Υπάρχουν δυνατότητες αναπτυξιακής επανεκκίνησης της Δωδεκανησιακής οικονομίας

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

ΜΕΡΟΣ Α’

Την 1η Μαρτίου 2018 πραγματοποιήθηκε στη Βουλή των Ελλήνων ειδική εκδήλωση τόσο για την επέτειο της Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου με τη Μητέρα Πατρίδα, όσο και η πρωτοβουλία της Επιτροπής Περιφερειών της Βουλής, με τιμώμενο πρόσωπο τον αείμνηστο Δωδεκανήσιο πολιτικό Γιάννη Ζίγδη.

Με την ευκαιρία της εκδήλωσης μίλησαν και οι πέντε βουλευτές της Δωδεκανήσου, Μανόλης Κόνσολας, Δημήτριος Κρεμαστινός, Νεκτάριος Σαντορινιός, Δημήτριος Γάκης και ο Ηλίας Καματερός. Και οι πέντε, παράλληλα με την προσφορά του Γιάννη Ζίγδη, αναφέρθηκαν και σε θέματα που απασχολούν τα Δωδεκάνησα. 

Το ίδιο έπραξαν και οι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Γ. Χατζημάρκος και ο Φώτης Χατζηδιάκος και ορισμένοι άλλοι. 

Στην ανάπτυξη που ακολουθεί τονίζουμε ιδιαίτερα ότι εξαρχής οποιαδήποτε ενέργεια πρέπει να προχωρεί σε αγαστή συνεργασία όλων των δωδεκανησιακών παραγόντων. Επί του προκειμένου, όμως, να εξεταστεί σε βάθος το θέμα της ακίνητης περιουσίας του Νόμου 2100/1952. Στο θέμα αυτό αναφέρθηκαν τόσο ο περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου, όσο και ο δήμαρχος Ρόδου. 

Είναι πράγματι, η ακίνητη αυτή περιουσία δική μας; Είναι δωδεκανησιακή; Εμείς απερίφραστα λέμε ότι είναι 100% περιουσία δωδεκανησιακή. Και τούτο στηρίζεται στα παρακάτω αδιάσειστα και θεμελιωμένα στοιχεία (χ).

Η περιουσία αυτή, τα δημόσια κτήματα στη Δωδεκάνησο, είναι αυτά που περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο από την ιταλική κατοχή, ύστερα από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, το 1946. Βρέθηκε καταγραμμένη στο Δημόσιο, με ορισμένες διαδικασίες, οι οποίες, όμως, έγιναν υπό το κράτος της κατοχικής βίας και αυθαιρεσίας. Ειδικότερα: 

1) Επί τουρκοκρατίας
Επί τουρκοκρατίας, σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο, η ακίνητη ιδιοκτησία, εκτός των Βακουφικών, μπορεί να καταταχθεί βασικά σε δύο κατηγορίες: η πρώτη σχέση ιδιοκτησίας της γης είναι η “εραζίϊ - μιριγέ” και η δεύτερη “Μουλκ”.

Ως “εραζίϊ - μιριγέ” θεωρούνται, κυρίως, οι γαίες που καταχωρίστηκαν υπό του Οθωμανικού Κράτους κατά μόνη την ωφέλιμη κυριότητα (PER LA SOLA PROPRIETA UTILE, όπως την διατύπωσαν και οι Ιταλοί στο άρθρο 67 του Κτηματολογικού Κανονισμού και σε προγενέστερα Κυβερνητικά Διατάγματα) προς ιδιώτες. Η ψιλή κυριότητα ανήκε στο Σουλτάνο.

Εάν, όμως, ο ιδιώτης στον οποίο παραχωρήθηκε η ωφέλιμη κυριότητα δεν καλλιεργούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το χωράφι πάνω από τρία χρόνια, ο κάτοχος έχανε το δικαίωμα της παραχωρήσεως (εξουσιάσεως - “τεσσαρούφ”) και περιέρχετο στη διάθεση της τουρκικής κυβέρνησης, με εξαίρεση τα ακίνητα της Μονής Πάτμου, για τα οποία εγένετο δεκτό νομολογικά ότι αυτά είναι κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) και επί των οποίων δεν είχε εφαρμογή ο Νόμος περί γαιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή, δε, η κυριότητα αναγνωρίστηκε και με το άρθρο 5 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα.

Η δεύτερη κατηγορία είναι φύσεως “Μουλκ”, όπου συμπεριλαμβάνονται τα ακίνητα ελεύθερης κυριότητας, δηλαδή, τα κτήματα με πλήρη και τέλεια ιδιοκτησία, ήτοι εκείνα επί των οποίων οι ιδιώτες και τα νομικά πρόσωπα έχουν ίδια κάρπωση και ελεύθερη διάθεση μέσα στα όρια που καθορίζουν οι Νόμοι. Αυτή την κυριότητα δεχόντουσαν, βασικά, οι Τούρκοι για τα αστικά ακίνητα.

Και η Ιταλία από το 1912 μέχρι το 1945 που αποχώρησαν από τα Δωδεκάνησα για λόγους καθαρά “αρπακτικούς” συνέχισε να εφαρμόζει στην περίπτωση αυτή το Τουρκικό δίκαιο, με αποτέλεσμα: πάρα πολλά αγροτικά κτήματα, επειδή δεν εκαλλιεργούνταν είτε από αδιαφορία είτε λόγω μετανάστευσης να περιέρχονται στο Ιταλικό Δημόσιο, χωρίς καμία αποζημίωση. 

2) Η ιταλική κατοχή εφάρμοζε τις διατάξεις του δασικού ιταλικού Κώδικα που προβλέπει βαριές ποινές σε όποιον προβαίνει στην κοπή δένδρων (πεύκα, κυπαρίσια, κλπ). Κι επειδή στη Ρόδο μέσα στα περισσότερα χωράφια, υπάρχει, σχεδόν, και κάποιο πεύκο ή αγριόδενδρο, πολλές τέτοιες αγροτικές εκτάσεις, με το φόβο να κοπούν τα δένδρα που φυτρώνανε εκεί μόνα τους, και λόγω των αυστηρών ποινών, κατέληγαν χρόνο με το χρόνο να παραμένουν, τελικά ακαλλιέργητες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με το καθεστώς “εραζίϊ - μιριγέ”, που εφάρμοζαν και οι Ιταλοί (όπως και οι Τούρκοι), το κτήμα χανότανε και περιέρχετο στο Δημόσιο, σαν δασώδης πια έκταση. 

3) Όταν οι Ιταλοί άρχισαν τις τακτικές τεχνικές τοπογραφικές και κτηματογραφικές εργασίες (βλέπ. κυβερνητικά Διατάγματα 30) 14-3-1923, 37) 3-10-1924 και 46) 22-8-1925) μια μεγάλη κατηγορία αγρών και αστικών ακινήτων χάθηκαν, καθόσο καταχωρίστηκαν σαν μερίδες στο νεοσύστατο τότε Κτηματολόγιο για λογαριασμό του Ιταλικού Δημοσίου.  Και τούτο, γιατί κατά τον προσδορισμό για τον σχηματισμό στη Ρόδο του γεωμετρικού Κτηματολογίου δικαιούχοι δεν μπόρεσαν να αποδείξουν την κυριότητα με ισχυρούς τίτλους ιδιοκτησίας.

Πρέπει, δε, να είναι αρκετές οι περιπτώσεις της κατηγορίας αυτής, καθόσον στη Δωδεκάνησο προ του 1923 δεν υπήρχαν τίτλοι με την έννοια που τούς ζητούσαν οι Ιταλοί. Υπήρχαν τα προικοσύμφωνα ή κανένα άλλο απλό χαρτί ή ακόμη και τίποτα, γιατί τις περισσότερες φορές κάθε πατέρας μοίραζε τα “υπάρχοντα” στα παιδιά του διά λόγου, που ήταν την εποχή εκείνη πραγματική συμβολαιογραφική πράξη.

Το τελευταίο αυτό σύστημα είχε καθιερωθεί σε πολλά χωριά μας σαν θεσμικό έθιμο και εφαρμοζότανε ανάλογα με την αξιοπιστία του πεθερού ή και του γαμπρού ακόμη. Για να κατανοηθεί σε όλη του την έκταση, ο αυθαίρετος τρόπος με τον οποίο έχαναν τα κτήματά τους οι Δωδεκανήσιοι, αντιγράφουμε μια ενδεικτική παράγραφο σε μετάφραση από την Εισηγητική Έκθεση που προηγήθηκε του υπ’ αριθμό 132)1-9-1929 Ιταλικού Νομοθετικού Διατάγματος του Κτηματολογικού Κανονισμού, την οποία συνέταξε ο Δικαστής V. Savarese και υπέβαλε προς τον τότε κυβερνήτη Μάριο Λάγκο...

“Οι κτηματολογικές   εγγραφές αποτελούν, λοιπόν, την ακαταμάχητη (Juris et de Jure) απόδειξη της πραγματικής και νομικής καταστάσεως των ακινήτων, τα οποία αναφέρονται, όταν καταστούν αμετάκλητες”. Αλλά και κατά τη διάρκεια της περιόδου της ανοικτής (προσιτής) για τα ένδικα μέσα, αυτές (κτηματολογικές εγγραφές) παρέχουν μια απόδειξη της πραγματικής και νομικής καταστάσεως των ακινήτων, η οποία ως προς τα μέρη, είναι μαχητή (Juris Tantum) αλλά η οποία, ως προς τους αποκτώντας με καλή πίστη και επαχθή αιτία συνεπάγονται τις αυτές νομικές συνέπειες μιας ακαταμάχητης αποδείξεως (άρθρα 61 και 47). 

Εκείνο το οποίο ελέχθη για τις εγγραφές και ως προς τα συναφή με αυτές απονεμόμενα νομικά αποτελέσματα, ισχύει και για τις εγγραφές που θα επακολουθήσουν, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 61».

4) Με τη διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων επίσης χάθηκαν πάρα πολλά κτήματα σε αστικές ιδιοκτησίες. Όπως, δε, είναι γνωστό τα τελευταία χρόνια προ του ‘40 οι Ιταλοί άρχισαν την ανέγερση των διαφόρων έργων βιτρίνας και τα οχυρωματικά για πολεμικούς σκοπούς. Κι έτσι αξιόλογες δωδεκανησιακές ιδιωτικές περιουσίες καταγράφηκαν στο Ιταλικό Δημόσιο.

Είναι η εποχή που έγιναν τα αεροδρόμια “Γαδουρά”, Κατταβιάς και Μαριτσών και πολλά χωριά στερήθηκαν μεγάλων εκτάσεων γης. Τα δύο κύρια ελαιοπαραγωγικά χωριά της Ρόδου, Μαλώνα και Μάσσαρι, έχασαν τον κύριο βιοπορισμό τους και πολλοί από τους κατοίκους άρχισαν να μεταναστεύουν.

Τα τρία πρότυπα αγροτικά χωριά τους, οι Ιταλοί τα εδημιούργησαν σε ιδιοκτησίες κατοίκων της υπαίθρου· και η Κάλαθος, για χάρη των αποθηκών βενζίνης και άλλων πολεμοφοδίων του κατακτητή και που αυτά ευτυχώς σώζονται μέχρι σήμερα (γιατί όλα τ’ άλλα μαζωχιστικά και αναιτιολόγητα καταστράφηκαν) στερήθηκε όχι μόνο των εύφορων κτημάτων, αλλά και αυτού ακόμη του άφθονου νερού της ώστε να μη μπορεί να ποτίζει έστω και τη λίγη γη που τής άφηκαν.

Επίσης και τα επιβλητικά ιταλικά Μέγαρα και όλα τα σπίτια μέσα στην πόλη της Ρόδου που τα προόρισαν για τους αξιωματούχους του καθεστώτος ανεγέρθησαν σε δωδεκανησιακές ιδιοκτησίες, κι εδώ και στα υπόλοιπα νησιά. Και όπως αναφέρει και ο μακαρίτης Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Α.Γ. Τσοπανάκης, τη ζημιά αυτή πρέπει να τη γράφουμε στο ενεργητικό του Δωδεκανησιακού λαού. Γιατί, εκτός από τα ακίνητα, και οι γεωργοί και οι ψαράδες και όλες οι παραγωγικές τάξεις πούλησαν σε εξευτελιστικές τιμές τα προϊόντα τους και τον κόπο των χεριών τους.

Αυτά τα ύπουλα μέσα χρησιμοποιήθηκαν για ν’ αποξενωθεί, ο λαός των ηρωϊκών αυτών νησιών πατρογονικών περιουσιών, ώστε κατά τα έτη 1936-1937 το 40% περίπου της ακίνητης περιουσίας της Ρόδου ν’ ανήκει στο ιταλικό Δημόσιο.

Ύστερα απόλα τα παραπάνω αναμφισβήτητα δεδομένα, μπορούμε αδίστακτα να ισχυριστούμε ότι τόσο από νομική άποψη, όσο και από πραγματικά ιστορικά δεδομένα, η ακίνητη περιουσία, για την οποία μιλούμε, ανήκε αποκλειστικά στους παπούδες και πατεράδες ή και μακρυνότερους ακόμη προγόνους των Δωδεκανησίων. Και όπως, πολύ ορθά, υποστηρίχθηκε “οποιοσδήποτε νομίζει ότι η περιουσία αυτή, η οποία είναι προϊόν της κατατυραννήσεως του δωδεκανησιακού λαού από το φασιστικό καθεστώς είναι περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, δεν ζει στην Ελλάδα ή τουλάχιστο περιφρονεί την ιστορική πραγματικότητα (xx).

Η πορεία της ακίνητης περιουσίας
Στις 22 Οκτωβρίου 1947 επικυρώνεται η Συνθήκη Ελλάδας-Ιταλίας και στις 28 του ίδιου μήνα γίνεται η προσάρτηση και η Δωδεκάνησος αποτελεί, πλέον, Ελληνικό έδαφος: Δεν έμενε παρά η τελετή της Ενσωμάτωσης.

9.1.1948
Στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως 7/9.1.1948 δημοσιεύεται ο Νόμος 518/48 «περί προσαρτήσεως των Δωδεκανήσων εις την Ελλάδα, ο οποίος στην πρώτη παράγραφο του μόνου άρθρου αναφέρει: «Αι νήσοι της Δωδεκανήσου: Ρόδος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Αστυπάλαια, Νίσυρος, Πάτμος, Χάλκη, Κάσος, Τήλος, Σύμη, Κω, Λέρος και Καστελλόριζο, ως και αι παρακείμεναι νησίδες είναι προσαρτημέναι εις το Ελληνικό Κράτος από της 28ης Οκτωβρίου 1947».

x. Βλέπ. α) Αγαπητού Τσοπανάκη. Η Δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία: “Η Ροδιακή” 25.4.1980. β) Ι.Γ. Ζίγδη. Πρακτικά της Βουλής 28.8.1979. γ) Α.Ζ. Κακλικλή. Το Οθωμανικό Δίκαιο Εν Ελλάδι. Αθήνα 1931 και δ) Π.Β. Θεοδωρόπουλου. Το ισχύον εν Δωδεκανήσω Δίκαιον. ΑΘήνα 1964.

xx. Βλέπ. Αγορεύσεις στη Βουλή των Ελλήνων:Ι.Γ. Ζίγδης, Ευάγγελου Κανονάρχου και Αντώνη Γεωργιάδη. Συνεδρίαση 28.8.1979.

 

ΜΕΡΟΣ Γ’

Βάσει πρόσφατων στοιχείων της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου η ανά Νoμό αξία συνολικά της χώρας ανέρχεται σε 272.875,1 εκατομμύρια ευρώ. Της Δωδεκανήσου σε 2.401,2 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό σε σύγκριση ολόκληρης της χώρας 0,88%. 
Απ’ όσα γράφονται στον Τύπο, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχει καθιερώσει να παραχωρείται, σε όποιον ζητήσει ένα κομμάτι γης, έστω και μικρό για παραγωγή. Η διαδικασία αυτή, κατά την άποψή μας, δεν αποτελεί βιώσιμη ορθολογική λύση, γιατί, με την πάροδο του χρόνου θα καταλήξει, σε μεγάλο βαθμό, σε αυτοκατανάλωση, όπως ήταν την περίοδο του μεσοπολέμου. Αποτελεί, ας μας επιτραπεί η έκφραση: “νερόβραστη λύση”.

Δεν πρέπει να ονειροπολούμε: δεν μπορούμε να λέμε σε ανθρώπους χωρίς κανένα δεδομένο να πάνε στα χωριά να ζήσουν οικογένεια με 10 κότες και πέντε δέντρα. Όπως τονίζει ο γεωπόνος Γιώργος Γενειάρχης, “για να μιλάμε σήμερα για συμφέρουσα καλλιέργεια, χρειαζόμαστε εγκαταστάσεις, τουλάχιστον 10 στρεμμάτων. 
Ένα τέτοιο αντιοικονομικό φαινόμενο παρατηρείται και σήμερα: όμοια αγροτικά προϊόντα που εισάγονται από την Κρήτη ή άλλες περιοχές της χώρας ή και από την Αίγυπτο, Τουρκία κ.ά, παρόλο που επιβαρύνονται και με μεταφορικά,  εν τούτοις προσφέρονται φθηνότερα στο καταναλωτικό κοινό, από εκείνα που παράγονται στην περιοχή μας. 

Ειδικό γραφείο παρακολούθησης
Θα πρέπει, όμως, να δραστηριοποιηθεί η Διεύθυνση Γεωργίας Δωδεκανήσου και να βγει από “σκονισμένο αρχείο” κάθε είδους δυνατότητα, που μπορεί να επικαιροποιηθεί, ώστε να συμβαδίζει με τα σημερινά δεδομένα. Και επιπλέον, επιβάλλεται να οργανωθεί ειδικό Γραφείο στη Διεύθυνση Γεωργίας, εν ανάγκη να αποσπαστεί για ένα εξάμηνο από την Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης κατάλληλο τριμελές γεωπονικό προσωπικό, το οποίο θα ασχοληθεί αποκλειστικά με την ενεργοποίηση του δωδεκανησιακού αγροτικού τομέα. 

Εξάλλου, πέραν των άλλων, απ’ όσα τουλάχιστον, έχουμε υπόψη μας τον Ιούλιο του 2007, ύστερα από πρωτοβουλία του τότε υφυπουργού Ανάπτυξης Αλέξανδρου Κοντού, πραγματοποιήθηκε στη Ρόδο η παρουσίαση του Σχεδίου Μελέτης με τον τίτλο: “Για την παραγωγή προϊόντων ειδικών προδιαγραφών στο Νότιο Αιγαίο για την κάλυψη της ζήτησης κατά την τουριστική περίοδο, για ολοκληρωμένη αγροτική ανάπτυξη”. Ο τότε αρμόδιος υφυπουργός, ανέφερε ότι η πολιτική του υπουργείου είναι να δοθεί βάση στην άλλη Γεωργία”, που έχει ως στόχο την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας, που παράγονται από δυναμικές ομάδες αγροτών.

Συνέχισε, δε, λέγοντας ότι αναμφίβολα υπάρχουν μεγάλες προοπτικές για την παραγωγή προϊόντων στη Ρόδο και Κω, αλλά πρέπει πρώτα να δοθεί προσοχή, ώστε να γνωρίζουμε α) ποιά προϊόντα μπορούν να παραχθούν και β) πως θα είναι ποιοτικά και ανταγωνιστικά, λόγω των ξεχωριστών συνθηκών στα νησιά του δωδεκανησιακού συμπλέγματος. 
Τέλος, θα πρέπει στην προσπάθεια παραγωγικής αναδιάταξης της τοπικής αγροτικής παραγωγής να επιδιωχθεί η ορθολογική επαναλειτουργία της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Δωδεκανήσου, όπως η Ένωση αυτή λειτουργούσε τις πρώτες δεκαετίες, μετά την Ενσωμάτωση. Ιδιαίτερα, την εποχή που επικεφαλής της Διοίκησης, ως πρόεδρος, βρισκόταν ο μακαρίτης αεικίνητος Γεώργιος Μπάρδος. 

Πως θα προχωρήσουν οι διαδικασίες
Με βάση τις υποδείξεις των αρμόδιων γεωπόνων να διαχωριστούν τα καθαρώς αγροτικά κτήματα, με μια δίκαιη και στηριγμένη σε αντικειμενικά κριτήρια να δοθεί σε ενδιαφερόμενους επενδυτές, από όλο τον ελλαδικό χώρο, εν ανάγκη και από άλλες περιοχές ή ξένους, με βάση τα εχέγγυα που παρέχουν, ανάλογη έκταση, με την υποχρέωση να δημιουργηθούν σύγχρονες δενδροφυτεύσεις, καθώς και λοιπές γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. 
Τα κτήματα της κατηγορίας αυτής και ανάλογα με τις πρϋποθέσεις που θα συγκεντρώνει ο φορέας που θα αναλάβει την αξιοποίηση (εταιρεία, κοινοπραξία, φυσικό πρόσωπο, κ.ά), να παραχωρηθούν με ελάχιστο μίσθωμα για 15 ή 20 χρόνια, με προοπτική να ανανεώνεται η σύμβαση, εφόσον και από τον ενδιάμεσο χρόνο διαπιστώνεται ότι η έκταση γης αξιοποιείται συνέχεια για το σκοπό που εκμισθώθηκε, άλλως θα αποβάλλεται ο μισθωτής. Οπόταν, θα αντιμετωπιστεί, σε ανάλογη έκταση και η ανεργία, αλλά θα δημιουργηθούν και ανάλογες επιχειρηματικές μονάδες, που θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη της Δωδεκανησιακής πραγματικής οικονομίας. 

Εν τω μεταξύ, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης προωθεί πρόγραμμα νέων αγροτών, όπως γράφτηκε στον Τύπο, το οποίο επιχορηγείται με τη μορφή της επιδότησης από τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προς τούτο, ήδη, η Κομισιόν ενέκρινε το ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ για την κάλυψη αναπτυξιακών προγραμμάτων. 
Στην “μικρή” Ολλανδία ο πρωτογενής τομέας (γεωργία και κτηνοτροφία) είναι σήμερα ο μεγαλύτερος “εργοδότης”, προσφέροντας δουλειά σε συνολικά 500.000 ανθρώπους και είναι συγκεντρωμένο το 50% του συνόλου του θερμοκηπίου της Ευρώπης. 
Κατ΄ αρχή θα πρέπει το συντομότερο να προχωρήσει η πλήρης ορθολογική αξιοποίηση της περιοχής του Καλαμώνα Ρόδου, που υπολογίζεται, καθώς γράφτηκε στον τοπικό Τύπο, σε 1.000 και πάνω στρέμματα. 

Η ανάπτυξη και η αναδιάρθρωση της αγροτικής οικονομίας της Δωδεκανήσου να μάς προβληματίσει σοβαρά, γιατί τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται μείωση στην παραγωγή πολλών προϊόντων, όσον υπάρχει μια γενικότερη αδιαφορία για τον παραγωγικό αυτό κλάδο, εκτός από ορισμένα είδη, μέλι, κ.λπ. 

Την αρχή αυτή και την πνοή για την εκκίνηση αυτή να την δώσει η ηγεσία του τόπου. Ήδη η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου άρχισε, έστω και με αργά βήματα, και προχωρεί προς την κατεύθυνση αυτή. 
Το 1952, με πρωτοβουλία του τότε Γενικού Διοικητή Ιωάννη Γεωργάκη είχε γίνει εκστρατεία για την δενδροφύτευση εκτάσεων σε ελιές. Η πρωτοβουλία εκείνη είχε ονομαστεί “μάχη της ελιάς” και παρόλο που είχε απήχηση, δεν επαναλήφθηκε. 
Μια τέτοια παρόμοια εκδήλωση να καθιερωθεί να γίνεται για μια δεκαετία κάθε χρόνο, με βάση προγράμματος που θα καταρτίσει η Διεύθυνση Γεωργίας Δωδεκανήσου και εκτός από τα ελαιόδεντρα να επεκταθεί και για άλλα είδη. Έτσι, με βάση τους υπολογισμούς των αρμόδιων Υπηρεσιών του υπουργείου Γεωργίας στη Δωδεκάνησο υπάρχουν ορεινά εδάφη, που μπορούν να καλυφθούν με 10 εκατομμύρια και πάνω διάφορων δένδρων (αμυγδαλιών, συκιών, χαρουπιών που είναι κατάλληλη τροφή για την ανάπτυξη της οικόσιτης κτηνοτροφίας κ.ά), ενώ με τα στοιχεία που υπάρχουν ο συνολικός αριθμός των δένδρων που υπάρχουν στη δωδεκανησιακή περιοχή ανέρχεται σε 2.340.550. Με την ενέργεια αυτή, σε λίγα χρόνια η Δωδεκάνησος θα γεμίσει από δένδρα. 
Επίσης, στη Δωδεκάνησο πέρα από τα πολλά ιδιωτικά αγροτικά κτήματα που για χρόνια είναι αγροαναπαυόμενα, υπάρχουν και τα δημόσια, που υπολογίζονται σε 200.000 στρέμματα και παραμένουν χωρίς καμία αξιοποίηση.

Γιατί δεν καταρτίζεται ένα ολοκληρωμένο για όλα τα νησιά σχέδιο εκμετάλλευση αυτών των αγροτικών εκτάσεων, με μακροχρόνια μίσθωση με ελάχιστο ποσό, από την προαναφερθείσα Διεύθυνση Γεωργίας, σε συνεργασία και με την Υπηρεσία Δημοσίων Κτημάτων, ώστε με ειδικούς όρους να εκμισθωθούν σε καλλιεργητές ή επιχειρηματίες, που ενδιαφέρονται πραγματικά να δημιουργήσουν αγροτικές εκμεταλλεύσεις, με προϋποθέσεις, όμως, που θα τηρηθούν αξιοποιητικά και όχι τα γεωργικά κτήματα να μετατρέπονται σε εξοχικά κέντρα κ.λπ.

Σε πολλά διαμερίσματα της χώρας καταβάλλονται προσπάθειες αξιοποιήσεων των δυνατοτήτων που διαγράφονται στον τομέα αυτό. Έτσι, με έδρα το Καρπενήσι συστήθηκε Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία, “Εταιρεία αγροτικής αναπτύξεως “Ευρυτανία” Α.Ε., η οποία έχει σαν βασικό σκοπό τη διενέργεια απογραφικών ερευνών όλων των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του Νομού Ευρυτανίας, τη χωροταξία της γης, την εκπόνηση κάθε είδους μελετών, την υποβοήθη επενδυτικών πρωτοβουλιών, την ίδρυση είτε από ίδια πρωτοβουλία, είτε σε συνεργασία με άλλους φορείς ειδικών θυγατρικών Ανωνύμων Εταιρειών για την αξιοποίηση των φυσικών πόρων της περιοχής κ.ά. 

Βάσει των προαναφερθέντων ο Νομός Ευρυτανίας άρχισε να αναπτύσσεται και σήμερα συγκαταλέγεται οικονομικά σε μια από καλές περιοχές της Ελλάδας. Παρά ταύτα, η ηγεσία της, απ’ όσα έρχονται στο φως της δημοσιότητας, συνεχίζει να παρακολουθεί κάθε δυνατή περαιτέρω αναπτυξιακή δυνατότητα. 

Επιλογή των κατάλληλων  προς ανάπτυξη κλάδων
Αναφέρθηκε στα προηγούμενα, αναλυτικά μάλιστα, ότι η επιβεβλημένη - οργανωμένη πορεία της Δωδεκανήσου πρέπει να επιδιωχθεί στα πλαίσια του τοπικού οικονομικού προγραμματισμού. Όχι με αοριστολογίες. Γιατί, εάν δεν συγκεκριμενοποιηθούν οι δυνατότητες που υπάρχουν για επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, δεν υπάρχει περίπτωση να υλοποιηθεί ορθολογικά κανένα μέτρο. Με αόριστα προγράμματα, που εγώ τα έχω χαρακτηρίσει, “Εκθέσεις Ιδεών”, κάθε καλλιεργητής είτε επενδυτής δεν πείθεται. Και για να κάνουμε μια παραβολή με την Κύπρο. Το σύστημα των εξειδικευμένων Μελετών εφαρμόζεται στην Μεγαλόνησο. Καθώς, δε, πολύ καλά ενθυμούμαι στέλεχος της τότε Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Ανάπτυξης, (ΕΤΒΑ), που ήρθε στη Ρόδο μάς ανέφερε ότι στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Λευκωσίας υπάρχουν φακελωμένες Μελέτες για κυπριακούς παραγωγικούς κλάδους που επιδέχονται ανάπτυξη για καθένα χωριστά, που συνέταξαν ντόπιοι Κύπριοι οικονομολόγοι. 

Εδώ από εμάς, ποιός Οργανισμός ιδιωτικού δικαίου ή Δημοσίου ενδιαφέρθηκε μέχρι σήμερα να σταλούν στο εξωτερικό ή, μέχρι την Αδελφή Κύπρο, μερικοί δικοί μας Οικονομολόγοι για να μελετήσουν όλα τα σχετικά προς την κατεύθυνση αυτή; Ή ακόμη, πόσους στείλαμε για μετεκπαίδευση για να ειδικευθούν σε τομείς που είναι καίριοι για την ανασυγκρότηση της Δωδεκανήσου; 
Ωστόσο, με βάση τα προαναφερθέντα και με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το Κράτος θα δημιουργήσει τα κατάλληλα κίνητρα, απομένει να διερευνηθεί ποιοί κλάδοι είναι περισσότερο επωφελείς από οικονομικής και τουριστικής άποψης για κάθε νησί χωριστά. 

Για παράδειγμα: Μέχρι το 1977 λειτουργούσε στη Ρόδο το αλλαντοποιείο “Μ. Παπαστεφάνου”, το οποίο, βέβαια, εκάλυπτε σε μικρή ποσότητα τις τοπικές ανάγκες. Με το κλείσιμο, όμως, λόγω θανάτου του ιδιοκτήτη, της παραπάνω βιοτεχνίας δεν υπάρχει στη Ρόδο καμιά άλλη μονάδα που να ασχολείται με την παραγωγή αλλαντικών. Και όμως: η ανάπτυξη του μεταποιητικού αυτού κλάδου, ο οποίος περιλαμβάνεται στην κατηγορία των αγροτικών βιομηχανιών, έχει ιδιαίτερη σημασία για την τοπική Οικονομία, γιατί, εκτός, του ότι θα υποκαταστήσει εισαγόμενα είδη από το εξωτερικό, είναι και στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη της χοιροτροφίας. Οι ετήσιες καταναλωτικές απαιτήσεις της Δωδεκανήσου ανέρχονταν τότε σε 2.237.161 δολλάρια και σε 40 εκατομμύρια δραχμές οι εισαγωγές από την υπόλοιπη χώρα. 

Βιοτεχνία επεξεργασίας βρώσιμη ελιάς. Με τον κατάλληλο προγραμματισμό θα μπορούσε να λειτουργήσει μια μονάδα στη Ρόδο για την επεξεργασία βρώσιμων ελιών και αργότερα με προγραμματισμό στην παραγωγή μια άλλη στο βόρειο συγκρότημα. Οι κλιματολογικές συνθήκες στα περισσότερα από τα νησιά είναι ευνοϊκές για τη διάδοση του είδους και ήδη με τη προτροπή και καθοδήγηση άρχισαν να φυτεύονται τέτοια δέντρα τύπου Καλαμών και Άμφισσας.

Για τις καταναλωτικές ανάγκες εισάγονται ετήσια από την υπόλοιπη χώρα ποσότητες που ξεπερνούν τους 90 τόννους για τη Ρόδο και 50 περίπου για τα υπόλοιπα νησιά.

Τέτοια εργοστάσια βρώσιμων ελιών υπάρχουν 100 σε ολόκληρη τη χώρα από τα οποία 80 και άνω είναι ιδιωτικά και τα υπόλοιπα συνεταιριστικά. Τα περισσότερα λειτουργούν στην Αιτωλοακαρνανία, Μεσσηνία, Σάμο, Φθιώτιδα, Μαγνησία, Λέσβο και αλλού.
Υποδηματοποιΐα: Μέχρι και τη πρώτη μεταπελευθερωτική δεκαπενταετία (1945-1960) ο κλάδος της υποδηματοποιΐας στη Ρόδο λειτουργούσε ικανοποιητικά. Υπήρχαν αξιόλογα εργαστήρια που ικανοποιούσαν, σχεδόν, όλες τις επιτόπιες ανάγκες. Ακόμη και στις Κοινότητες υπήρχαν τα μικρά “τσαγκαράδικα” για την κατασκευή καινούργιων υποδημάτων όλων των τύπων, καθώς και για επιδιορθώσεις. Παράλληλα με τις παραπάνω βιοτεχνίες λειτουργούσαν 4 βυρσοδεψικά εργοστάσια, τα οποία απορροφούσαν και όλη την πρώτη ύλη από δέρματα σφαγμένων ζώων, ως και το βελανίδι. Και οι δύο αυτοί κλάδοι άρχισαν να φθίνουν από την δεκαετία του 1960 και ύστερα, με αποτέλεσμα σήμερα στην κυριολεξία να μην υπάρχει καμία οργανωμένη βιοτεχνία κατασκευής υποδημάτων, εκτός από 22 μερικά υποδηματοποιΐα στην ύπαιθρο και τα μικρά νησιά, που και αυτά τα λίγα έπαυσαν να παράγουν και περιορίζονται στις μικροεπιδιορθώσεις. Τα ελάχιστα οργανωμένα εργαστήρια υποδηματοποιΐας που λειτουργούν ασχολούνται με την κατασκευή τουριστικών σανδάλων.

Οι περισσότεροι από τους παλιούς υποδηματοποιούς μετατράπησαν σε εμπορευόμενους υποδημάτων που προμηθεύονται από την Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη. Η ίδια κατάσταση, εκτός από τη Ρόδο, επικρατεί και στα υπόλοιπα νησιά του δωδεκανησιακού συμπλέγματος. Τα δε βυρσοδεψεία που υπήρχαν έκλεισαν, το ένα ύστερα από το άλλο, με αποτέλεσμα και η μεταποιητική αυτή δραστηριότητα να σβήσει. 

Ετσι, μια ετήσια παραγωγή από ακατέργαστα δέρματα της τάξης των 90.000 τόννων περίπου δεν χρησιμοποιείται στα νησιά μας σαν πρώτη ύλη, αλλά διοχετεύεται για να την χρησιμοποιήσουν βιομηχανίες άλλων περιοχών. Η παραγωγή των ακατέργαστων δερμάτων προτού κλείσουν τα βυρσοδεψεία ανερχόταν ετησίως σε 90-95 τόννους περίπου.
Σήμερα υπολογίζεται ότι λειτουργούν στη Δωδεκάνησο πάνω από 150 καταστήματα υποδημάτων από τα οποία 85 περίπου στη Ρόδο.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ - ΜΕΡΟΣ Δ’

Αργυροχρυσοχοΐα: Η αργυροχρυσοχοΐα είναι από τις χειροτεχνικές απασχολήσεις που έχουν μακροχρόνια παράδοση στη Ρόδο. Τη δραστηριότητα αυτή την μεταφέρανε τεχνίτες που ξεκίνησαν από την Πόλη, τη Σμύρνη και τη Μερσίνα (χ) και εγκαταστάθησαν στα νησιά μας. Είναι, δε, εμπνευσμένη από τις επιρροές της Τέχνης του Βυζαντίου, της Ανατολής και της Δύσης. Υπήρχαν άριστοι τεχνίτες και η παραγωγή όχι μόνο εκάλυπτε τις τοπικές ανάγκες, πραγματοποιούνταν και εξαγωγές τόσο στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας, όσο και στο εξωτερικό. Το ροδίτικο κόσμημα είχε μια γενικότερη προτίμηση, απόδειξη, δε, του γεγονότος αυτού αποτελεί ότι πολλοί από τους αργυροχρυσοχόους μας έπαιρναν μέρος σε όλες τις πανελλήνιες εκθέσεις της χώρας, όσο και στο εξωτερικό. Θυμούμαι, όταν άνοιξε για πρώτη φορά μεταπολεμικά η 17η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο του 1952, ένα από τα καλύτερα εκθετήρια ήταν τότε της Ρόδου, με υφαντά και κοσμήματα. Τότε υπηρετούσα την στρατιωτική μου θητεία στη Βέροια (Μακεδονίας) και κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη για την Έκθεση. 

Επαναλειτουργία της γεωργικής  σχολής στον Καλαμώνα
Και είναι γεγονός ότι η αργυροχρυσοχοΐα διατήρησε αυτή την παράδοση μέχρι και δεκαετία του 1970 οπότε σιγά - σιγά το εργαστήρι έδωσε και αυτό τη θέση του στο εμπόριο και σήμερα παρουσιάζεται το φαινόμενο, ενώ λειτουργούν από 150 και πάνω καταστήματα πώλησης κοσμημάτων, οι βιοτεχνικές μονάδες του είδους να είναι ελάχιστες. Στη Ρόδο, είναι ζήτημα αν υπάρχουν γύρω στις 5-6 μονάδες. Όλη η κίνηση γίνεται με το έτοιμο εμπόρευμα που εισάγεται από την Αθήνα. Η εγχώρια παραγωγή, ως είναι επόμενο, είναι ασήμαντη, σε σύγκριση με τις υφιστάμενες καταναλωτικές ανάγκες. 
Λοιπές μονάδες: Αναφερθήκαμε σε ελάχιστες μεταποιητικές μονάδες, κατά τη γνώμη μας, μπορούν να αναπτυχθούν  στη Δωδεκάνησο μέσα στα πλαίσια μιας ορθολογισμένης αναδιάρθρωσης των παραγωγικών κλάδων. Ο κατάλογος αυτός δεν εξαντλεί τα περιθώρια που υπάρχουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός επιτελικού Οργάνου που να συντονίζει όλες τις ενέργειες και τα προβλήματα που θα παρουσιάζονται κατά την πορεία των διαφόρων προγραμμάτων που θα συνταχθούν για τον δευτερογενή και τον πρωτογενή τομέα. Το Επιτελικό αυτό Όργανο να είναι απαλλαγμένο από γραφειοκρατικές εξαρτήσεις. 

Από τον Ιούνιο του 1948 μέχρι το 1965, αρχικά με οικονομική ενίσχυση του Παρροδιακού Συλλόγου “Απόλλων” που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, άρχισε η λειτουργία της Γεωργικής Σχολής στην περιοχή Καλαμώνα Ρόδου. Η φοίτηση ήταν μονοετής, οι δε μαθητές προέρχονταν από όλο το Δωδεκανησιακό σύμπλεγμα. Διδάσκονταν πρακτικά και θεωρητικά μαθήματα, όπως δενδροκομία, λαχανοκομία, ανθοκομία, ελαιοκομία, αμπελουργία, οινοποιΐα, κτηνοτροφία, παρασκευή τυριών και άλλα σχετικά. 
Μέσα στη δίνη της μονόπλευρης τουριστικής ανάπτυξης της τότε εποχής, η Γεωργική Σχολή Καλαμώνα έπαυσε να λειτουργεί το 1965. 

Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο να αποτανθούμε στους συμπατριώτες μας Δωδεκανήσιους της Αμερικής και να ζητήσουμε ξανά τη συνδρομή τους για την επαναλειτουργία της, τώρα μάλιστα, που η περιοχή 1.000 και πάνω στρεμμάτων παραχωρήθηκε στο Δήμο Ρόδου, όπως γράφτηκε στον τοπικό Τύπο. 
Και μόνο για ιστορικούς λόγους θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε τα παρακάτω στοιχεία: Η προαναφερθείσα περιοχή Καλαμώνα, στην οποία οι Ιταλοί είχαν δώσει την ονομασία “Pevetagnio”, την καλλιεργούσαν αγρότες που η φασιστική διοίκηση με τις οικογένειές τους είχε φέρει από την Ιταλία. Το σύνολο των μεροκαμάτων που αρχικά, το 1929, ήταν 2.566, σε μια δεκαετία, το 1939, ανήλθαν σε 21.582. Η δε παραγωγή σε φρούτα από 180 κιλά το 1931 σε 44.700 το 1939.

Η Δωδεκανησιακή  Πολιτιστική Κληρονομιά
Στα πλαίσια, ωστόσο, της αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων, που διαθέτουν τα νησιά μας, πρέπει να συμπεριλάβουμε και την Πολιτιστική Κληρονομιά, της οποίας, δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έγινε επαρκής αξιοποίηση. 
Τον Ιανουάριο του 2005 ο καθηγητής Οικονομίας και πρώην Διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας, ο μακαρίτης Αδαμάντιος Πεπελάσης, σε ομιλία του του στο Εθνικό Θέατρο Ρόδου αναφέρθηκε εκτενώς στην προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί εκ μέρους της τοπικής Δωδεκανησιακής ηγεσίας για την ανάδειξη της Πολιτιστικής κληρονομιάς του Δωδεκανησιακού Συμπλέγματος, σε συνδυασμό και με την ποιοτική αναβάθμιση του τουρισμού, τονίζοντας, μεταξύ των άλλων: Η Ρόδος να καταστεί Κέντρο Διεθνούς Πανεπιστημίου, αλλά με την έννοια ενός χώρου έρευνας μιας Ακαδημίας, όπου θα καλλιεργούνται οι ανθρωπιστικές επιστήμες”.
Οι προαναφερθείσες επισημάνσεις Πεπελάση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η χώρα μας είναι η ολιγότερα ανταγωνιστική στην Ευρωζώνη, επιβάλλει τη γενικότερη τοπική κινητοποίηση για να επιτευχθεί ο στόχος. 
Παρόμοια πρόταση είχε υποβάλει αρχές της δεκαετίας του 1990 και ο Ρόδιος δικηγόρος και τέως βουλευτής Δωδεκανήσου, Βασίλειος Αν. Υψηλάντης, ο οποίος τότε ως επιστημονικός συνεργάτης στο Ευρωκοινοβούλιο και με την έμπρακτη βοήθεια του πρώην ευρωβουλευτή Παναγιώτη Ρουμελιώτη, είχαν προωθήσει ψήφισμα για την ίδρυση στη Ρόδο “Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών”. Υποδείκνυε, μάλιστα, ως τόπο εγκατάστασης της εν λόγω Ακαδημίας, τα υπάρχοντα κτίρια στον Προφήτη Ηλία (Ρόδου).

Επίσης, όταν το 1991 ο μακαρίτης συμπατριώτης μας πολιτικός Γιάννης Ζίγδης ίδρυσε το Πολιτιστικό Ίδρυμα Δωδεκανήσου “Κλεόβουλος ο Λίνδιος”, με έβλημα τη ρήση του Λίνδιου σοφού “Μέτρον Άριστον”, το οποίο Ίδρυμα υφίσταται μέχρι σήμερα σ’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό που αναφέρθηκαν ο Αδαμάντιος Πεπελάσης, ως και ο Βασίλειος Υψηλάντης απέβλεπε. 
Και ο αρχαίος Αθηναίος ρήτορας (389 -314 π.Χ) o Aισχίνης, όταν υποχρεώθηκε από τον Δημοσθένη να εγκαταλείψει την πόλη των Αθηνών, ήλθε στη Ρόδο, ίδρυσε την περίφημη “Σχολή Ρητορείας”, που λειτουργούσε σαν το πρώτο πανεπιστήμιο και έγινε το πρότυπο άλλων παρόμοιων Σχολών. Σ’ αυτή φοίτησαν πολλοί Ρωμαίοι Αυτοκράτορες και διανοούμενοι (Ιούλιος Καίσαρας, Πομπηΐος, Κικέρωνας, Κάτονας, κ.ά).  Χαρακτηριστικά ο Οράτιος την αποκαλεί ένδοξη. Έτσι, η Ρόδος αποτέλεσε μια από τις σπουδαιότερες εστίες μεταλαμπάδευσης του ελληνικού πολιτισμούη στη Ρώμη και κατόπιν, στην Ευρώπη, την Οικουμένη.  Επίσης, στη Ρόδο συναντήθηκαν κατά το Μεσαίωνα οι πολιτισμοί της Δύσης και της Ανατολής - της Ευρώπης και της Ασίας - άλλοτε ως αντίπαλοι και άλλοτε ως παράγοντες της δημιουργίας του Παγκόσμιου Πολιτισμού.  Εν πάση περιπτώσει, αυτό που δεν έγινε επί 28 και πλέον χρόνια, από δική μας κατά πρώτο λόγο αβελτηρία προς την κατεύθυνση αυτή, ας επιχειρηθεί τώρα, έστω και αργοπορημένα. Ίσως ένα μέρος να επιτευχθεί, καθόσον, εκτός των άλλων, ότι η κάθε αξιοποίηση του συγκριτικού μας πλεονεκτήματος είναι αγωγός, με τον οποίο εισερχόμαστε στο διεθνή ανταγωνισμό. 
Επίσης πρέπει να τονιστεί ότι και το Πολιτιστικό Ίδρυμα Δωδεκανήσου “Κλεόβουλος ο Λίνδιος” το 1996 είχε προτείνει, μεταξύ των άλλων, όπως ανέφερε στο κείμενο των προτάσεών του: 

α) Ο Ιπποκράτης, με το “νους υγιής, εν σώματι υγιεί”, προσδιόρισε ακατάλυτα ορισμένους κανόνες διακυβέρνησης των πολιτισμένων Κρατών. Στον τόπο επομένως που γεννήθηκε, συνεχίζει η ανακοίνωση, πρέπει να ιδρυθεί το “Πανευρωπαϊκό” και αύριο το “Παγκόσμιο Ιερόν της Ιατρικής “Ο Ιπποκράτης”, όπου με τις κατάλληλες Διεθνείς Συμφωνίες θα καθορίζονται οι τρόποι, με τους οποίους θα εξασφαλίζονται σε όλους τους πολίτες, αλλά και τους λαούς της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας και αύριο της Οικουμένης, το “σώμα” της Ιπποκρατικής επιταγής. 

β) Το “Μέτρον Άριστον” του Κλεόβουλου του Λίνδιου πρέπει να πάψει να είναι μια αφηρημένη υπόδειξη για τη σωστή συμπεριφορά του πολίτη και του Κράτους. Πρέπει στη Λίνδο της Ρόδου να ιδρυθεί η “Πανευρωπαϊκή Ακαδημία του “Μέτρον Άριστον”, που θα έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει ποιά κυβερνητικά μέτρα δεν ανταποκρίνονται στον κανόνα αυτό, ώστε να ακυρώνεται η εφαρμογή τους, για να αποφεύγονται οι συγκρούσεις μεταξύ πολιτών και Κράτους, ως και μεταξύ των λαών.

γ) Η Ευρωπαϊκή Ένωση, εμπνευσμένη από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, να ιδρύσει στην Πάτμο το “Πανευρωπαϊκό Ίδρυμα Περιβαλλοντολογίας”, με το οποίο θα αποτραπούν οι κίνδυνοι καταστροφής της ζωής πάνω στον πλανήτη από την υπερβολική χρήση των περιβαλλοντικών πόρων, λόγω της συνεχώς αναπτυσσόμενης τεχνολογίας. Γιατί, όπως είπε ο τ. πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας Ρ.Φ. Βαϊτσέκερ, “έχουμε φθάσει σήμερα σ’ ένα σταυροδρόμι, του οποίου ο ένας δρόμος (η προσφυγή στη βία) οδηγεί στην καταστροφή της ζωής πάνω στον πλανήτη και ο άλλος (ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου) στην πανανθρώπινη ευδαιμονία (χχ)

Το χρονικό του Ναού της Λινδίας Αθηνάς
Μέσα στις σημαντικές αρχαιολογικές εργασίες που έγιναν τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, είναι και οι εργασίες που έγιναν και στην περιοχή σε κρινό σημείο του Αρχαίου Θεάτρου Λίνδου.
Εκεί οι δύο Δανοί αρχαιολόγοι και οι συνεργάτες τους εντόπισαν και το “Χρονικόν” που φώτισε επαρκώς την ιστορία του Ναού της Λινδίας Αθηνάς. 
Το “Χρονικό της Λίνδου” βρέθηκε στα 1904. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της δανικής πρωτεύουσας, την Κοπεγχάγη. Είναι στήλη εκ “λίθου Λαρτίου” και περιέχει: α) ένα ψήφισμα για την αναγραφή των δώρων, τα οποία αφιέρωσαν, κατά διαστήματα, ηγεμόνες και άλλοι δωρητές, β) τα ονόματα των ιερέων που υπηρέτησαν στο Ναό της Λινδίας Αθηνάς και γ) τα θαύματα της Θεάς Λινδίας Αθηνάς, γνωστά με την ονομασία “Επιφάνεια”. 

Το “Χρονικό “ της Λίνδου γράφτηκε το έτος 99 π.Χ. από την Τιμαχίδα, γιο του Αγησίτιμου του Λινδιοπολίτη και από τον Θαρσαγόρα Στράτου από τον Δήμο Λαρδαμίων και αρχίζει με τη φράση: ΤΟΙΔΕ ΑΝΕΘΕΚΑΝ ΤΑ ΑΘΑΝΑ. 
Μερικά από τα προσφερθέντα δώρα, προσαρμοσμένα στη νεοελληνική. 
1-0 Ο μυθικός Οικιστής και Γεννάρχης Λίνδος, προσφέρει μια φιάλη. 
2-0 Οι πρώτοι κάτοικοι της Ρόδου, οι Τελχίνες, ένα κροσσόν, δηλαδή ένα αγγείο. 
3-0 Ο Κάδμος, ο Βασιλιάς, ένα λέβητα χάλκινο με φοινικικά γράμματα. 
4-0 Ο Βασιλιάς Φίλιππος, δέκα πέλτες, σάρισες και περικεφαλαίες. (Η πέλτη είναι ασπίδα Μακεδονική και η σάρισα μακρύ δόρυ της Μακεδονίας). 
5-0 Ο Μέγας Αλέξανδρος, μετά τη νίκη του στα Γαυγάμηλα, το 331 π.Χ, προσφέρει στη Λινδία Αθηνά πολλά Βουκέφαλα, δηλαδή νομίσματα αξίας, που εικόνιζαν το άλογο του Μεγάλου Αλέξανδρου, του Βουκεφάλα. 

Και ο κατάλογος συνεχίζεται... 
Για το Χρονικό της Λίνδου να γίνουν τα κατάλληλα διαβήματα στη Δανική κυβέρνηση να μάς επιστραφεί και να τοποθετηθεί στη θέση του που είναι ο Ναός της Λινδίας Αθηνάς στην Ακρόπολη της Λίνδου.  Εάν τούτο δεν καταστεί δυνατό να μάς επιτραπεί, τουλάχιστον, να το αντιγράψουμε ακριβώς σε ειδική πλάκα  από ειδικό, με ουσία που να διατηρείται στο χρόνο και να τοποθετηθεί στη θέση του που ήταν ο Ναός της Λινδίας Αθηνάς στην Ακρόπολη της Λίνδου. 
Να εκτυπωθεί, δε, σε ολιγόσελιδο φυλλάδιο το περιεχόμενο του Χρονικού, όπως ακριβώς έχει. Παράλληλα να μεταφραστεί από καλό γνώστη της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας στην αγγλική, γερμανική και γαλλική, το οποίο θα διανέμεται δωρεά σε κάθε επισκέπτη της Αρχαίας Ακρόπολης Λίνδου. 

Πολύτιμη, χρήσιμη, συναρπαστική, σημαντική για την Εθνική μας αυτοσυνειδησία και την εθνική μας ταυτότητα αντιλαμβάνεται το 72% των Ελλήνων την αρχαιολογία. Και κρίνουν ότι η ιστορία της Ελλάδας είναι κρίσιμη για τη συγκρότηση της ελληνικής ταυτότητας. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους που δίνουν λιγότερη σημασία. 
Αυτά και άλλα πολλά χρήσιμα στοιχεία προέκυψαν σε πανευρωπαϊκή έρευνα που διεξήχθηκε σε εννέα χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Πολωνία, Ισπανία, Σουηδία, Αγγλία και στη χώρα μας) στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος NEARCH, χρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπήλ (“Η Καθημερινή”, 10.3.2018).
Νησιωτικότητα: Έχει γίνει, πλέον, πεποίθηση, ακόμη και σε Διεθνές επίπεδο ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιών αποτελούν φυσικά εμπόδια για την επίτευξη ανταγωνιστικότητας, καθόσον έχουν υψηλό κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις, μεταφορικό καθεστώς, υψηλό κόστος διαβίωσης κ.λπ και ως εκ τούτου και μειωμένες ευκαιρίες επιχειρηματικών πρωτοβουλιών για τους κατοίκους, σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει στην ηπειρωτική χώρα. 

Τα προαναφερθέντα μειονεκτήματα έχουν οδηγήσει τις νησιωτικές οικονομίες και υστερούν σε μόνιμη κατά κεφαλή παραγωγή, ενώ η δομή τους είναι ιδιαίτερα εύθραστη (μονοκαλλιέργεια τουρισμού, περιθωριοποιημένος αγροτικός τομέας, απουσία καινοτομιών κ.λπ). 

Στα πλαίσια αυτά όλες οι χώρες της Ευρωπαίκής Ένωσης πρόβλεψαν και από τότε, από την ίδρυσή τους, ισχύει ειδικό φορολογικό καθεστώς για τα νησιά τους. Όπως, για παράδειγμα, η Γαλλία στην Κορσική, η Γερμανία στα υπερπόντια διαμερίσματα HELGOLAND, η Ιταλία στο CAMPIONE D’ ITALIA, η Βρετανία στα Μάγχης, Νησί Μαν και και βάσεις Κύπρου κ.λπ. 
Η νησιωτικότητα έχει προβλεφθεί στο Ελληνικό Σύνταγμα και στο άρθρο 101 παράγραφος 4 αναφέρεται: “Ο κοινός Νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους”.  Επομένως κάθε ειδικό σύμπλεγμα νησιών, όπως είναι τα Δωδεκάνησα, πρέπει να αποτελεί τη βασική μονάδα ανάλυσης και σχεδιασμού. Ήδη, καθώς γράφτηκε στον Τύπο, το υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου, αξιοποιώντας τις σχετικές προβλέψεις τόσο στην Εθνική όσο και την Κοινοτική Νομοθεσία προωθεί μια ευρωπαϊκή και Εθνική πολιτική, με στόχο “το ποιοτικό, το πράσινο και το νησί των ίσων ευκαιριών”, σε μια προσπάθεια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιών να μην λειτουργούν ως μειονεκτήματα, αλλά να αξιοποιηθούν ως πλεονεκτήματα. Επίσης, προτείνεται να συσταθεί Συμβούλιο Νησιωτικής Πολιτικής με τη συμμετοχή της Διοίκησης, της Αυτοδιοίκησης, Επαγγελματικών και Νησιωτικών φορέων. 

Συγκρότηση υπερκομματικού τοπικού οργάνου αντιμετώπισης της κρίσης
Η λαϊκή σοφία αναφέρει τη ρήση: “Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται”. Ως εκ τούτου, να πιστέψουμε άπαντες, διοικούντες και διοικούμενοι ότι είναι επιβεβλημένο για τη σημερινή κρίσιμη κατάσταση να αρχίσει να λειτουργεί ένα υπερκομματικό, όχι κρατικό Όργανο, του οποίου προορισμός θα είναι η παρακολούθηση και εισήγηση τοπικών θεμάτων που θα συμβάλλουν στην προώθηση και επίλυσή τους. 

***
(χ.) Μιλτ. Ιακ. Λογοθέτης. Παραδοσιακές Μορφές και Λειτουργικότητα της Ροδίτικης Καλλιτεχνικής Χειροτεχνίας. Περιοδικό “Φυσιολάτρης”, Ρόδος 1970
(χχ) Πολιτιστικό Ίδρυμα Δωδεκανήσου “Κλεόβουλος ο Λίνδιος” “Η Ελληνική Πολιτιστική Κληρονομιά” Αθήνα 1996, σελ. 39).