Η ακριβή Ελλάδα «διώχνει»  Γερμανούς τουρίστες προς Τουρκία και Αίγυπτο

Κατακόρυφα ανεβαίνει ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση των Γερμανών τουριστών, που αποτελούν τη βασικότερη "δεξαμενή” τουριστικών εσόδων για την πλειονότητα των προορισμών της Μεσογείου, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.

Η δυναμική επάνοδος της Τουρκίας, αλλά και της Αιγύπτου δημιουργούν νέα δεδομένα στο τουριστικό "σκηνικό” και σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, η μάχη για την κατάκτηση των γερμανικών μεριδίων αναμένεται να κορυφωθεί από το 2019.

Όπως αναφέρεται στο μηνιαίο στατιστικό δελτίο (Φεβρουάριος) του SETE Intelligence για τον ελληνικό Τουρισμό και την οικονομία, εκτιμάται ότι φέτος θα υπάρξει περαιτέρω αύξηση αφίξεων και εσόδων, με βασική "ατμομηχανή” τη γερμανική αγορά. Όμως, η δυναμική επάνοδος της Τουρκίας (+90% στη γερμανική αγορά έως και τον Ιανουάριο), της Τυνησίας (+80%) και της Αιγύπτου (+70%), προοιωνίζονται πολύ εντονότερες συνθήκες ανταγωνισμού από το 2019 και μετά, για τις οποίες ο ελληνικός Τουρισμός ξεκινά με σοβαρό ανταγωνιστικό μειονέκτημα, λόγω υψηλής φορολόγησης του τουριστικού του προϊόντος, σημειώνει η μελέτη.

Επιχειρηματίες του κλάδου εξηγούν πως τόσο η κατάργηση των μειωμένων φορολογικών συντελεστών στα νησιά του Αιγαίου, όσο και ο νέος φόρος στη διαμονή σε ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, που επιβλήθηκε φέτος και θα επιβαρύνει αποκλειστικά τους πελάτες των καταλυμάτων, θα "κοστίσουν” ακριβά στην ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και μακροπρόθεσμα θεωρείται πως θα επηρεάσουν και τις εισπράξεις.

Τα στοιχεία που επεξεργάστηκε το Ινστιτούτο δείχνουν πως τον Ιανουάριο υπήρξε άνοδος των αφίξεων κατά σχεδόν 40% από τη Γερμανία, ωστόσο ο ρυθμός αύξησης λογικά θα υποχωρήσει (αφού το πρώτο τρίμηνο δεν θεωρείται ενδεικτικό). Τη φετινή σεζόν αναμένεται αύξηση από Γερμανία, αλλά ο μεγάλος ανταγωνισμός με Τουρκία και Αίγυπτο αφήνει θολό το μέλλον.

Το Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ θέτει έναν ακόμη αστερίσκο, αυτή τη φορά για τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά εισπράξεων, τη Μεγάλη Βρετανία. Μπορεί οι Δείκτες Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης για τις περισσότερες αγορές του ελληνικού τουρισμού να είναι βελτιωμένοι και στην πλειονότητά τους να κυμαίνονται σε υψηλότερα επίπεδα από τον αντίστοιχο δείκτη του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, εξαίρεση αποτελεί εντούτοις η σημαντική για την Ελλάδα αγορά της Βρετανίας, όπου ο αντίστοιχος δείκτης είναι μειωμένος σε σχέση με πέρσι. Αντίθετα στην Τουρκία, ο δείκτης πέρασε από αρνητικό πρόσημο σε θετικό. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη αποτελεί σημαντική παράμετρο για την πραγματοποίηση ταξιδιών αναψυχής και τη διατήρηση της ζήτησης.

Όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της ΤτΕ για τη χρονιά που πέρασε, η κίνηση από τη Γερμανία αυξήθηκε κατά 18,1% και διαμορφώθηκε στις 3,7 εκατ. ταξιδιώτες, ενώ από το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσίασε αύξηση 3,7% (3 εκατ. ταξιδιώτες). Οι εισπράξεις από τη Γερμανία αυξήθηκαν κατά 31,5% και διαμορφώθηκαν στα 2,55 δισ. ευρώ. Από την Αγγλία επίσης αυξήθηκαν 11,6% και διαμορφώθηκαν στα 2,06 δισ.

Η φετινή χρονιά πάντως, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου του ΣΕΤΕ, ξεκίνησε θετικά, με αύξηση οδικών και αεροπορικών αφίξεων τον Ιανουάριο σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2017. Πιο συγκεκριμένα, στα κυριότερα αεροδρόμια καταγράφηκε αύξηση των διεθνών αφίξεων 17%. Άνοδος παρατηρήθηκε τόσο στην Αθήνα (22,4%) όσο και στα περιφερειακά αεροδρόμια (4,2%). Οι διεθνείς οδικές αφίξεις επίσης, μετά από τρεις μήνες συνεχούς κάμψης το 4ο τρίμηνο του 2017, τον Ιανουάριο παρουσίασαν σημαντική αύξηση 19,7%.

Στο δελτίο επισημαίνεται τέλος πως για το σύνολο του προηγούμενου έτους επιτεύχθηκαν νέα υψηλά τόσο στις αφίξεις (27,2 εκατ. χωρίς κρουαζιέρα), όσο και στα έσοδα (14,2/ 14,6 δισ. ευρώ χωρίς/με κρουαζιέρα), με μικρή αύξηση της μέσης κατά κεφαλήν δαπάνης κατά 1,4%.