Αναγέννηση μέσα  από ένα ναυάγιο και πολλή αγάπη

Της Ιωάννας Σωτήρχου από την εφημερίδα των Συντακτών

Για τους περισσότερους το Καστελόριζο έχει συνδεθεί με την εισαγωγή στα... μνημόνια. Κι ακόμη πιο πρόσφατα με την επιθετική ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης.

Η ιστορία αυτού του τόπου όμως, που πέρασε από κατακτητές και εισβολείς για να καταστραφεί στα χέρια των συμμάχων και εγκαταλείφθηκε επί δύο χρόνια από τους κατοίκους του, οι οποίοι βρέθηκαν πρόσφυγες στην Παλαιστίνη στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι εντυπωσιακή.

Οπως και το γεγονός ότι μπορεί στο ακριτικό νησί να έχουν μείνει μερικές εκατοντάδες κάτοικοι -καμιά 400αριά συμπεριλαμβανομένων διοικητικών υπαλλήλων και στρατού- ωστόσο τον πολύπαθο τόπο ζεσταίνουν με τη φλόγα της αγάπης τους οι χιλιάδες Καστελοριζιοί της διασποράς, τρίτης και τέταρτης γενιάς σήμερα, που διατηρούν μία από τις πλέον ζωντανές κοινότητες στη μακρινή Αυστραλία.

Την ιστορία του νησιού μάς αφηγείται η επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνικής Λαογραφίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βασιλική Χρυσανθοπούλου, που επίσης διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, μέσα από το βιβλίο της που κυκλοφόρησε πρόσφατα «Τόποι μνήμης στην καστελλοριζιακή μετανάστευση και διασπορά» από τις εκδόσεις Παπαζήση. Και αφορμή για να τη διηγηθεί είναι ένα... ναυάγιο.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: φοιτήτρια ακόμη τη δεκαετία του 1980, επισκέφτηκε το Περθ της Αυστραλίας.

Εκεί αναπάντεχα ανακάλυψε πως στην ελληνική κοινότητα οι περισσότεροι από τους μισούς ήταν Καστελοριζιοί, οι οποίοι είχαν ήδη από το 1912 δημιουργήσει την πρώτη και μεγαλύτερη εθνοτική αδελφότητα και μάλιστα προτού φτιαχτεί η ελληνική κοινότητα.

Κάπως έτσι ένα φοιτητικό ταξίδι μετατράπηκε σε έρευνα και έργο ζωής:
«Το βιβλίο συμπυκνώνει μια ενασχόληση 32 χρόνων με τους Καστελοριζιούς. Ξεκίνησε ως διδακτορικό για το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με επιτόπια έρευνα στην κοινότητα των Καστελοριζιών στο Περθ της Δυτικής Αυστραλίας, που είναι η μεγαλύτερη κοινότητα που έχουν στον κόσμο, και μάλιστα από τις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς ήταν και ο πρώτος εθνοτικός σύλλογος που δημιούργησαν στη διασπορά.

Με αυτό το βιβλίο εκπλήρωσα ένα χρέος ζωής σε αυτούς τους ανθρώπους που γνώρισα ως μετανάστες και μου μετέδωσαν αυτόν τον πλούτο της ανάμνησης και του τραύματος που μετέτρεψαν σε έναυσμα για να δείξουν την αγάπη τους προς τον τόπο τους... Ημουν τυχερή που γνώρισα αυτό το κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού».

Τι μαθαίνουμε για την ιστορία του νησιού, που επαναστάτησε και έγινε αυτοδιοίκητο για δύο χρόνια στις αρχές του 20ού αιώνα;

Με μεγάλη ναυτική και εμπορική παράδοση και σχεδόν αστική ανάπτυξη την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς ο ναυτικός του στόλος μεσουρανούσε στο εμπόριο σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, διατηρούσε ακόμη και εμπορικές παροικίες στα μικρασιατικά παράλια, γεγονός που εξηγεί την πληθυσμιακή του άνθηση η οποία εκτεινόταν και στις παροικίες.

Το 1913 το νησί επαναστάτησε κατά των Οθωμανών με την υποστήριξη και ανταρτών από την Κρήτη, εκδιώκοντας τη μικρή τουρκική φρουρά που υπήρχε.

Το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να τους υποστηρίξει, για δύο χρόνια 1913-15 έμεινε αυτοδιοίκητο, ωστόσο άρχισε η οικονομική του παρακμή καθώς σταμάτησε το εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα να φύγουν οι πρώτοι μετανάστες.

Την περίοδο 1915-1921 τελεί υπό γαλλική κατοχή, ενώ το 1921 και μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο καταλαμβάνεται από τους Ιταλούς.

Το 1943 αποβιβάστηκε βρετανικός στρατός στο νησί που το χρησιμοποιούσε ως συμμαχική βάση μέχρι το 1945. Σε αυτό το διάστημα και προκειμένου να μην κινδυνεύουν από τους συχνούς βομβαρδισμούς των γερμανικών αεροπλάνων, οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν ως πρόσφυγες στη Γάζα στα ίδια στρατόπεδα που στη συνέχεια έζησαν οι Παλαιστίνιοι.

Τότε καταστράφηκε και μεγάλο μέρος του νησιού, ενώ μερικές μαρτυρίες αποδίδουν στον βρετανικό στρατό και λεηλασίες στις περιουσίες τους καθώς ανακάλυψαν δικά τους πράγματα να πωλούνται στα παζάρια των Ιεροσολύμων και της Κύπρου που τελούσαν υπό βρετανική κατοχή τότε.

Ο πόλεμος τελειώνει και τον Σεπτέμβριο του 1945, υπό την εποπτεία της Ούνρα (UNRRA) οι 1.500 Καστελοριζιοί πρόσφυγες μεταφέρονται από το Νουζεϊράτ της Γάζας στο Πορτ Σαΐντ, προκειμένου να γυρίσουν πίσω στο νησί.

«Φύγαμε και το μόνο που είχαμε μαζί μας ήταν το κλειδί του σπιτιού μας. Γυρίσαμε πίσω και δεν υπήρχε σπίτι» είναι μία από τις μαρτυρίες που η κοινωνική ανθρωπολόγος και λαογράφος μοιράζεται μαζί μας από έναν Καστελοριζιό που ήταν παιδί στον ξεριζωμό.

Τους έβαλαν σε τρία καράβια και όταν γύρισαν πίσω δεν βρήκαν τίποτα όρθιο.

Ομως το τραύμα είναι άλλο:
«Στην τρίτη καραβιά, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1945, επιβιβάζονται τα τελευταία 500 άτομα, κυρίως γυναικόπαιδα, καθώς οι άντρες είχαν προηγηθεί για να δουν τι κατάσταση επικρατούσε πίσω. Το πλοίο λεγόταν Εmpire Ρatrol. Είκοσι οχτώ ναυτικά μίλια έξω από το Πορτ Σαΐντ το πλοίο έπιασε φωτιά, μάλλον από μία εστία που ζέσταιναν γάλα, φαίνεται ότι έπεσαν και σε τρικυμία, τέλος πάντων ακόμη δεν έχει ξεκαθαριστεί πώς ακριβώς έγινε, αλλά η φωτιά επεκτάθηκε γρήγορα, έγιναν λάθη και μαζί με το πλοίο που βυθίστηκε χάθηκαν 33 ψυχές Καστελοριζιών. Οι επιζήσαντες περισυνελέγησαν από ένα αεροπλανοφόρο που έσπευσε να βοηθήσει και μεταφέρθηκαν πίσω στο Πορτ Σαΐντ.

Από κει και έχοντας μάθει και τα νέα της καταστροφής πίσω στο νησί ήταν πολλοί αυτοί που αποφάσισαν να φύγουν μετανάστες στην Αυστραλία, όπου είχαν ήδη φίλους, συγγενείς και συμπατριώτες. Ενας από τους επιζώντες, παιδί τότε, ήταν και ο Απόστολος Βογιατζής: τον είχε φωτογραφήσει ένα γαλλικό περιοδικό με την άσπρη φανέλα του μόλις είχε διασωθεί από το ναυάγιο. Τον συνάντησα στην Αυστραλία το 1985, στο μνημόσυνο που οργάνωσε για τους πνιγέντες στο ναυάγιο και το 2004, στον Σύλλογο των Καστελοριζιών. Είχε κρατήσει το περιοδικό για να του θυμίζει την ιστορία...» μας λέει η κ. Χρυσανθοπούλου.

Κάπως έτσι με το νησί κατεστραμμένο, «γυρίσαμε πίσω και δεν βρήκαμε ένα ποτήρι να βάλουμε νερό» όπως μαρτυρά άλλος Καστελλοριζιός στη συνομιλήτριά μας, αλλά και λόγω του ναυαγίου φεύγει και το τελευταίο ρεύμα Καστελοριζιών μεταναστών, που αφήνει σχεδόν έρημο το νησί.

Ο Πωλ Βογιατζής, όπως λεγόταν πλέον, είναι αυτός που κράτησε το καντήλι της μνήμης άσβηστο για ένα τραυματικό γεγονός που έγινε ακόμη και ρίμα -αφηγηματικό πολύστιχο τραγούδι που μεταφέρει συνήθως τραγικά συμβάντα, μια προφορική παράδοση ιστορικής μνήμης από γενιά σε γενιά.

Ετσι το 1985 πραγματοποιεί ένα μνημόσυνο για τους 33 που χάθηκαν, ταξιδεύει στη Βρετανία και μελετά τα αρχεία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για να μάθει τι συνέβη στο ναυάγιο και το 1995, με τη συνεργασία του αυστραλογεννημένου Καστελοριζιού ιστορικού Nick Pappas, δημοσιεύει τον καρπό των ερευνών του και την ιστορία του ναυαγίου όπως του τη διηγήθηκαν και άλλοι επιζώντες στο βιβλίο «Αποκαΐδια στην θάλασσα».
Το 2010 πρωτοστάτησε στο να φτιαχτεί μία ιστοσελίδα για να εξιστορήσει αυτήν την πτυχή της ιστορίας τους ενώ και το παλιό τζαμί στη Μεγίστη, την πρωτεύουσα του νησιού, έχει γίνει μουσείο που αφηγείται και την ιστορία της καστελοριζιακής μετανάστευσης.
 

Το Καστελόριζο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατεστραμμένο από βομβαρδισμούς και  πυρκαγιά. Αυτό το θέαμα αντίκρισαν οι Καστελοριζιοί επιστρέφοντας από την προσφυγιά το 1945
Το Καστελόριζο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατεστραμμένο από βομβαρδισμούς και πυρκαγιά. Αυτό το θέαμα αντίκρισαν οι Καστελοριζιοί επιστρέφοντας από την προσφυγιά το 1945


Οι Καστελοριζιοί πρόσφυγες κατέγραψαν και έδωσαν ως κληρονομιά στους νεότερους όλη την Ιστορία

Το βιβλίο δεν μιλά μόνο για την ιστορία ενός τόπου και ενός ναυαγίου.
«Είναι συγκλονιστική η σχέση που υπάρχει των νέων με καστελοριζιακή καταγωγή με τον τόπο καταγωγής των γονιών και των παππούδων τους. Το πώς διέσωσαν οι Καστελοριζιοί πρόσφυγες και ναυαγοί τη μνήμη αυτών των γεγονότων που ήταν σημαντικά στη ζωή τους και θέλησαν να τα καταγράψουν για να τα εξασφαλίσουν και να τα παραδώσουν ως κληρονομιά στα παιδιά και στα εγγόνια τους, ώστε να μη χαθεί αυτή η μνήμη καθώς αυτοί θα αποχωρούσαν από τη ζωή. Μέσα από τη μνημειοποίηση του ναυαγίου παρέδωσαν και την ιστορία του νησιού τους, κάτι σημαντικό για τους Ελληνες της διασποράς και την ελληνική ταυτότητά τους» λέει στην «Εφ.Συν.» η κ. Χρυσανθοπούλου δίνοντας τις προεκτάσεις και τη σημασία που έχει αυτό το περιστατικό για τους ξεριζωμένους Καστελοριζιούς:

«Η ελληνικότητά τους περνάει μέσα από την τοπικότητα, τη σύνδεσή τους με τους μικρούς τόπους καταγωγής τους. Στην Αυστραλία ανασυγκρότησαν τη ζωή τους αλλά και τις τραυματικές μνήμες του εκπατρισμού, της προσφυγιάς, του ναυαγίου και της επιστροφής στο κατεστραμμένο από βομβαρδισμούς και φωτιές Καστελόριζο. Δημιούργησαν έναν πολυφωνικό, βιωματικό και νεωτερικό -στο διαδίκτυο- τόπο μνήμης για το ναυάγιο και τα πλαισιωτικά του γεγονότα, με στόχο να διατηρήσουν τη μνήμη του και να "παραδώσουν Ιστορία" στους απογόνους τους, καθιστώντας το τραυματικό αυτό γεγονός κεντρικό σύμβολο της καστελοριζιακής ταυτότητας στη διασπορά και στοιχείο δημόσιας μνήμης στην κοινωνία της Αυστραλίας».

Το βιβλίο της κ. Χρυσανθοπούλου, αποτέλεσμα μακρόχρονης επιτόπιας και πολυτοπικής έρευνας στην καστελοριζιακή κοινότητα του Περθ Δυτικής Αυστραλίας αλλά και στις κοινότητες των Καστελοριζιών του νησιού, της Ρόδου και της Αθήνας, δεν αποτελεί απλώς μια ενδελεχή μελέτη για τη συγκρότηση και τη μεταβίβαση της συλλογικής, της τραυματικής και της λαϊκής μνήμης μέσα από την ανάλυση προφορικών αφηγήσεων.

Αποτελεί και μια κιβωτό της Ιστορίας, περιλαμβάνει ηχητικά σε ψηφιακό δίσκο και στην τοπική διάλεκτο αφηγήσεις του ναυαγίου και τη σωζόμενη ρίμα όπως τις αφηγήθηκαν και τις τραγούδησαν επιζήσαντες, ενώ πλαισιώνεται και από πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την καστελοριζιακή κοινότητα της Αυστραλίας.

Συνδυάζοντας τα επιστημονικά εργαλεία και τις προσεγγίσεις της ανθρωπολογίας, της λαογραφίας και της προφορικής ιστορίας, επιχειρεί μια σφαιρική προσέγγιση στη μελέτη της καστελοριζιακής διασποράς, της ιστορίας και της ταυτότητάς της στην Αυστραλία και στις σχέσεις της με τον τόπο καταγωγής της.

Απαντά επίσης και σε έναν επίκαιρο προβληματισμό «καθώς το ακριτικό Καστελόριζο σήμερα υποδέχεται δεκάδες προσφύγων που συχνά αφήνουν πίσω τους ανάλογες εμπειρίες προσβλέποντας σε μια νέα ζωή σε άλλες, ιδανικά φιλόξενες, πατρίδες», όπως παρατηρεί η καθηγήτρια.
 

Το μνημείο για τους 33 Καστελοριζιούς πρόσφυγες που πνίγηκαν στο ναυάγιο, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου στο Καστελόριζο
Το μνημείο για τους 33 Καστελοριζιούς πρόσφυγες που πνίγηκαν στο ναυάγιο, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου στο Καστελόριζο


Κάπως έτσι ένα ναυάγιο γίνεται η αφορμή για να διασωθεί η Ιστορία από τους Καστελοριζιούς της διασποράς και να μετατραπεί σε αγάπη για τον γενέθλιο προγονικό τόπο και, όπως επισημαίνει η ερευνήτρια με μια δόση αισιοδοξίας, «ίσως όχι τυχαία συνδέθηκε και με το Μνημόνιο ένας τόπος που στην κυριολεξία αναγεννήθηκε από τις στάχτες του με τη διάσωση της Ιστορίας του και την αγάπη του ελληνισμού της διασποράς...».

Οπως λένε και στην ιστοσελίδα τους αυτοί οι... συμπατριώτες μας, διασώζουν τη μνήμη του παρελθόντος αλλά και ενισχύουν συστηματικά τις σχέσεις και τις πολιτισμικές και οικονομικές ανταλλαγές τους με τους σημερινούς κατοίκους του Καστελόριζου «για να δώσουμε πίσω στο νησί των προγόνων μας».

Το βιβλίο της Βασιλικής Χρυσανθοπούλου «Τόποι μνήμης στην καστελλοριζιακή μετανάστευση και διασπορά» παρουσιάστηκε στο «Σπίτι του Καστελλόριζου», Κολοκοτρώνη 153 & Κανθάρου, στον Πειραιά. Απόδοση της ρίμας του ναυαγίου από φωνητικό σύνολο

 


 
 Σελίδα του γαλλικού περιοδικού Images, φύλλο Οκτωβρίου 1945, που αναφέρεται στο ναυάγιο του Empire Patrol.  Φαίνεται το φλεγόμενο πλοίο και τρία προσφυγόπουλα μετά τη διάσωσή τους. Το μεσαίο είναι ο Paul Boyatzis, πρωτοπόρος στη μνημειοποίηση του ναυαγίου | Πηγή: Paul Boyatzis & Nicholas Pappas, Embers on the Sea: The Empire Patrol  Disaster 1945, Halstead Press 1995, σ. 7
Σελίδα του γαλλικού περιοδικού Images, φύλλο Οκτωβρίου 1945, που αναφέρεται στο ναυάγιο του Empire Patrol. Φαίνεται το φλεγόμενο πλοίο και τρία προσφυγόπουλα μετά τη διάσωσή τους. Το μεσαίο είναι ο Paul Boyatzis, πρωτοπόρος στη μνημειοποίηση του ναυαγίου | Πηγή: Paul Boyatzis & Nicholas Pappas, Embers on the Sea: The Empire Patrol Disaster 1945, Halstead Press 1995, σ. 7