Η λιμοκτονία του ροδιακού λαού (1943-1945) και τα τρόφιμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Η περιγραφή στη “Ροδιακή” της μαύρης πείνας του Ροδιακού λαού κατά τα τρία τελευταία χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου από την κα Ροδούλα Λουλουδάκη και την ταυτόχρονη παρέμβαση του κ. Στάμου Παπασταματίου, επαναφέρουν στη μνήμη την τραγικότητα την οποία έζησε ο Ροδιακός λαός την εποχή εκείνη.

Την περίοδο εκείνη εγώ στην ηλικία των 15 χρόνων βρισκόμουν με την οικογένειά μου στη Λίνδο και πολύ καλά ενθυμούμαι την περιπέτεια που πέρασαν τα πολεμικά εκείνα χρόνια (1943-1945) οι κάτοικοι του νησιού μας.

* * *

Χωρίς δεύτερη κουβέντα είναι γεγονός ότι, από τις δυσμενείς καταστάσεις που αντιμετώπισε ο Ροδιακός λαός, αλλά και γενικότερα ο Δωδεκανησιακός κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, εκτός από τις επιτάξεις, τους βομβαρδισμούς, τις φυλακίσεις και τις εκτελέσεις, ήταν και ο επισιτισμός, η πείνα.

Ηδη, από τον Οκτώβριο του 1940, με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, άρχισαν να διαφαίνονται ενδείξεις έλλειψης τροφίμων. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η κατάσταση χειροτέρευε, για να επιδεινωθεί από τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν τη στρατιωτική διοίκηση ανέλαβαν οι Γερμανοί-ναζιστές. Από τότε, πλέον, έπαυσαν να έρχονται τρόφιμα απέξω για τον ντόπιο πληθυσμό, οι δε Γερμανοί ιθύνοντες προβληματίζονταν σοβαρά για τον επισιτισμό των στρατιωτικών τους δυνάμεων στην περιοχή.

Κάτω υπό αυτές τις αρνητικές συγκυρίες ο πληθυσμός της Ρόδου, που ήταν αυξημένος και από μερικές οικογένειες εποίκων, που μεταφέρθηκαν από τη Μητροπολιτική Ιταλία κατά την προπολεμική περίοδο, βρισκόταν κυριολεκτικά στην τύχη του, χωρίς καμία κρατική μέριμνα. Θα πρέπει, επίσης να προστεθεί και η μειωμένη γεωργική συγκομιδή, που παρουσίαζε η αγροτική παραγωγή τα δύο προ της έναρξης του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Η μείωση αυτή δεν ήταν άσχετη και με την πραγματοποιηθείσα υφαρπαγή καλλιεργήσιμων εκτάσεων, συνέπεια των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων που έκαναν οι φασίστες Ιταλοί στη Ροδιακή ύπαιθρο, για την κατασκευή οχυρωματικών έργων, καθώς και τη δημιουργία των πρότυπων χωριών τους στη Ρόδο και Κω.

Την κατάσταση αυτή ήλθε να επιδεινώσει περισσότερο το γεγονός, όταν οι Γερμανοί, προκειμένου να εξασφαλίσουν, κατά πρώτον, τη δική τους διατροφή, προέβαιναν, από τις αρχές του 1944, στην κατάσχεση των ολίγων, πλέον τροφίμων που βρίσκονταν στις αποθήκες του πληθυσμού του νησιού.

Επιπλέον, υποχρέωναν κάθε αγρότη, ανάλογα με την παραγωγή του, την οποία αυτοί αυθαίρετα υπολόγιζαν ή, τον αριθμό ων κατοικιδίων ζώων που διέθετε, να παραδίδει στους κατά τόπους διοικητές των στρατιωτικών τμημάτων τις ποσότητες που χρέωναν από σιτηρά, λάδι, οπωροκηπευτικά, γάλα, καθώς και ζωντανά: βοοειδή, πρόβατα και γίδια. Για την κτηνοτροφία είχαν καθιερώσει το εξής σύστημα:

Ανά 15νθήμερο, και πάντοτε η ημέρα συνέπιπτε Κυριακή, υποχρεώνονταν όσοι ήσαν κάτοχοι ζώων προς σφαγή, ιδίως αγελάδων, να τα συγκεντρώνουν σε ειδικό χώρο κάθε Κοινότητας κι εκεί έρχονταν 2-3 Γερμανοί από το πλησιέστερο κλιμάκιο του γερμανικού στρατού, διάλεγαν και έπαιρναν, χωρίς αποζημίωση, όσα ζώα χρειάζονταν για το συσσίτιό τους. Την περίοδο εκείνη ο μακαρίτης πατέρας μου συντηρούσε δύο αγελάδες και το Δεκέμβριο του 1944 του πήραν τη μία οι Γερμανοί. Ετσι, με μια μόνο αγελάδα και τη μικρογεωργία που ασχολούταν, κατόρθωσε να συντηρήσει την εξαμελή οικογένειά του μέχρι τέλος του πολέμου.

Όταν στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 οι Ιταλοί υπέγραψαν ανακωχή (armistizio) και μεταπήδησαν στο στρατόπεδο των Συμμάχων, στη Ρόδο βρίσκονταν περίπου 8.000 Γερμανοί, η δε δύναμη των πρώτων πρέπει να ξεπερνούσε τις 50.000, δηλαδή 6,5 φορές παραπάνω. Παρά ταύτα, οι Γερμανοί άνετα επεκράτησαν στον μεταξύ τους πόλεμο, τους αιχμαλώτισαν και κακήν-κακώς τους εξαπέστειλαν εκτός Ρόδου και λοιπής Δωδεκανήσου.

Αλλά και οι Γερμανοί, σε λίγο χρονικό διάστημα, μείωσαν τη δύναμή τους στη Ρόδο, μεταφέροντας απ’ εδώ δυνάμεις σε άλλα μέτωπα! Ετσι, τους τελευταίους μήνες του 1944 στη Ρόδο υπήρχαν 3.000 Γερμανοί και 2.000 Ιταλοί, από αυτούς που δεν αποδέχθηκαν την υπογραφείσα από την κυβέρνηση Μπαντόλιο ανακωχή, κι έτσι συνεργάστηκαν μέχρι τέλος του πολέμου με τους Γερμανούς-ναζιστές, κατά κύριο λόγο με ό,τι σχετιζόταν με την πολιτική διοίκηση του νησιού.
 

* * *

Πολλοί Ρόδιοι, καθώς και των άλλων νησιών του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος που βρίσκονταν εγκατεστημένοι στη Ρόδο, στην απελπισία τους, άλλοι με την έγκριση των γερμανικών αρχών και άλλοι χωρίς άδεια, έφευγαν για την απέναντι Ανατολή με κάθε είδους πρωτόγονο μέσο, συνήθως με μικρές βάρκες, εν επιγνώσει τους ότι ήταν αμφίβολο αν θα κατόρθωναν να φθάσουν στον προορισμό τους. Το ριψοκίνδυνο αυτό εγχείρημα το πραγματοποιούσαν, προκειμένου να αποφεύγουν τον θάνατο από την πείνα.

Οπως, δε, αναφέρει ο Γιώτης Παπαθανάσης, ο οποίος δημοσίευσε και από το ημερολόγιο που κρατούσε τις δύσκολες εκείνες ημέρες: «...άλλοι πέθαιναν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και αρκετοί που τα κατάφερναν να φθάσουν στη γη της επαγγελίας, πέθαιναν, γιατί έπεφταν ασυγκράτητοι στα παχιά ανατολίτικα φαγητά, που τους προκαλούσαν ακατάσχετη διάρροια και άφηναν την τελευταία τους πνοή στην αφιλόξενη Τουρκία”.

Εκτός, όμως, των κινδύνων που συνεπάγονταν οι αναχωρήσεις προς την Τουρκία, το ιδιόμορφο αυτό μεταναστευτικό ρεύμα προσέκρουσε και σε αφάνταστες περιπέτειες. Οι Άγγλοι που κυριαρχούσαν στο θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου και εν τω μεταξύ είχαν καταλάβει και τη Σύμη, προέβαιναν σε κατασχέσεις των πλεούμενων, τα δε άτομα που προορίζονταν για την Τουρκία ή, τη Μέση Ανατολή, τα υποπτεύονταν και τα περιόριζαν, ως επί το πλείστον, σε προσφυγικά στρατόπεδα ή αλλού, μέχρι τη λήξη του πολέμου. Να τονιστεί, όμως, πως τέτοιας μορφής περιπέτεια αναλάμβαναν άτομα που διέμεναν στην πόλη της Ρόδου, όχι της υπαίθρου.

Παρόμοια περιπέτεια είχαν και όσοι έφευγαν από την άλλη νησιώτικη ή ηπειρωτική Ελλάδα κατά την περίοδο 1941-1944 σε πολλές, δε, περιπτώσεις και επώνυμοι πολιτικοί...

Η Μητρόπολη Ρόδου, με επικεφαλής το Μητροπολίτη Απόστολο Τρύφωνος, εξάντλησε κάθε δυνατό μέσο για να βοηθήσει αποτελεσματικά την όλη κακή επισιστική κατάσταση.

Στην προσπάθειά του, όμως αυτή αναδιοργάνωσε το θεσμό του συσσιτίου, το οποίο ο ίδιος είχε καθιερώσει τα δύο προ του πολέμου χρόνια για τους άπορους μαθητές και λειτουργούσε, με δαπάνη του Στέργου Φώκιαλη.

Για το σκοπό αυτό ο Μητροπολίτης συγκρότησε διευθύνουσα Επιτροπή, που απαρτιζόταν από 1-2 για κάθε ενορία της πόλης Ρόδου με τη συμμετοχή του Πρωτοσύγγελου Αποστόλου Παπαϊωάννου και των συμπολιτών, που όλοι τους σήμερα είναι μακαρίτες: Αν. Αγιακάτσικας, Κ.Δ. Χατζηκωνσταντής, Στ. Δελαπόρτας, Εμμανουήλ Τσιμέτας, Μιχαήλ Χατζησταμάτης, Εμμανουήλ Χαραλάμπους, Στέλιος Κωτιάδης, Ι. Γιαννάς, Μιχαήλ Αναστασιάδης, Μιχαήλ Βιττώριας, Στέργος Φώκιαλης, Ιωάννης Οικονομίδης, Μιχαήλ Λουϊζίδης κ.α., οι οποίοι με επισκέψεις στην ύπαιθρο προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν τρόφιμα.

Προ των επισκέψεων της Επιτροπής είχε πραλειανθεί και το έδαφος με εγκύκλιο που απέστειλε ο Μητροπολίτης σε όλα τα χωριά και διαβάστηκε σε όλους τους Ιερούς Ναούς. Αρχικά κάτι πετύχαινε η Επιτροπή, στη συνέχεια, όμως, δεν απέδιδαν οι επισκέψεις, καθόσον και στην ύπαιθρο η κατάσταση δεν ήταν από επισιτιστικής άποψης καλύτερη, γιατί κι εκεί οι Γερμανοί απομυζούσαν, ως προαναφέρεται, δι’ ίδιον λογαριασμό, κάθε είδους παραγωγή που προοριζόταν για επισιτισμό.

Εξάλλου, από τη Μητρόπολη Ρόδου συστήθηκε Επιτροπή από τους ιατρούς Π. Δηλμπεράκη, Σ. Λαμπαδάριο και Ν. Γεωργά για να εξετάζει δωρεάν τους πάσχοντες από οιδήματα πείνας, προκειμένου να λαμβάνεται γι’ αυτούς η θεραπεία.
 

* * *

Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Η ρήση αυτή επαληθεύθηκε και στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, καθώς αναφέρεται σχετικά ο Μητροπολίτης Ρόδου η έστω και η περιπετειώδης επαφή με την Τουρκία, αν δεν μας ωφέλησε από πλευράς επισιτιστικών αναγκών, μας άνοιξε τη θύρα για την επικοινωνία της Ρόδου, που ήταν στρατιωτικά ασφυκτικά απομονωμένη με τον έξω κόσμο.

Η Τουρκία, μάλιστα, δήλωσε πως ήταν διατεθειμένη να επιτρέπει, όσους εκ των προκρίτων της Ρόδου ή, αντιπροσώπους τους, που θα ήθελαν μέσω του εδάφους της να πάνε στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα ακόμη, από την οποία ήδη από τις 12 Οκτωβρίου 1944, είχαν αποχωρήσει οι Γερμανοί και η Χώρα ήταν ελεύθερη, υπαγόμεηη μέχρι το 1947 στη σφαίρα επιρροής των Άγγλων.

Επικεφαλής της Πολιτείας επίσημα, πλέον, βρισκόταν από το Δεκέμβριο του 1944 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και Αντιβασιλέας Δαμασκηνός, ο οποίος με σθένος και διπλωματικότητα αντιμετώπισε το Γερμανό κατακτητή και ποικιλοτρόπως βοήθησε το λιμοκτονούντα ελληνικό λαό.

Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ίδρυσε και υπό την προεδρίαν του δραστηριοποιούταν ο Εθνικός Οργανισμός Χριστιανικής Αλληλεγγύης. Μέσα στις τόσες άσκοπες προσπάθειες του Ελληνα Ιεράρχη, αποτελεί και ένα γραπτό διάβημα, που έκανε προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο, το οποίο αποτελεί αναμφισβήτητα ιστορικό ντοκουμέντρο και σημείο αναφοράς για τις μέλλουσες γενιές.

Πρόκειται για το τηλεγράφημα που έστειλε προς τον Πατριάρχη στις 9 Απριλίου 1942, για τη μεσολάβησή του αποστολής τροφίμων προς ανακούφιση εκ της πείνας του ελληνικού λαού. Για το σκοπό αυτό, έθεσε στη διάθεση του επικεφαλής του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας όλη τη περιουσία της Ελληνικής Εκκλησίας, καθώς και το σύνολο των κειμηλίων και ιερών σκευών των Ναών και Μονών της Επικρατείας, προκειμένου επί πληρωμή, να επιτευχθεί η εξαίρεση και εισαγωγή στην Ελλάδα τροφίμων.

Εν τω μεταξύ, ο Μητροπολίτης Ρόδου εκμεταλλευόμενος την ανοχή της στρατιωτικής γερμανικής διοίκησης Δωδεκανήσου, ως προς τη διακριτική επικοινωνία με τον έξω κόσμο, ενεργοποιήθηκε εντονότερα. Χρησιμοποιώντας την ιδιότητά του, ως Πνευματικού Αρχηγού της μέγιστης πλειοψηφίας του Ροδιακού λαού ζήτησε και πέτυχε την απαραίτητη συγκατάθεση-άδεια των κατοχικών γερμανικών αρχών, ώστε Επιτροπή να μεταβεί εκεί που βρισκόταν το Αρχηγείο των Συμμαχικών Δυνάμεων και να μεταφέρει τις επίσημες έγγραφες εκκλήσεις των εδώ τοπικών παραγόντων του λιμοκτονούντος πληθυσμού. Τέτοια συγκατάθεση ζητήθηκε ξανά και για τη μετάβαση της επόμενης Επιτροπής στην αγγλοκρατούμενη Σύμη τον Ιανουάριο του 1945. Και η τελευταία αυτή άδεια εξασφαλίστηκε χάρη στις προσπάθειες του Μητροπολίτη Ρόδου.

Οπόταν, με τις δύο αυτές αποστολές δρομολογήθηκαν οι διαδικασίες, ώστε από το Φεβρουάριο του 1945 άρχισαν να καταφθάνουν στη Ρόδοι οι σωτήριες αποστολές τροφίμων του Ερυθρού Σταυρού. Εν τω μεταξύ, έπρεπε προηγουμένως να εξευρεθούν τα κατάλληλα, επιδέξια και αποφασισμένα για τις δύσκολες αποστολές πρόσωπα, που θα αναλάμβαναν να μεταφέρουν τις εκκλήσεις της Εκκλησίας Ρόδου στα κέντρα που έπρεπε. Την εποχή εκείνη, τέτοιο κέντρο ήταν η Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα η Αίγυπτος, όπου ήταν εγκατεστημένο και το ανώτατο Αγγλικό Στρατηγείο, το οποίο είχε την ευθύνη και για το Αιγαίο. Και βρέθηκαν.

Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος αναφέρει στα τόσον κατατοπιστικά απομνημονεύματά του, τα εξής: «...Ο πάντοτε τολμηρός και δια πάσαν αγαθοεργίαν πρόθυμος ιατρός Μιχαήλ Πετρίδης εδέχθη να αναλάβη τούτο το βάρος, αφήσας και κλινικήν και πελατείαν και οικογένειαν...» (Πρόκειται για τον μετέπειτα αιρετό Δήμαρχο Ρόδου Μιχαήλ Πετρίδη.

Ο αείμνηστος Μιχαήλ Πετρίδης, κατήλθε του πρώτου ως υποψήφιος Δήμαρχος Ρόδου τον Απρίλιο του 1954 και εκλέκτηκε με συντριπτική πλειοψηφία. Έκτοτε, ο Ροδιακός λαός αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες του, τον τιμούσε, αναδεικνύοντας τον πρώτο πολίτη της πόλης επί τρεις συνεχόμενες δημαρχιακές εκλογές. Και είναι βέβαιο, πως θα τον αναδείκνυε και για τέταρτη, εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του, στις 4 Απριλίου 1966. Με το άγγελμα του θανάτου του “μούδιασε” στην κυριολεξία ο Ροδιακός λαός και πάνδημη ήταν η κηδεία του. Η Δημαρχιακή του θητεία αποτελεί εποχή αναφοράς στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Μετά την συγκατάθεση του ιατρού Μιχαήλ Πετρίδη ο Μητροπολίτης Ρόδου θεώρησε χρήσιμο να συνταξιδεύσει μαζί του και ένας Κληρικός. Και καθώς αναφέρει ο Τρύφωνος, «κατέφυγον εις τον εφημέριον Νεοχωρίου Οικονόμου Παπαναστασίου και εφοδιάσας αυτούς δια καταλλήλων γραμμάτων προς την Αυτού Μακαριότητα του Πατριάρχην Αλεξανδρείας και την Κεντρικήν Επιτροπή Δωδεκανησίων Αλεξανδρείας, τούς εξαπέλυσα την 5ην Δεκεμβρίου 1944».

Η προαναφερθείσα Επιτροπή που ανέλαβε τη ριψοκίνδυνη αυτή Αποστολή, κατόπιν πολλών περιπετειών κατόρθωσε να έλθει σε επικοινωνία με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και καθώς γράφει ο Τρύφωνας: «το δαιμόνιο πνεύμα του ιατρού Πετρίδου εύρε τρόπον και ούτως εχόντων των πραγμάτων και τα γράμματά μας να επιδώσει εις τον Μακαριότατον και να τον διαφωτίση πληρέστερα περί της εν Ρόδω επισιτιστικής καταστάσεως, ώστε να δώσει την αφορμήν εις την ευαίσθητον και φιλάνθρωπον καρδίαν της Αυτού Μακαριότητος να υιοθετήση το ζήτημά μας και να αναλάβη αληθή σταυροφορίαν προς ευόδωσιν αυτού, συστήσασα Μεγάλην Επιτροπήν υπό την ιδίαν αυτής Προεδρείαν προς βοήθειαν της λιμοκτονούσης Δωδεκανήσου».

Τα διαβήματα του Μητροπολίτη Ρόδου, αν και βρήκαν θετική ανταπόκριση, δόθηκε, όμως, η απάντηση ότι τα τρόφιμα του Ερυθρού Σταυρού δεν αποστέλλονταν, γιατί δεν έδινε την έγκριση το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, καθόσον υπήρχε ο φόβος ότι οι Γερμανοί θα προχωρούσαν ιδιοποίηση, χρησιμοποιώντας τα τρόφιμα για τον στρατό τους. Γεγονός είναι ότι οι Ναζιστές την εποχή εκείνη πολεμούσαν με τόσο πείσμα, που ο Αϊνζχάουερ επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη, καθώς γράφει και τον Απρίλιο του 1945 ακόμα δεν πίστευε στη σύντομη παράδοση.

Ο Μητροπολίτης Ρόδου, έχοντας ως δεδομένο την επιφύλαξη αυτή της αγγλικής πλευράς, σε συνεννόηση με τους δύο άλλους επικεφαλής των Κοινοτήτων, Καθολικών και Μουσουλμάνων, αποφασίστηκε να ζητηθεί η άδεια, η οποία και δόθηκε, από τις γερμανικές τοπικές αρχές, ώστε τριμελής Επιτροπή να μεταβή στην αγγλοκρατούμενη τότε Σύμη και να ενεργήσει τα δέοντα. Η Επιτροπή απαρτίστηκε από τον Πρωτοσύγγελο Απόστολο Παπαϊωάννου, τον Καθολικό Καθηγητή Angelino Guiot και τον Χότζα Ζαντιέ, η οποία και πήγε στη Σύμη στις 18 Ιανουαρίου 1945.

Παρέδωσε τα πληρεξούσια γράμματα με τα οποία ήταν εφοδιασμένη από τους τρεις θρησκευτικούς αρχηγούς της Ρόδου στον Αγγλο Διοικητή και ταυτόχρονα και προφορικά διαβεβαίωσε ότι τα τρόφιμα θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τις ανάγκες του πληθυσμού. Την επόμενη η Επιτροπή επανήλθε στη Ρόδο. Παρά ταύτα και τώρα, καθώς αναφέρει ο Τρύφωνος, όπως και ο Γιώτης Παπαθανάσης, η έγγραφη απάντηση του Αγγλου Διοικητή της Σύμης ήταν αρνητική. Και χρειάστηκε να γίνουν νέα διαβήματα αυτή τη φορά, όμως, προς τον Αντιβασιλέα Δαμασκηνό και μέσω αυτού και στον Πρωθυπουργό της Αγγλίας Τσώρτσιλ, ώστε να πειστεί το Αγγλικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής να δώσει την άδεια να έλθουν τα τρόφιμα στη Ρόδο.

Διευρύνοντας, ωστόσο, το θέμα της αποστολής των τροφίμων, πρέπει να αναφερθούμε και σε μια παρεμφερή ενέργεια. Η συγγραφέας Νίτσε Λουλέ-Θεοδοράκη, η οποία ασχολήθηκε τη δεκαετία του 1980 με τη ζωή και τη δράση πέντε σύγχρονων πολιτικών προσωπικοτήτων της Χώρας μας, μεταξύ των οποίων και του μακαρίτη συμπατριώτη μας Γιάννη Ζίγδη, αναφέρεται και στην προσπάθεια που κατέβαλε ο τελευταίος για να έλθουν τρόφιμα στην περιοχή μας.

Είναι γνωστό ότι ο Γιάννης Ζίγδης συμμετέχοντας από τους πρώτους στο Σύνταγμα Εθελοντών Δωδεκανησίων, πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και μετά την κατάρρευσή του ακολούθηκε την Ελληνική Κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή. Τους πρώτους μήνες του δεύτερου εξαμήνου του 1944 ευρισκόμενος στο Λονδίνο, όπου τον είχαν καλέσει για να στελεχώσει το οικονομικό Επιτελείο ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, Υπουργός των Οικονομικών της εξόριστης κυβέρνησης, τον επισκέφθηκε ο παλιός γνώριμός του από το Πανεπιστήμιο Ολιβιέ Λονγκ, που βρισκόταν και αυτός στην αγγλική πρωτεύουσα, σαν εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού της Γενεύης.

Ο Ζίγδης, καθώς διηγείται η συγγραφέας Νίτσα Λουλέ, ζήτησε από το γνώριμό του Ολιβιέ, λόγω θέσης, να εισηγηθεί ευνοϊκά για την αποστολή τροφίμων στη Ρόδο και Κω.

Καθώς φαίνεται, οι συνεχείς έγγραφες εκκλήσεις και οι αλλεπάλληλες οχλήσεις που γίνονταν προς κάθε κατεύθυνση, άρχισαν να αποδίδουν. Και έμελλε ο Φεβρουάριος του 1945 να είναι ο μήνας των διαδοχικών αποστολών τροφίμων της πολεμικής περιόδου. Ετσι, καθώς αναφέρει στα Απομνημονεύματά του ο Τρύφωνος, «Την 5η Φεβρουαρίου ήλθε να με παραλάβη το αυτοκίνητο του Γερμανού Στρατηγού. Μόλις εισήλθον εις την αίθουσαν, εγείρεται εκ του γραφείου του και έρχεται εις συνάντησίν μου κρατών εις χείρας εν έγγραφον και λέγων: «οι κόποι σου ανταμείφθησαν».

Το έγγραφον, ως μ’ είπεν, ήτο του Στολάρχου Μεσογείου, το οποίον έλαβε προ ολίγου και το οποίον ηθέλησε ν’ ανακοινώση πρώτον εις εμέ, όστις υπέρ πάντα άλλον ενδιεφέρθην και εκοπίασα δια το ζήτημα του επισιτισμού. Διελάμβανε, δε, ως μ’ είπεν, ότι το Αγγλικόν Ναυαρχείον στέλλει ολίγα δια τον λαόν. Ελλείψει, όμως, άλλου πλοίου θ’ αποσταλώσι δι’ αγγλικού πολεμικού, δια το οποίον εζήτει απαιτουμένας εγγυήσις ότι, ούτε θα προσβληθή, ούτε θα κρατηθή».

Πράγματι, στις 9 Φεβρουαρίου κατέπλεσε στη Ρόδο, αντί πλοίου πολεμικού, που είχαν διαμηνύσει οι Αγγλοι, μικρό ιστιοφόρο με 64 τόννους τορφίμων, τα οποία, με πρωτοβουλία τους διέθεσαν οι Γερμανοί, αφού απέκλεισαν της διανομής τους κατά την κρίση τους παραγωγούς, γεγονός που προκάλεσε διαμαρτυρίες του Μητροπολίτη και δικαίως, κατά την άποψή μας για την πρωτοβουλία, επί του προκειμένου.

Τα προβληθέντα επί του προκειμένου επιχειρήματα ελήφθησαν υπόψη, ώστε να μην επαναληφθεί ο διαχωρισμός κατά τις αποστολές του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, που επακολούθησαν.

Ο Ερυθρός Σταυρός (γαλλ. Croix Rouge), είναι «Διεθνής Οργανισμός ανθρωπιστικού χαρακτήρα, ο οποίος ιδρύθηκε με σκοπό να προσφέρει βοήθεια στα θύματα των πολέμων. Δημιουργήθηκε μετά τη μάχη του Σολφερίνο της Λομβαρδίας (1859) μεταξύ Γάλλων και Αυστριακών, στη διάρκεια της οποίας ο Ελβετός Ντυνάν (Dunant) από τη Γενεύη υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της τραγικής θέσης στην οποία έμεναν εγκαταλειμμένα τα θύματα των συγκρούσεων σε όλο το πολεμικό πεδίο.

Το 1863 έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι φιλανθρωπικοί Σύλλογοι, με επικεφαλής την Επιτροπή των Πέντε, η οποία περιλάμβανε, εκτός από τον Ντυνάν, τους συμπατριώτες του: Μουαντέ, Απιά, Μωνουάρ και τον Στρατηγό Ντυφούρ και η οποία επεξεργάστηκε το κείμενο και εξασφάλισε την έγκριση της Σύμβασης της Γενεύης (22 Αυγούστου 1864).

«Σε περίοδο ειρήνης, επίσης, ο Ερυθρός Σταυρός μετέχει σε πλήθος άλλων ανθρωπιστικών δραστηριοτήτων, όπως είναι οι πράξεις αλληλεγγύης, η παροχή βοήθειας σε περίπτωση θεομηνίας ή ατυχήματος, η ιατρική και κοινωνική αντίληψη κ.λπ.

“Η Ομοσπονδία και η Διεθνής Επιτροπή, όπως και όλα τα αντιπροσωπευτικά όργανα του Ερυθρού Σταυρού, συνέρχονται σε τακτικά, λίγο-πολύ διαστήματα (κάθε τέσσερα χρόνια περίπου σε Διεθνή Διάκσεψη του Ερυθρού Σταυρού, η οποία χαράζει τις κύριες γραμμές δράσης του Ερυθρού Σταυρού σε όλον τον κόσμο (Εγκλυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica. Τόμος 20, σελ. 627)”.


* * *

Στις 18 Φεβρουαρίου έφθασαν τα τρόφιμα του Ερυθρού Σταυρού, με δύο ατμόπλοια και ένα ιστιοφόρο. Την Επιτροπή που συνόδευαν τα τρόφιμα για το Ροδιακό λαό αποτελούσαν οι Κουρβουαζιέ, Ζακινέ, Καρρέτι και Ρεμπέρ, όλοι τους ελληνομομαθείς. Στις 16 Μαρτίου, έφθασαν πέντε καΐκια του ίδιου Διεθνούς Οργανισμού. Ετσι, προχώρησε ο επισιτιστικός αντεφοδιασμός και το φάσμα της πείνας απομακρύνθηκε από τη Ρόδο, καθόσον σιτς 8 Μαΐου οι Γερμανοί υπέγραψαν στη Σύμη την άνευ όρων παράδοσή τους και την επομένη ανέλαβαν την στρατιωτική διοίκηση της Ρόδου, καθώς και των λοιπών νησιών, όσων ακόμη βρίσκονταν υπό ναζιστική κατοχή.

Ως πολύ καλά ενθυμούμαι, η 18η Φεβρουαρίου 1945, ήταν Κυριακή. Στη γενέτειρά μου Λίνδο, κατά τις μετασημβρινές ώρες της ημέρας εκείνης άρχισε να κτυπά χαρμόσυνα η “καμπάνα” της Εκκλησίας. Τρέχοντας, μικροί και μεγάλοι προς την κεντρική πλατεία του χωριού, να εξιχνιάσουμε τι συνέβαινε, πληροφορηθήκαμε ότι έφθασε από την πόλη της Ρόδου με ποδήλατο ο νεαρός συμπατριώτης μας Αλέξανδρος Αν. Ιωαννίδης, τελειόφοιτος τότε του επαναλειτουργείσαντος, με ενέργειες του Μητροπολίτη Τρύφωνος, Βενετοκλείου Γυμνασίου, το οποίον είχαν κλείσει οι Ιταλοί, για να αναγγείλει στους συμπατριώτες του το ευχάριστο γεγονός ότι στο λιμάνι της πρωτεύουσας ήλθαν καράβια με τρόφιμα του Ερυθρού Σταυρού. 


* * *

Την επόμενη 19 Φεβρουαρίου 1945 το απόγευμα στον Ιερό Ναό Νεοχωρίου Ρόδου, πραγματοποιήθηκε, χοροστατούντος του Μητροπολίτη, παρισταμένων και των εκπροσώπων του Ερυθρού Σταυρού, συγκινητική Δοξολογία, στο τέλος της οποίας ο αοίδημος Ιεράρχης, βλέποντας να στέφονται υπό επιτυχίας οι προσπάθειές του για τον επισιτισμό του ποιμνίου του, απηύθυνε ευχαριστήρια προς την Επιτροπή ελληνιστή, τα οποία στη συνέχεια τα ενεχείρησε στον επικεφαλής Κουρβουζιές και γραπτώς σε γαλλική μετάφραση. Προς τιμήν, μάλιστα, του τελευταίου δόθηκε και το όνομά του σε δρόμο της Ρόδου. 


* * *

Σε συντομία, αυτές τις διαδοχικές φάσεις πέρασε το χρονικό της επισιτιστικής κατάστασης στη Ρόδο κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι να έλθουν τα τρόφιμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Πολλοί συνέβαλαν στο να δοθεί αίσιο αποτέλεσμα στο τότε δράμα του ροδιακού λαού. Αναμφισβήτητα όμως, οι συστηματικές και προς κάθε κατεύθυνση ενέργειες του Μητροπολίτη Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος υπήρξαν και θα αποτελούν στο μέλλον σημεία αναφοράς και άξιες έξαρσης και αναγνώρισης. 

Η διεύνθη του εκδιδομένου την εποχή εκείνη περιοδικού “Αναγέννηση” σε σημείωμα στο τεύχος 29/31-3-1945, με τον τίτλο: “Η συμβολή της Α.Σ. του Μητροπολίτου ημών”, ανέφερε: “... Είναι γνωστόν το ενδιαφέρον  το οποίο επέδειξεν η Αυτού Σεβασμιότης, ο Μητροπολίτης ημών, δια την αποστολή των τροφίμων εκ μέρους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Μόλις ήρχισε να διαγράφεται εις τον ορίζοντα της νήσου μας το φάσμα της πείνης η Α.Σ. απέστειλε τηλεγραφήματα προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας. 

Μη αρκεσθείς εις τούτο, απέστειλε τον Οικονόμον Παπαναστασίου εις Αλεξάνδρεια (σ.σ. ομού με τον Ιατρόν Μιχαήλ Πετρίδη), και βραδύτερον τον Πρωτοσύγγελον Αυτού εις Σύμην. Αι ενέργειαι αυταί και η καλή θέλησις την οποία επέδειξαν αμφότεροι οι εμπόλεμοι, κατέστησαν δυνατόν την αποστολή των τροφίμων. Αλλά και μετά την άφιξη δεν έπαυσε να ενδιαφέρεται δια την δικαίαν διανομήν αυτών, κατά τρόπον που να εγγυάται την μεγαλυτέραν αποτελεσματικότητα των διαθεσίμων ποσοτήτων. 

Ο αοίδημος Μητροπολίτης  Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, ο οποίος συγκαταλέγεται στους εκκλησιαστικούς ηγέτες που θέλησαν και πέτυχαν να δίνουν και όχι να παίρνουν, καθόλη τη διάρκεια της Ποιμαντορίας του, ιδιαίτερα την κρίσιμη πολεμική εν προκειμένω περίοδο, δεν πρέπει ούτε να ξεχνιέται ούτε να υποβαθμίζεται. 

Κλείνοντας το κεφάλαιο της κρίσιμης για τη ζωή του ροδιακού λαού αυτή περίοδο γράφει ο ίδιος: “Εξ όλων τούτων, των εις κίνησιν τεθέντων μέσων, αν το εν, ή και όλοι μαζί επενήργησαν, μένει άγνωστον. Εν πάση περιπτώσει όλοι οι οπωσδήποτε εργασθέντες επί του ζητήματος είναι άξιοι ευγνωμοσύνης του ροδιακού λαού και γενικότερον του δωδεκανησιακού λαού”.