Λεξιστορείν:  Έχω μουδιάσει!

Το ρήμα μουδιάζω σημαίνει «αισθάνομαι ελαφρούς νυγμούς και νιώθω παροδική αναισθησία σε μέλος του σώματος ή σ’ ολόκληρο το σώμα» και μεταφορικά  «Πέφτει το  ηθικό μου, ζαρώνω από τον φόβο, μαζεύομαι».

Προέρχεται από το ρήμα  αιμωδιάζω ή αιμωδ(ι)ώ, το οποίο είναι σύνθετο από τις λέξεις αίμος (πόνος) + οδούς - οδόντος (το δόντι).

Η περιορισμένη αρχική σημασία της λέξης (ο πόνος  στο δόντι και το μούδιασμα που προκαλεί στα ούλα)  σιγά - σιγά  άρχισε να γενικεύεται για  όλο το σώμα.