγου Εργασία και Χαρά Όθους Καρπάθου
 
Aγαπημένε φίλε,
-Ψηλά τ’ανηφορίζαμε 
Μαζί τα μονοπάτια
Τσι είχαμε πάντοτ’ ανοιχτά  
του κυνηγού τα μάτια.
Τσαι τώρα που χωρίζεσαι
Απ’ όσους αγαπούσες
Αποχαιρέτα τα βουνά 
Ετσεί που κυνηγούσες!
«Έχετε γεια ψηλά βουνά
τσαι στράτες που ‘πορπάτου
Βρύσες απού ‘πινα νερό 
Τσαι κοπελιές που ΄γάπου».
 
Στράτες τσαι μονοπάτια, Μανολή. Που σήμερο ζωντάνεψαν για σένα. Ποδοβολητό. Δικοί τσαι ξένοι. 3 βασιλιάδες μάγοι με ταφικά κτερίσματα. Κουρνιαχτός! Βουβό το πλήθος. Πεζούρα και καβαλαρία. Λιγνά κι ανάλαφρα παλικάρια - οι παιδικοί σου φίλοι που αλαφιασμένοι σηκώνονται από το βαθύ τσαι αιώνιο λήθαργο. Ξεπεζεύουν κοντά σου! 
Τσαι στα σοκάτσια του χωριού συρφετός τσ’ οχλαλοή. Οι αρχοντοπούλες του Όθους τσ’  οι καλοκυράδες του νησιού. Με μοίρα για να ‘αγιάσουν το δικό σου σκήνωμα. Και να ψάλλουν εξόδιους ύμνους και επιτάφιους στο όνομά σου.

Όλοι τούτοι
 «…Πήραν στρατί-στρατί το μονοπάτι 
αρχοντοπούλες τσαι καλοτσυρά(δ)ες
από τις ξένες χώρες βασιληά(δ)ες 
τσαι καβαλάρη(δ)ες απάνω στ’ άτι».
 
Κανείς, ωστόσο, καλέ μου φίλε, δεν εμπόρεσε!
«Κανείς για τη δικιά σου την αγάπη 
 Δε σκότωσε το δράκο ή τον αράπη
Τσαι να σου φέρει αθάνατο νερό».
 
Όλοι δίπλα σου, μοιρολογούμενοι:
«…Απόθανε, απόθανε ο βράχος! και θρήνος και κλάψα πολλή!». 
Και τώρα τι μας απομένει Μανολή από εσένα; Ποια κληρονομιά μας αφήνεις; Αν κάποιοι που δε σε καλογνώρισαν ρωτήσουν για σένα, δίχως αμφιβολία 
Θα πάρουν την απάντηση που ταιριάζει: ότι αανφίβολα:
 
Ο προκείμενος νεκρός υπήρξε ένας αληθινός άντρας. Με αναρίθμητες αρετές. Που τάχα χαθήκανε μαζί με το σώμα του, αλλά όμως θα περιφέρονται αιώνια ως πολύτιμη κληρονομιά μαζί με την ψυχή του.
Εχάσαμε το πιο τίμιο, τη φυσιογνωμία σου, τη μορφή σου! Το πιο ακριβό πράγμα δηλαδή, την ωραία σου θωριά. 
Που πήγαινε χέρι-χέρι με την καλοκαγαθία σου. Υπήρξες καλός καγαθός, ένα αμιγώς θετικό άτομο. Με καλές δηλαδή κι αγνές προθέσεις. Που επιλέγει να περιφρονεί το κακό!    
 
Ήσουν ντόμπρος, ευθύς και ανοιχτός χαραχτήρας. Δεν έκρυβες ποτέ τις προθέσεις σου. Δε δίσταζες να μιλάς ανοιχτά και καθαρά.
Υπήρξες η φωνή της λογικής και της νηφάλιας σκέψης 
Δίκαιος κι ίσιος σ’ όλες σου τις πράξεις 
Ποτέ από το χρέος μη κινών
Αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία…
 
Τίμιος και ακέραιος, άκαμπτος και ασυμβίβαστος μπροστά σε πάγιες ατομικές, οικογενειακές και κοινωνικές αξίες. Καμιά επιφύλαξη βέβαια δε διατηρούν γι αυτό η Ειρήνη, η Φωτεινή, η Άννα και ο Μιχάλης. Ούτε ασφαλώς οι φίλοι και συντοπίτες σου.  
Εξού και η γενική εκτίμηση και αγάπη στο πρόσωπό σου.
 
Ένα πρόσωπο, ένας χαραχτήρας  που παρουσίαζε, θα λέγαμε,  δύο βασικές πτυχές. Μία Ιωνική/Αθηναϊκή που εκφράζεται από τον Περικλή. Που ο Θουκυδίδης τον χαραχτηρίζει στιβαρό και σοβαρό άνθρωπο: «άθρυπτον εις γέλωτα». Δηλαδή δε χασκογελούσε, δε χαχάνιζε, αλλά μονάχα χαμογελούσε με φυσικό τρόπο, αυθόρμητα και εγκάρδια. 
 
Την άλλη πτυχή θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε Λακωνική/Σπαρτιατική. «Το Λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν». «Των φρονίμων ολίγα», έλεγε συνέχεια ο Μανόλης. Απέφευγε την πολυλογία. 
Αεί φιλοσοφώντας στη ζωή και βάζοντας διλήμματα στον εαυτό του. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα αυτοσεβασμού και περήφανης αξιοπρέπειας: ακολουθούσε τις διδαχές του αγαπημένου του Καβάφη: 
 
Όσο μπορείς 
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
 
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική. 
 
Η προσωπική σχέση μαζί σου κρατά 40 χρόνια. Βαθιά αμοιβαία εκτίμηση, στενή φιλία, πνευματική, αλλά και κυνηγετική συνεργασία. 
Συνεχείς συζητήσεις γύρω από καθημερινά, κοινωνικά, φιλοσοφικά, ιστορικά ζητήματα, όπως και τοπικά θέματα. Τακτικές υπαίθριες εξορμήσεις για κυνήγι, συχνά σε συνδυασμό με αρχαιολογική εξερεύνηση. Λάστος, Κούρι, Κραμπά, Εϋροι, Αφιάρτης, Σαρία. Τεράστια η συμβολή του στις επιστημονικές μου αναζητήσεις και στη διδακτορική μου διατριβή. Αλλά και στις μακροχρόνιες πανεπιστημιακές έρευνες που ακολούθησαν.
 
Μαζί εκδόσαμε το επιτυχημένο περιοδικό ποικίλης ύλης «Κάρπαθος», όπου έβλεπαν στο φως εξαιρετικές συνεργασίες σου. Συνεργαστήκαμε επίσης στο σπουδαίο περιοδικό του Συλλόγου των Απανταχού Καρπαθίων «Καρπαθιακή Ηχώ». Εδώ δημοσίευσες πολλά κείμενα μεγάλης λογοτεχνικής αξίας.
Το όνομά του ως λογοτέχνη ξεπέρασε τα όρια της Καρπάθου, και ανέπτυξες στενή φιλία και συνεργασία με σπυδαίους λογοτέχνες, όπως ο Βάσος Βαρίκας και ο Νίκος Κάσδαγλης και με άλλους σημαντικούς Δωδεκανήσιους συγγραφείς.       
 
Συνεργαστήκαμε ακόμα επί είκοσι τόσα χρόνια στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Καρπαθιακού Κέντρου (ΚΚΕΠ) που τον ετίμησε δεόντως για τη συμβολή του αυτή. Τιμούσε συχνά τις Συναντήσεις αυτές, συχνά συνοδεύοντας τις αγαπημένες του θυγατέρες που έκαναν σχετικές ομιλίες, ενώ ο μοναχογιός του Μιχάλης έδειχνε πάντα προθυμία να παίξει τη τσαμπούνα του για το ΚΚΕΠ.      
 
Φίλτατε Μανώλη, ανάμεσα σε μας όλους τους Καρπάθιους υπήρξες ξεχωριστός. Για ένα σχεδόν αιώνα πρόσφερες πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο σου. Πρόσφερες όμως ακόμη κάτι πιο πολύτιμο. Ένα ασύγκριτο πρότυπο ανδρός εναρέτου, με υψηλό αίσθημα ευθύνης και πατριωτικής συνείδησης. Και ένα μοναδικό παράδειγμα δημοκρατικού ήθους και ελευθεροφροσύνης. Πράγμα που σε ανέδειξε σε εμβληματική φυσιογνωμία και σημείο αναφοράς για τον τόπο. Σε τέτοιο βαθμό που στο μέλλον, σε δύσκολους καιρούς αμήχανης λειψανδρίας, «τέτοιους άνδρες βγάζει η Κάρπαθος θα λέμε!».
 
Μακροσκελής ζωή γεμάτη αγάπη, προσφορά και δημιουργία. Που τη διέκρινε ιδιαίτερα η σεμνότητα, η ψυχραιμία, η ευγένεια, οι χαμηλοί τόνοι, η ευπρέπεια και η περιφάνεια.
Με ανάλογο τρόπο αντιμετώπισες την οδύνη στις τελευταίες σου στιγμές, στη διάρκεια της αποχώρησης από τη μάταιη τούτη ζωή, όταν ο μυστικός και αόρατος θίασος των αγγέλων σε συνόδευαν με «μουσικές εξαίσιες». Έφυγες με χαμόγελο, με γαλήνη, θάρρος και αξιοπρέπεια. Όπως σου είχε διδάξει και για τούτη την περίσταση ο λατρεμένος σου ποιητής. 
 
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
 
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια 
που φεύγει.
 
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες 
μια τέτοια πόλι,
 
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια 
που χάνεις. 
…………………………………………………
Δεν έχω λόγια να σου πω
Να σ’ αποχαιρετήσω
Αμέτρητά ναι τα καλά
Που άφησες οπίσω
 
Μοναδική κληρονομιά 
‘αφησες στα παιδιά σου
Την καλοσύνη, τη στοργή
Και την καλή καρδιά σου!
…………………………………………….
Του ‘χω μιάλη μάνητα 
ω Μανωλή του Χάρου
μ’ εσού σου πρέπει ύμνος χρυσός
τ’ αθάνατου Πινδάρου
με το’ όνομά σου λαξευτό
πα΄σε στητό, κατεβατό μαρμάρου.
……………………….
Να είσαι καλοτάξιδος
Κι ευπρόσδεκτος στον Άδη
Κι εμείς θα σε σκεφτόμαστε
Κάθε πουρνό και βράδυ! 
Αιωνία σου η Μνήμη
Αγαπημένε μας φίλε!
Καθ. Μανόλης Μελάς
Πρόεδρος του Καρπαθιακού Κέντρου Έρευνας και Πολιτισμού (ΚΚΕΠ)