Απεβίωσε ο ξενοδόχος Γιώργος Γεωργιάδης

Απεβίωσε σήμερα, σε ηλικία 79 ετών μετά από σκληρή μάχη που έδωσε τους τελευταίους μήνες εξαιτίας προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, ο ξενοδόχος Γιώργος Γεωργιάδης, ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου Costantin.

O Γιώργος Γεωργιάδης ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ροδίτες ξενοδόχους και ήταν από τους πρωτοπόρους του ροδιακού τουρισμού. Είχε διατελέσει επί πολλά χρόνια μέλος της διοίκησης της Ένωσης Ξενοδόχων Ρόδου και ήταν πάντα ένας ενεργός πολίτης, με άποψη, προτάσεις και επιχειρήματα.  Έλεγε, έγραφε, διατύπωνε την άποψή του χωρίς περιστροφές και μισόλογα και είχε μια εξαιρετικά φιλοσοφημένη στάση ζωής.

 
Η κηδεία του θα γίνει στις 12 το μεσημέρι της Τρίτης, από τον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου (παλαιό νεκροταφείο Ρόδου).

Το 2013 ο Γιώργος Γεωργιάδης είχε παραχωρήσει συνέντευξη στη ΡΟΔΙΑΚΗ και στη Ροδούλα Λουλουδάκη, αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής:



Ωραία ζωή ζήσατε!
Τελειώνει όμως! Σημασία έχει αύριο τι θα κάνω, αν ζω. Το τι έκανα πέρασε, έφυγε. Είναι εννέα η ώρα και είναι ήδη η δεύτερη φορά που ήρθα στο ξενοδοχείο από το πρωί. Κοιμάμαι λίγο. Πρώτα κοιμόμουνα στις τέσσερις, τώρα ξυπνάω στις τέσσερις.

Είναι που μεγαλώσατε.
Ευτυχώς! Κάποιος συμμαθητής μου, μου λέει: «ευτυχώς γερνάμε, ξέρεις πόσοι δεν γεράσανε; ». Σοφή κουβέντα.

Παντρευτήκατε μία Γαλλίδα, μία Σουηδέζα, μία Αμερικανίδα και μία Ρωσίδα, με καταγωγή από τη Μογγολία. Νομίζω μ΄ αυτή τη σειρά. Ποιες είναι οι καλύτερες γυναίκες, έχετε καταλήξει; 
Ναι, μ΄ αυτή τη σειρά τις παντρεύτηκα. Δεν υπάρχουν γυναίκες λαών, υπάρχουν άτομα. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός. Αυτός που λέει «ξέρω τις γυναίκες» είναι βλάκας. Ο σκοπός είναι να βρεις κάποιον που σε ανέχεται όπως είσαι, τον ανέχεσαι όπως είναι και σέβεστε τις διαφορές σας. Όποιος πει «θα τον πάρω και θα τον αλλάξω» είναι βλαξ.
Έχετε καταγωγή από Ρόδο κ. Γεωργιάδη; 
Καμία σχέση με Ρόδο. Η μητέρα μου ήταν δισέγγονη του Κανάρη. Ο πατέρας της ήταν εγγονός της κόρης του Κανάρη.

Εντυπωσιακό. Και εδώ πως βρεθήκατε; 
Η μητέρα μου είναι η τελευταία κόρη μιας οικογένειας της οποίας η μεγάλη αδελφή ήταν στη Βραζιλία, η δεύτερη στο Ζαΐρ, ο αδελφός της στις Ηνωμένες Πολιτείες και η μάνα μου κατέληξε στο Καμερούν, όπου και γεννήθηκα. Είμαστε παιδιά του κόσμου. Γεννήθηκα την ημέρα που ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, την ημέρα που σκοτώθηκε ο Ιούλιος Καίσαρας και σκοτώθηκε και ο Ναβουχοδονόσορας, στις 16 Μαρτίου. Κάποτε τότε ξεκινούσε η εαρινή ισημερία, τώρα ξεκινάει στις 21 Μαρτίου. 

Στη Ρόδο δεν μου είπατε πώς ήρθατε.
Αυτό είναι ένα βιβλίο ολόκληρο! Η αδελφή της μάνας μου που έμενε στη Βραζιλία, πήρε καράβι να έρθει στην Ελλάδα. Η κόρη της ήταν στην ίδια ηλικία με τη δική μου μάνα. Στο καράβι, που ήταν και οι δυό, γνωρίστηκαν με κάποιον που επιβιβάστηκε από το Καμερούν, για να ΄ρθει κι αυτός στην Ελλάδα. Ήταν ο πατέρας μου. 

Το ταξίδι ήταν τέσσερις εβδομάδες, όταν τελείωσε ξεκίνησε αλληλογραφία μ΄αυτή την κοπέλα, αλλά κάποια στιγμή η κόρη της θείας μου αρραβωνιάστηκε και την αλληλογραφία τη συνέχισε η μάνα μου. Αυτή η αλληλογραφία οδήγησε στο γάμο και στη γέννησή μου. Την πήγε στο Παρίσι και μετά στο Καμερούν όπου και γεννήθηκα. Ο πατέρας μου ήταν από τον Εύξεινο Πόντο. Το 1922, στην Καταστροφή, έμεινε ορφανός. Μετά από 11 μήνες περιπλάνησης στα βουνά κατέληξε στη Μεσόγειο όπου τον παρέλαβε το Αμερικάνικο Ορφανοτροφείο και τον πήγε στην Γαλλία. Ήρθε το οικονομικό κραχ το 1929 και μετά έζησε στο Καμερούν από το 1932. Επί Ιταλίας ενώ πήγαινε στην Κάρπαθο να παντρευτεί τη μάνα μου, του άρεσε η Ρόδος. Ήρθαν έζησαν εδώ, κι έγιναν Ροδίτες.

Πιστεύετε πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει σ΄ αυτή τη ζωή; Πως η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη; 
Ο καθένας φτιάχνει τη ζωή του. Το γραμμένο δεν υπάρχει, το κεφάλι μας είναι. Εσύ τον διαλέγεις αυτόν τον άνθρωπο. Η γυναίκα ξέρει τι θέλει και προσπαθεί να το πάρει. Ο άντρας σκέφτεται με την καρδιά του, κι όπως λένε οι Γάλλοι «ο άντρας προτείνει, η γυναίκα αποφασίζει». Η έξυπνη γυναίκα είναι αυτή που δεν λέει ποτέ όχι, αλλά κάνει πάντοτε αυτό που θέλει.

Γιατί χωρίσατε με όλες τις γυναίκες σας; 
Κισμέτ!

Τώρα είναι κισμέτ; 
Εμείς οι Έλληνες έχουμε και τους 12 Θεούς... Αστειεύομαι… Απλά κάνεις μια διαδρομή και οι δρόμοι χωρίζουν.

Ελληνίδα γιατί δεν παντρευτήκατε ποτέ; 
Δεν τόλμησα, δεν έτυχε.

Αυτή τη στιγμή είστε παντρεμένος πάλι!
Νιόπαντρος είμαι καλέ. Όταν με συμφέρει είμαι κωλόγερος. 

Η πείρα τι σας δίδαξε για τις σχέσεις των ανθρώπων; 
Έναν άνθρωπο που τον ανέχεσαι και σε ανέχεται, είναι μεγάλο πράγμα. Αν ανέχεσαι πέντε πράγματα σ΄αυτόν, είναι πολύ μεγάλο. Τώρα τι είναι αυτό που σε κρατάει μαζί του: το φαΐ είναι, το σεξ είναι, το ποτό είναι…

Λένε ότι είναι το σεξ!
Το σεξ είναι μια ώρα την ημέρα. Το πολύ… Με τις άλλες 23 τι κάνεις; Αυτές μετράνε. Αν τον βαριέσαι τον άλλο; Το σεξ είναι αποτέλεσμα όλων των άλλων.

Η απιστία τι είναι; 
Κι αυτή στο πρόγραμμα. Άλλοι με το σώμα τους, άλλοι με το μυαλό τους, άλλοι τολμούν, άλλοι δεν τολμούν. Για άλλους είναι τονωτικό, για άλλους διαλυτικό. Αν το αντέχεις το κάνεις, κι αν το αντέχει κι άλλος.

Εσάς σας απάτησαν ποτέ; 
Δεν ξέρω, δεν ψάχνω, γιατί το ψάξιμο δημιουργεί την απιστία, πολλές φορές. Στις τόσες γυναίκες και στις τόσες γκόμενες που είχα κάποια θα έχει απιστήσει, αλλά μακριά από μένα. Δεν έψαχνα τυραννικά, τί, πώς, πού… Αν θέλει να το κάνει η γυναίκα, θα το κάνει. Το να παίζεις τον αστυνόμο δεν μετράει, έχει αρνητικά αποτελέσματα. Δεν το ερευνάς.

Ομολογούσατε τη δική σας απιστία; 
Όχι, ποτέ. Βέρα όμως δεν έβγαλα ποτέ μου. Πάντα το έλεγα, «είμαι παντρεμένος». Και δεν έλεγα: «η γυναίκα μου με τυραννάει»… Ή όταν η γυναίκα ερχόταν και μου έλεγε: «ροχαλίζει, δεν έχω επαφή μαζί του, με κάνει να αισθάνομαι υπηρέτρια…»… Δικαιολογίες πάντοτε βρίσκεις. Τι είσαι μαζί του; 

Τότε γίνονταν τα πιο πολλά ή σήμερα; 
Πάντοτε. Από τον Αδάμ και την Εύα, τα ίδια είναι. 

Έντονη η ζωή σας! 
Δόξα τω Θεώ.

Πως τα καταφέρατε; 
Ο καθένας βολεύεται όπως μπορεί. Αλλος κάνει βήματα, άλλος κάνει άλματα. ʼμα διαβάσεις τον Καζαντζάκη στον «Γκρέκο», υπάρχουν τρία είδη ψυχών, κι είναι κι οι τρεις σαν το τόξο. Η μία λέει «μην με τεντώσεις γιατί θα πονέσω». Η άλλη λέει «τέντωσέ με, κι ας πονέσω», κι η τρίτη λέει «τέντωσέ με, κι ας σπάσω, μέχρι που αντέξω»…

Εσείς είστε στην τρίτη κατηγορία!
Δεν ξέρω, οι άλλοι θα το πουν, εγώ για μένα δεν έχω γνώμη.

Έχετε έξι παιδιά από τις τρεις συζύγους σας κι οι ίδιες ζουν στο εξωτερικό! Διατηρείτε επαφές με τις ίδιες, με τα παιδιά σας; 
Με τις δύο γυναίκες, την Αμερικάνα και τη Σουηδέζα, πολύ καλές. Έρχονται εδώ τα καλοκαίρια καθώς και τα τρία από τα έξι παιδιά. Με την πρώτη, τη Γαλλίδα οι σχέσεις μου είναι τυπικές.

Η μία σας κόρη ήταν μοντέλο του Υβ Σαίν Λοράντ, έχω μάθει!
Ναι, στο Παρίσι. Είναι δίδυμη αδελφή της Τζούλης, που ζει στη Ρόδο. Τώρα είναι υπεύθυνη πωλήσεων στο κεντρικό κατάστημα του Υβ Σαίν Λοράντ, στο Παρίσι. Στη Ρόδο ζουν ο Κώστας και η Τζούλη, τα παιδιά μου από τη Γαλλίδα γυναίκα μου. 

Όσο για τα παιδιά μου από τη Σουηδέζα, η κόρη μου είναι καθηγήτρια σε πανεπιστήμιο της Αμερικής και ο Λάζαρος που είναι παντρεμένος, κι έχει δύο παιδιά ζει στη Σουηδία. Από την Αμερικάνα έχω μια κόρη που ζει στο Εδιμβούργο της Σκωτίας. Δουλεύει και σπουδάζει ταυτόχρονα εκεί. Τα καλοκαίρια όλοι είναι εδώ, κι έχουν πολλές σχέσεις μεταξύ τους.

Σε τι γλώσσα συνεννοούνται, απορώ…
Μιλάνε μεταξύ τους γαλλικά, αγγλικά, σουηδικά, κι ελληνικά. Καμιά φορά τις μιλάνε όλες τις γλώσσες μαζί, αλλά συνεννοούνται, αυτό είναι το καλό. Οι άλλοι που τους ακούνε δεν ξέρω τι καταλαβαίνουν.

Με τα ξενοδοχειακά πώς ασχοληθήκατε; 
Είχα την τύχη να μεγαλώσω στη Γαλλία, και ειδικότερα στη Μασσαλία και στον ελεύθερο χρόνο μου πήγαινα στην Κυανή Ακτή. Τότε ακόμα ήταν παρθένα. Το Σεν Τροπέ ήταν ψαροχώρι, μετά πήγε η Μπριζίτ Μπαρντό, έκανε σπίτι, κι έγινε της μόδας. Στο Λαβαντού, εγώ πήγαινα κατασκήνωση, κι αυτή τη στιγμή έχει 25.000 κρεβάτια σε ξενοδοχεία. Αλλά το σημαντικό στην Κυανή Ακτή είναι πως εκεί κάθε εβδομάδα γίνεται ένα μεγάλο διεθνές γεγονός, είτε είναι τουρνουά, είτε ράλι, είτε καρναβάλι.

Ο πρίγκιπας του Μονακό παντρεύτηκε την Γκρέις Κέλι, για να φέρει τους Αμερικάνους και τους έφερε. Τώρα που ο Αλβέρτος παντρεύτηκε την Σαρλήν, όλοι οι Νοτιαμερικανοί που έχουν λεφτά, πάνε εκεί.

Τα έβλεπα αυτά, κι άμα ήρθα εδώ τους λέω: «πάτε στην Κυανή Ακτή να δείτε τι θα πει τουρισμός υψηλού επιπέδου, κι όχι στην Iσπανία που είναι οι φτωχοτουρίστες». Πήγαμε Ισπανία και φτιάξαμε κρεβάτια, κι απ΄ τα πολλά κρεβάτια πήγαμε στο all inclusive γιατί δεν μπορούμε να πουλήσουμε αλλιώς. Η Μαγιόρκα επιδοτήθηκε να κλείσει ξενοδοχεία, να τα κατεδαφίσει και να τα κάνει πάρκα. Εκεί θα φτάσουμε κι εμείς. Εάν η Ρόδος είχε 50.000 κρεβάτια θα τα μοσχοπουλούσε. Με 150.000 πάμε στο all inclusive. Αν είχαμε λίγο μυαλό, με τη Ρόδο που έχουμε θα ήμασταν μοναδικοί!

Και στο δικό σας ξενοδοχείο έμεναν πολλοί διάσημοι! Ηθοποιοί, τραγουδιστές, έλληνες και ξένοι και μου είπαν ότι έμενε κι ο Νίκος Κούρκουλος τον οποίο γνωρίζατε και λίγο παραπάνω. Πώς ήταν στη συμπεριφορά του, πώς ήταν με τις γυναίκες; 
Δεν ήταν παρλαπίπας, δεν έκανε επίδειξη. Όταν ήρθε ο Κούρκουλος για τις παραστάσεις, είχε γυναίκα μαζί του. Ούτε ο θίασος δεν το ήξερε, μόνο εγώ. Όλη μέρα ήταν με τον θίασο, με τις παραστάσεις, το βράδυ κοιμόταν μαζί της. Στην Αθήνα, στη φίλη της φίλης μας, το βράδυ ερχόταν ο Κούρκουλος. Κανείς δεν το ήξερε. Ήταν σοβαρός, γοητευτικός. Έρχονταν στο ξενοδοχείο ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μαρκόπουλος, αστέρες του κινηματογράφου, τραγουδιάρες υψηλού επιπέδου, όπως η Αλεξίου κι η Γαλάνη. Σήμερα στη Ρόδο έρχονται οι ψιλοβίζιτες.

Κι εσείς μ΄ αυτόν τον κόσμο που προαναφέρατε, συναναστρεφόσασταν! Και με τα ράλι σας, με τα πάρτι σας… 
Μέχρι καλλιστεία διοργανώνανε και με βάλανε στην Επιτροπή και βγάλαμε τη Μις…, δεν θυμάμαι τώρα πια Μις! Είδα πολλά πράγματα, δόξα τω θεώ. Δεν είμαι καλός Έλληνας, δεν κλαίγομαι. Ο καλός Έλληνας πρέπει να ΄χει παράπονα απ΄ όλα. Μου λέει κάποιος «σήμερα πήγα στο σούπερ μάρκετ, έκανα το σταυρό μου με τις τιμές»… Του λέω «σε ποιο πήγες, γιατί εγώ που πάω, έχει ουρές, γεμάτα καρότσια»...

Ήταν θρυλικό και το σπίτι σας στη Φανερωμένη, πίσω από το «Ρόδος Πάλας»…
Εκεί που βρίσκεται σήμερα το συνεδριακό κέντρο του ξενοδοχείου. Το έδωσα και μεγάλωσα το «Κονσταντέν». Ήταν αρχοντικό, το είχε χτίσει μία Γαλλίδα κόμισσα που αναγκάστηκε να φύγει γιατί είχε μιλήσει εναντίον των Ελλήνων, επί Ιταλοκρατίας. Το σπίτι είχε τρία μπάνια με μπιντέ όταν εμείς ακόμα πλενόμασταν στη σκάφη. Μου έλεγαν «τι είναι ο μπιντές;»…

Είχατε και μια καλή παρέα, τους γλεντοκόπους της εποχής, ποιοι ήταν ανάμεσά τους; 
Ο Αγαπητός ο τραγουδιστής, Ο Λαχανιάτης ο Μανόλης, ο Βασίλης ο Μεληδώνης, ο Γιώργος ο Ζαχαριάδης, ο Στάθης ο Βασιλάκης, ο Στέλιος ο Βαμβακάρης που τραγουδούσε πρώτα στου «Μπαμπούλα» και μετά στο «Μπελ Πάσο».

Πόσο κόσμο καλούσατε για πάρτι στο σπίτι…
Δεν καλούσα, ανοιχτό ήταν το σπίτι, δεν είχε κλέφτες τότε. Πολλές φορές όταν πήγαινα εγώ δεν είχε μέρος να μείνω. 

Τα ράλι ταχύτητας; Τρέχατε, παίρνατε κύπελλα…
Με τ΄ αυτοκίνητα πρώτα έτρεχε ο πατέρας μου, με συνοδηγό τον πεθερό του διευθυντή μου, του Μίμη Φετάχ. Εγώ έτρεχα με συνοδηγό τον Καννή Παλαιολόγου. Η Ρόδος είχε ράλι ακριβείας που το οργάνωνε η Ρόδος. Τότε τ΄ αυτοκίνητα ήταν λίγα. Έτρεχα από το 1956 έως το 1967 με ένα Opel Capital, και μ΄ ένα Citroen ds 21.

Ήσασταν καλός οδηγός!
Ξέρω ΄γω, κάποια κύπελλα τα πήρα.

Απ΄ όλα όσα κάνατε τι σας άρεσε να κάνετε πιο πολύ; 
Πάντα διασκέδαζα με το αύριο, ποτέ με το χθες.

Σήμερα τι σας αρέσει να κάνετε; 
Ό,τι μπορώ. Πρώτα έκανα ό,τι ήθελα. Ή τα έκανα τα πράγματα ή δεν τα έκανα. Λένε θέλω έναν καφέ ντεκαφεϊνέ, μια μπύρα χωρίς αλκοόλ… μα γίνονται αυτά; 

Καταχρήσεις δεν κάνατε ποτέ, ουσίες, αλκοόλ; 
Ποτέ. Ούτε ένα τσιγάρο χασίς. Μεθύσια, σ΄όλη μου τη ζωή αν έκανα τρία, τέσσερα. Μ΄ άρεσε να έχω καθαρό μυαλό και συναίσθηση για ό,τι έκανα, για να χαίρομαι αυτό που κάνω. Αν έπινα δεν θα θυμόμουν τίποτα.

Φίλους κάνατε; 
Ο καλός σου φίλος, κι ο παντοτινός είναι ο εαυτός σου! Αν κάνεις τη ζωή που έκανα εγώ θα υποστείς και τις συνέπειες, που είναι η μοναξιά. Αλλιώς θα ζήσεις για το γείτονα.

Τι όνειρα κάνετε σήμερα; 
Να είμαι καλά αύριο.

Τελικά τι έχει σημασία σ΄ αυτή τη ζωή κ. Γεωργιάδη, καταλήξατε; 
Δυστυχώς η απάντηση είναι απαισιόδοξη. Ό,τι και να κάνουμε, ό,τι και να είμαστε, πλούσιοι ή φτωχοί θα καταλήξουμε τροφή των σκουληκιών. Είχα υπόψη μου αυτό, πάλι από τον «Γκρέκο» του Καζαντζάκη: «Πάμε καρδιά μου να φύγουμε σαν άρχοντες που χορτάσανε το τσιμπούσι, κι όχι σαν ζητιάνοι που εκλιπαρούν. Αλλά η καρδιά, μου λέει: «στάσου λίγο ακόμα…»…