Τη Ρωμιοσύνη (να) την κλαις!

Γράφει ο Κώστας Λαμπριανός

«Και να αδερφέ μου που μάθαμε
 να κουβεντιάζουμε ήσυχα,  ήσυχα κι απλά…
…Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε  τον κόσμο».
(Γιάννης Ρίτσος, από το «Καπνισμένο Τσουκάλι»)


Αχ, ποιητή της Ρωμιοσύνης και να μπορούσες, ως άλλος Οδυσσέας, ν’ αποδράσεις από το σκοτεινό βασίλειο του κάτω κόσμου.

Ν’ ανέβεις στον απάνω και να δεις πως οι καιροί αλλάζουν, αλλά αμετανόητα τα παιδιά του Εφιάλτη, σπέρνουν τον σπόρο της διχόνοιας, αυτής της κατάρας της φυλής.

Τι κι αν η έρμη Πατρίδα έχει ματώσει πολλές φορές απ’ αυτήν την  κατάρα που έχει γίνει δέντρο πια, με βαθιές ρίζες.

Τι κι αν έχει πονέσει, από εθνικές συμφορές και τραγωδίες. Λένε πως η Ιστορία διδάσκει. Λάθος, μέγα λάθος. Είναι ψέμα, ποιητή - υμνητή της Ρωμιοσύνης.

Ποιος από τους Επιγόνους του Ελληνισμού θυμάται, σήμερα, τον εθνικό διχασμό που διαδέχθηκε τις λαμπρές νίκες και το μεγάλωμα της Πατρίδας, αμέσως μετά τους Βαλκανικούς Αγώνες και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο;

Ποιος θυμάται, της εθνική τραγωδία με την Μικρασιατική Καταστροφή;
Ποιος θυμάται, τον εθνικό διχασμό του ̕’35 που γέννησε την δικτατορία του Μεταξά;

Ποιος θυμάται, την Συμφωνία της Βάρκιζας και το εμφύλιο αιματοκύλισμα που ακολούθησε;
Ποιος θυμάται, τα πέτρινα χρόνια που ακολούθησαν και τη «Χαμένη Άνοιξη» του 1964, που έφερε τη βαρυχειμωνιά της Χούντας των Συνταγματαρχών;

Ποιος θυμάται, την εθνική τραγωδία της Κύπρου, μολονότι για 44 χρόνια κρατιέται στο προσκήνιο των μεγάλων εθνικών ζητημάτων;

Ποιος θυμάται, στα ειρηνικά χρόνια που ακολούθησαν τα «πράσινα» και «γαλάζια» καφενεία της περιόδου 1984-89;

Κανένας. Ναι, κανένας τιμημένε ποιητή!

Μάγισσα Κίρκη, και λάγνα η Εξουσία. Και τα κοπέλια, φασιστοειδή, δεξιά, κεντροδεξιά, σοσιαλίζοντα και αριστερόστροφα «σφάζονται» σήμερα στην ποδιά της.

Δίχως να βλέπουν τα πυκνά μαύρα σύννεφα που σκεπάζουν τον καταγάλανο ουρανό της δόλιας Πατρίδας.

Με τα μάτια της ψυχής ερμητικά κλειστά, με το πνεύμα νοσηρό, χωρίς ιστορική συνείδηση, ολίγιστοι ηγέτες και ηγετίσκοι πορεύονται με οδηγό τον εθνοκτόνο εγωτισμό τους, μήτρα του αχαλίνωτου μίσους.

Οι «αδερφοφάδες», για να θυμηθούμε και τον μεγάλο Έλληνα Καζαντζάκη «ειν̕  εδώ» και στις μέρες μας.
«Και οι λέξεις φλέβες είναι. Μέσα τους αίμα κυλάει» έλεγες ποιητή της Ρωμιοσύνης.
«Κλέφτες και απατεώνες» φωνάζουν οι «μεν» για τους «δε».

«Άθλιοι και συμμορίτες» αντιφωνούν οι «δε» για τους «μεν».

Φωνές βέβηλες στον ναό της Δημοκρατίας, που οραματίστηκαν οι πρόγονοι, φωνές τοξικές που δηλητηριάζουν τις ψυχές των Ελλήνων, απανταχού.

Κι από κάτω ένας λαός τσακισμένος, εξοντωμένος, με έντονα συμπτώματα μιθριδατισμού, και κοιμισμένα ανακλαστικά, χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας αποδομημένης, καταθλιπτικής, όπου όμως βρίσκει πρόσφορο έδαφος ο σπόρος της διχόνοιας.

Βαριά συννεφιασμένος ο ουρανός της Πατρίδας, προοιωνίζεται την καταιγίδα που ’ρχεται.
Εξ ανατολών η Τουρκία, με ηγέτη έναν Σουλτάνο που, οραματίζεται την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να ξαμολύσει τους «γκρίζους λύκους» του, στο Αιγαίο, τη Θράκη και την Κύπρο.

Στα Ίμια νιώσαμε ήδη τη βρόμικη ανάσα τους, αλλά τα κοπέλια, κόκκινα, γαλάζια, πράσινα και μαύρα έχουν σφιγμένα στα χέρια τα μαχαίρια του αλληλοσπαραγμού. Καμιά αντίδραση, κι όταν ακόμα ο άπατρις Ζουράρις, με τον ζουρλομανδύα του, δήλωνε με στόμφον ότι δεν είναι και τίποτα, αν οι «γκρίζοι λύκοι» μας αρπάξουν ένα νησί.

Και από πάνω μας Αλβανοί, Σλάβοι, Σκοπιανοί, πιόνια του Σουλτάνου, καραδοκούν να υλοποιήσουν τους αλυτρωτικούς στόχους τους.

Αδιάφοροι οι δικοί μας Ηγεμόνες, θιασώτες του μακιαβελισμού, δεν αντιλαμβάνονται τα σχέδια αλλαγής των συνόρων στα Βαλκάνια. Το πρώτο βήμα ήταν η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Τώρα, από εχθρούς και «συμμάχους» μεθοδεύεται το δεύτερο.

Και ανιστόρητοι, δεν γνωρίζουν ή θέλουν να ξεχνούν ότι από το Σεράγεβο, με την δολοφονία του αρχιδούκα της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της γυναίκας του, το 1914, από εθνικιστές, μέλη του κινήματος «Νέα Βοσνία», άναψε το φυτίλι του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

«Ανάδελφο Έθνος» η Ελλάδα και πολλάκις προδομένο από «φίλους και συμμάχους».

Σφίγγει ο κλοιός γύρω μας, αλλά ο πολιτικός κόσμος της χώρας, βαθιά διχασμένος, περί άλλων τυρβάζει.
Βουλιάζει στη δίνη των σκανδάλων, υπαρκτών ή κατασκευασμένων, στον βάλτο της παρακμής.
Δεν μάθαμε ποιητή μου, να συζητάμε ήσυχα, ήσυχα και απλά. Δεν καταλαβαινόμαστε, δεν δίνουμε τα χέρια της ομοψυχίας, δεν σμίγουμε τον κόσμο.

Ευτυχώς, εσύ έφυγες νωρίς. Γιατί, σήμερα, θα έγραφες: Τη Ρωμιοσύνη να της κλαίς!