Συμβολικός τυπικισμός  και ειλικρινής μετάνοια

Γράφει ο πατήρ Παΐσιος Φαρμακίδης
Εφ. Ι. Ναού Αγίων Αποστόλων Ρόδου

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η πιο σημαντική περίοδος της νηστείας στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.

Προετοιμάζει τους Χριστιανούς για την μεγαλύτερη και λαμπρότερη ημερολογιακή ημέρα του έτους που δεν είναι άλλη από το Άγιο Πάσχα. Καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα μετά Χριστό από τους Αγίους Πατέρες της εκκλησίας μας.

Πώς μπορούμε όμως άραγε από το κάνουμε δύο ή τρεις συμβατικές αλλαγές στη ζωή μας να τηρήσουμε με κανονικότητα, εσωτερική θέρμη και πνευματική ανάταση τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Πώς δηλαδή από την τυπολατρία να φθάσουμε στο αληθινό και αυθεντικό νόημά της;

Μα φυσικά η απάντηση βρίσκεται και κατανοείται όταν τον ίδιο τον Χριστό τον βγάλουμε έξω από την μουσειακή λάρνακα της καρδιάς μας, όταν τον νιώσουμε ζωντανό και όχι μουμιοποιημένο, αλλά αληθινό και ζωντανό Θεό.

Αυτό αγαπητοί μου Χριστιανοί είναι το πρόβλημα της σημερινής μας εποχής, αφού δημιουργήσαμε ένα ξένο Χριστό για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, απρόσιτο, απόμακρο και θρησκόληπτο με μια αρνητική προσέγγιση. Έτσι τουλάχιστον εξωτερικά αυτός ο Χριστός της τυπολατρίας που δημιουργήσαμε δεν εκφράζει το πένθιμο κλίμα των ημερών της νηστείας που αρχίζει τη Μεγάλη Δευτέρα.

Η εκκλησία μας και η ναοί μας ενδύονται με μαύρα καλύμματα, ακόμη και τα κανδήλια φωτίζουνε πένθιμα λες και περιμένουν να ζωντανέψουν από το φως της Αναστάσεως. Αυτήν την περίοδο πενθεί ο άνθρωπος τον χαμένο παράδεισο και ψάχνει τον εσωτερικό του κόσμο να δει πως να τον επανακτήσει.

Το σίγουρο όμως είναι πως δεν μπορεί να τον ξανά αποκτήσει αυτόν τον παράδεισο με τυπικές μόνο πράξεις και με κάποιες τυπικές νηστείες που δεν απευθύνονται στον ίδιο τον Χριστό αλλά στον ίδιο εσωτερικά φίλαυτο εγωισμό του.

Ούτε κάποιες ακόμα ακολουθίες που θα παρακολουθήσει ή κάποιους ακόμα ύμνους που θα ακούσει, θα μπορέσουν να τον οδηγήσουν στην ταπεινή αίσθηση αυτής της περιόδου αφού το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι η συνεχής ανακολουθία ανάμεσα στο πνεύμα και τη συνηθισμένη κοσμική αντίληψη που έχουμε αναπτύξει και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά περισσότερο από εμάς τους κληρικούς.

Πραγματικά εάν δεν μπορέσουμε να αποφύγουμε την επιτήδεια στάση και τα ανοιχτά χέρια ικεσίας του Φαρισαίου προς τον Ουράνιο Θεό μέσα στο ιερό και εάν δεν μπορέσουμε να αποκτήσουμε τη σεβάσμια και συνοφρυωμένη στάση του Τελώνου έξω από το ιερό τότε πραγματικά δεν πρέπει ούτε τη νηστεία, ούτε την ελεημοσύνη, αλλά ούτε και τον εκκλησιασμό να επιλέξουμε αυτήν την περίοδο. Ας αφουγκραστούμε το νόημα της ευαγγελικής περικοπής της πρώτης εβδομάδας του Τριωδίου. Να απελευθερωθούμε δηλαδή από την υψηγορία και τον εγωισμό του Φαρισαίου.

Ας μην βάλουμε ως στόχο και κέντρο τη ζωή μας τον ευτραφή κακό εγωισμό μας, αλλά απεναντίας αυτήν την εποχή με κέντρο τον Χριστό, με πράξεις που αναφέρονται στο Χριστό, με συναίσθηση των προσωπικών μας αδυναμιών, με σεβασμό και φόβο Θεού να αποκτήσουμε την ταπεινή και ανέκφραστη σωματική στάση του Τελώνου και εσωτερικά να επαναστατήσουμε, να φωνάξουμε, να διαμαρτυρηθούμε προς τον εγωιστικά προσκείμενο εαυτό μας και με εσωτερική πνευματική διάθεση να ψελλίσουμε τις τρεις λέξεις σωτήριας που ψέλλισε ο Τελώνης «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».

Και φθάνουμε στη δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου με την ευαγγελική περικοπή του Ασώτου, του ανθρώπου δηλαδή που θέλησε να εξαργυρώσει την προσωπική του πνευματική περιουσία έξω από την εκκλησία. Μια περιουσία η οποία ανήκει μόνο στον  Πατέρα και γίνεται ευδόκιμα δημιουργική κοντά στον Πατέρα δηλαδή την εκκλησία.

Ας μην έρθουμε κάποια στιγμή και εμείς σε εκείνη την κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο Άσωτος όπου αφού ξόδεψε το επιβάλον μέρος της ουσίας του πατρός του λαχταρούσε τα ξυλοκέρατα των χοίρων. Πραγματικά μόνο μέσα από την ταπείνωση και την εξομολογητική διάθεση μπορούμε να έχουμε διάκριση του καλού και του κακού αφού μπορούμε να πέφτουμε συνεχώς, να αμαρτάνουμε χωρίς να το περιμένουμε, αλλά εμείς πάντα ως στρατιώτες Χριστού θα πρέπει να σηκωνόμαστε.

Την ειλικρινή λοιπόν μετάνοια του Ασώτου ας αποκτήσουμε και εξομολογούμενοι τις αδυναμίες και τα αμαρτήματά μας να φθάνουμε με σεβασμό, φόβο Θεού και άκρα ταπείνωση όπως ο Άσωτος της παραβολής στα Άγια Μυστήρια. Έτσι μόνο η νηστεία, η αγαθοεργία, ο εκκλησιασμός και η συμμετοχή μας σε όλα τα δρώμενα της εκκλησίας μπορούν να φθάσουν τον άνθρωπο σε ένα ανώτερο και ειλικρινή πνευματικό επίπεδο.

Και φθάνουμε τέλος στην τρίτη ευαγγελική περικοπή της τρίτης εβδομάδος του Τριωδίου με έναν Θεό όπου κρίνει τελικά και τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Και κρίνει κάποιους θετικά για τις ειλικρινές τους πράξεις οι οποίες απευθύνονται προς τον άνθρωπο για το Θεό.

Πράξεις και αγαθοεργίες οι οποίες πρέπει να γίνονται αφού ο άνθρωπος τηρήσει όλα τα παραπάνω των δύο προηγούμενων ευαγγελικών περικοπών. Αφού δηλαδή αποκτώντας την άκρα ταπείνωση του Τελώνου και απορρίπτοντας την υψηγορία του Φαρισαίου, να αποκτήσει συναίσθηση της αμαρτωλότητας του και προχωρώντας μέσα από την μετάνοια του Ασώτου, να προχωρήσει στην εναρμόνισή του με την θεία διδασκαλία της εκκλησίας και τη συμμετοχή του στα Άγια Μυστήρια, διότι τότε μόνο και η ελεημοσύνη, η καλή πράξη και ο καλός ο λόγος προς τον συνάνθρωπο θα έχει αξία. Μόνο τότε και η νηστεία πέρα από συμβολικές και τυπικές διαδικασίες μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση.

Συμπερασματικά λοιπόν μέσα από όλα τα παραπάνω θα πρέπει να πάρουμε σοβαρά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, να την θεωρήσουμε πρώτα από όλα μια βαθιά πνευματική πρόκληση όπου πέρα από συμβολικές τυπικές διαδικασίες θα πρέπει να απαιτεί πρωτίστως αυτή η μεγάλη νηστεία αντίδραση, πρόγραμμα, εσωτερικότητα και συνεχή πνευματική προσπάθεια. Μια πραγματικά προσπάθεια που θα πρέπει να καθοδηγείται από την εκκλησία, από τον πνευματικό μας, την εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία. Αμήν!!!!