Ομιλία του Καθηγητή Δ. Κωνσταντόπουλου  για την ελληνική ταυτότητα των βραχονησίδων  της Δωδεκανήσου-Ιμίων κ.λπ

Παρουσιάζει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Το Μάρτιο 1997, με την συμπλήρωση 50 χρόνων από την επίσημη προσάρτηση της Δωδεκανήσου στη Μητέρα-Πατρίδα, ο αείμνηστος Δωδεκανήσιος Πολιτικός Γιάννης Ζίγδης, υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου «Κλεόβουλος ο Λίνδιος» οργάνωσε στην Αθήνα ειδική εκδήλωση κατά την οποία διάφοροι ομιλητές ανέπτυξαν για την επέτειο της ιστορικής εκείνης ημέρας (31.3.1947x).

Το χρονικό της προαναφερθείσας εκδήλωσης του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου «Κλεόβουλος ο Λίνδιος» δημοσιεύθηκε σε ειδικό τεύχος, με τον τίτλο: «Η Απελευθέρωση της Δωδεκανήσου (31 Δεκεμβρίου 1947) και ο ασύστολος τουρκικός επεκτατισμός».

Το ειδικό αυτό τεύχος, 70 σελίδων, που εκδόθηκε με πρωτοβουλία και δαπάνη του Γιάννη Ζίγδη, ίσως να μην έτυχε ευρύτερης κυκλοφορίας, λόγω του επισυμβάντος θανάτου τον ίδιο χρόνο-τον Οκτώβριο του 1997-του Δωδεκανήσιου Πολιτικού.

Ο συνεργάτης μας Κυριάκος Ι. Φίνας, εντόπισε πρόσφατα το τότε κυκλοφορήσαν ειδικό αυτό τεύχος, ώστε σήμερα και αύριο συνέχεια θα παρουσιάσει την εμπειροστατημένη ομιλία του διαπρεπούς Καθηγητή του Διεθνούς Δικαίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Δ. Κωνσταντόπουλου, ο οποίος αναλυτικά κατέριψε τους παράλογους ισχυρισμούς της «φίλης και σύμμαχους Τουρκίας» και να συμβουλεύει την Ηγεσία της να παύσει τις απαιτήσεις της, δοθέντος ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν εξαρτώνται τυχόν από την ισχύ που διαθέτει κάθε κράτος, αλλά από το Διεθνές Δίκαιο και την ισότητα των λαών. Καθόσον, η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του ΑΙγαίου και στις θαλάσσιες ζώνες τους είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητη, ακόμη και από ιστορικής άποψης.

Ακολουθεί η ομιλία του Καθηγητή Δ. Κωνσταντόπουλου.
Δ. Κωνσταντόπουλος: «Η ομιλία μου θα περιστραφεί γύρω από τις ελληνικές βραχονησίδες Ίμια και την άγνωστη, μέχρι το 1996, Τουρκο-ιταλική προσφυγή του 1929 στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τις βραχονησίδες της Δωδεκανήσου, αλλά και τη σημασία της για την ελληνική ταυτότητα των Ιμίων.

Η προσφυγή Τουρκίας και Ιταλίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (1929) και η απόσυρσή της (1933)
«Λόγω αμφισβητήσεως της εθνικής ταυτότητος των βραχονησίδων της Δωδεκανήσου υπό της Τουρκίας και κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας υπεγράφη την 30ην Μαΐου του 1929 στην Άγκυρα Εθνική Σύμβασις μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Βασιλικής Κυβερνήσεως της Ιταλίας και συνεφωνήθη δια συνυποσχετικού η προσφυγή εις το Διαρκές Δικαστήριον Διεθνούς Δικαιοσύνης, κύριον Όργανον τότε της Κοινωνίας των Εθνών και τώρα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

«Το δικαστήριο εκαλείτο να δώσει την ετυμηγορίαν του δια την Εθνικότητα μερικών βραχονησίδων της Δωδεκανήσου. Η ειδική αυτή σύμβασις απέκτησεν ισχύν, κατόπιν ανταλλαγής των αναγκαίων εγγράφων επικυρώσεως της 3ης Αυγούστου του 1931 και ανεκοινώθη, σύμφωνα με το άρθρο 40 του Καταστατικού του Διεθνούς τούτου Δικαστηρίου εις την γραμματείαν του την 18η Νοεμβρίου του 1931 υπό του Τουρκου επιτετραμμένου εις την Χάγην.

«Η Τουρκία, επειδή την εποχήν αυτήν δεν ήτο μέλος της Κοινωνίας των Εθνών, υπέβαλε μαζί με τοκείμενον της ειδικής αυτής Συμφωνίας μίαν υπογεγραμμένην δήλωσιν αναγνωρίσεως της ρήτρας προσχωρήσεως εις την δικαιοδοσίαν του Διεθνούς τούτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρον 35, παρ. 2 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου. Πρόκειται, δηλαδή, περί ιδιαιτέρας ad Roc αναγνωρίσεως της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου, πράγμα το οποίον είναι ιδιαιτέρως σημαντικόν.

«Δια της προσφυγής αυτής εζητείτο η ετυμηγορία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης δια την χάραξιν των θαλασσίων Ιταλοτουρκικών συνόρων μεταξύ της νήσου του Καστελορίζου και της Ανατολικής Ακτής βάσει της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης του 1923. Περισσότερον συγκεκριμένα, η προσφυγή αυτή και το σχετικόν συνυποσχετικόν αφορούσε εις την «οριοθέτησιν των χωρικών υδάτων μεταξύ της νήσου Καστελορίζου και των ακτών της Ανατολής», εις κατά λέξιν μετάφρασιν από το πρωτότυπον κείμενον.

«Η προσφυγή αυτή απεσύρθη την 3ης Ιανουαρίου 1933 από τον Τούρκον επιτετραμμένον εις την Χάγην κατ’ εντολήν της Κυβερνήσεώς του, που ενήργησε από συμφώνου με την Βασιλικήν Ιταλικήν Κυβέρνησιν. Η απόσυρσις της προσφυγής αυτής έγινε, διότι εν τω μεταξύ, κατόπιν επεισοδίων και σχετικών διαπραγματεύσεων, υπεγράφη η Συνθήκη της 4ης Ιανουαρίου του 1932 μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας.

Η Συνθήκη αυτή αφορούσε, επίσης, «την οριοθέτησιν των χωρικών υδάτων μεταξύ των ακτών της Ανατολής και την νήσον του Καστελορίζου», όπως η κατά λέξιν μετάφρασίς μου εκ του πρωτοτύπου κειμένου.

Εις την Συνθήκην αυτήν ανήκει και το Πρωτόκολλον της Μικτής Επιτροπής, εσχηματισαν τα συμβαλλόμενα μέρη και εχάραξαν επακριβώς τα Τουρκοϊταλικά θαλάσσια σύνορα μεταξύ των Δωδεκανήσων και της Ανατολικής Ακτής και αποτελεί «αναπόσπαστον μέρος» (inherente) της ρηθείσης Συνθήκης και κατά την γνώμην του τότε Υπουργού των Εξωτερικών της Τουρκίας Ρουσδή Αράς εις την επιστολήν της 20ης Νοεμβρίου 1935 προς τον Ιταλόν ομόλογόν του.

«Εις το Πρωτόκολλον αυτό χαράσσεται η εν λόγω οριοθετική γραμμή επί του χάρτου της British Admirality.
«Τόσον ο Τούρκος επιτετραμμένος εις την Χάγην Νουρί, όσον και ο πρέσβυς της Ιταλίας εις την Χάγην Ταλιάνι εις τας χωριστάς των επιστολάς της 3ης Ιανουαρίου του 1933 γνωστοποιούν εις την Γραμματείαν του Δικαστηρίου την απόσυρσιν της ανωτέρω προσφυγής, διότι «η διαφορά ερρυρίσθη. («le different re trouve regle» δια της Συνθήκης της 4ης Ιανουαρίου του 1932, εκφραζόμενοι αμφότεροι κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον.

Η σημασία της προσφυγής
«Ποία είναι, λοιπόν, η σημασία της ως άνω Τουρκοϊταλικής προσφυγής εις το Διεθνές Δικαστήριον της Χάγης του 1929 και της αποσύρσεως της 3ης Ιανουαρίου του 1933 και τι σχέσιν έχουν αμφότεροι με το σύμπλεγμα των βραχονησίδων Ίμια».

«Κατ’ αρχήν η προσφυγή εις το Διεθνές Δικαστήριον της Χάγης το 1929, όσον και η Συνθήκη και το Πρωτόκολλον του 1932 «έχουν τον ίδιο ακριβώς τίτλον και αποσκοπούν εις την οριοθέτησιν των χωρικών υδάτων μεταξύ των ανατολικών ακτών και της νήσου του Καστελορίζου», ώστε η σημασία της προσφυγής είναι προφανής και διότι έδωσε, άλλωστε, αφορμήν, ως ανωτέρω περιεγράφη, εις την συνομολόγησιν της Συνθήκης και του Πρωτοκόλλου της Μικτής Επιτροπής του 1932, δια των οποίων χαράσσονται τα σύνορα των χωρικών υδάτων μεταξύ Δωδεκανήσου και της Ανατολικής Ακτής και αναγνωρίζεται κατηγορηματικώς η ελληνικότης των Ιμίων.

«Εις την πρώτην δημοσίευσίν μου και εις την ομιλίαν μου εις την ημερίδα εις μνήμην του αειμνήστου συναδέλφου μου Δ. Ευρογένη υπεστήριξα, ότι δια την λύσιν της διαφοράς της προσφυγής, δηλαδή, τον προσδιορισμόν των Τουρκοϊταλικών συνόρων μεταξύ Καστελορίζου και της ανατολικής ακτής, έπρεπε προηγουμένως να προσδιοριστούν όλα τα σύνορα των χωρικών υδάτων των Ιταλικών τότε Δωδεκανήσων και της Τουρκικής Ανατολικής Ακτής δια να είναι δυνατή η ορθή οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ της νήσου του Καστελορίζου και της Ακτής.

Υπεστήριξα ότι έτσι θα προχωρούσε και το Διεθνές Δικαστήριον της Χάγης, για να εκδώσει την ετυμηγορίαν του, όσον αφορά την χάραξιν των Τουρκοϊταλικών θαλασσίων συνόρων μεταξύ της νήσου του Καστελορίζου και της Ανατολικής Ακτής. Θα εξήταζε, δηλαδή, συστηματικά οπωσδήποτε όλα τα θαλάσσια Τουρκοϊταλικά σύνορα της περιοχής, για να καταλήξει με συνέπειαν και ορθοδικίαν εις την συγκεκριμένη διαφοράν, δια την οποίαν εγένετο η προσφυγή.

«Το ανωτέρω Πρωτόκολλον της 28ης Δεκεμβρίου του 1932 πράγματι εχάραξε τα σύνορα τα Τουρκοϊταλικά και οριοθέτησε επακριβώς και τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ του συμπλέγματος των βραχονησίδων της Ίμιας (τουρκιστί Καρτάκ) και του συμπλέγματος των Βραχονησίδων.  Κάτω εμπρός από την Ανατολικήν Ακτήν, εις τρόπον ώστε οι βραχονησίδες της Ίμιας που απέχουν κατά την Τουρκικήν άποψιν 4,5 μίλια από την Τουρκικήν ακτήν, ανήκαν τότε εις την Ιταλίαν (επομένως σήμερα εις την Ελλάδα, εις την οποίαν εκχωρήθηκαν τα Δωδεκάνησα δια της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947), ενώ οι Βραχονησίδες Κάτω, που απέχουν Κάτω, απου απέχουν 3 μίλια από την Τουρκικήν ακτήν, ανήκουν εις την Τουρκάιν. Εις το Πρωτόκολλον αυτό είναι συνημμένος και ο χάρτης της British Admirality μετά των επ’ αυτού χαραχθέντων Τουρκοϊταλικών θαλασσίων συνόρων.

«Περαιτέρω, όσον αφορά την σημασίαν της αποσύρσεως της Προσφυγής, αναφέρω την σημαντικήν διαβεβαίωσιν του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας εις την επιστολήν της 20ης Νοεμβρίου 1935, η οποία έχει ως ακολούθως¨ «... κατά συνέπειαν με στόχον να φθάσει σε μίαν οριστικήν λύσιν (ως προς την χάραξιν των θαλασσίων συνόρων μεταξύ Καστελορίζου και Ανατολικής Ακτής), η Επιτροπή χρειάστηκε και σωστά (υπεγραμμίσθη υπ’ εμού) να χαράξει όλα τα Τουρκοϊταλικά σύνορα εις το Αιγαίον Πέλαγος.

Ο κ. Υπουργός αναφέρει ότι η χάραξη των Ιταλοτουρκικών θαλασσίων συνόρων επί του προκειμένου «ολοκληρώθηκε και συμπεριελήφθη εις το Πρωτόκολλον της 28ης Δεκεμβρίου 1932» και τονίζει επιπροσθέτως ότι «η Τουρκία ενέκρινε την συγκεκριμένη αυτή χάραξη» κ.λπ. Ο Ιταλός πρέσβης αφ’ ετέρου γράφει εις την απάντησίν του ότι «η Ιταλική κυβέρνηση επιβεβαιώνει με ικανοποίησιν την πλήρη έγκρισιν των πρακτικών της 28ης Δεκεμβρίου του 1932 και των συνημμένων χαρτιών».

Αυτό, όμως, δεν αποτελεί μόνον εκ των υστέρων (δηλαδή μετά την χάραξιν των σχετικών θαλασσίων συνόρων και επομένως των θαλασσίων ορίων μεταξύ του συμπλέγματος της Ίμιας και συμπλέγματος Κάτω, ως ανωτέρω) αναγνώρισιν της αναγκαιότητας χαράξεως όλων των Τουρκοϊταλικών θαλασίων συνόρων δια την σωστήν οριοθέτησιν των χωρικών υδάτων μεταξύ της νήσου Καστελορίζου και της Ανατολικής Ακτής.

Διότι, ήδη, ο Υπουργός των Εξωτερικών Ρουσδή Αράς εις την επιστολήν του, της 3ης Ιανουαρίου του 1933, προς τον Ιταλόν Πρέσβη Bitzenzo Lojacono μας πληροφορεί ότι αυτή ήτο και η άποψις των συμβαλλομένων μερών και προφανώς των συμβαλλομένων κρατών εις το ανωτέρω συνυποσχετικόν της προσφυγής του 1929.

Ο Ρουσδή Αράς γράφει εις την επιστολήν του, «... κατά την υπογραφήν της Συνθήκης (τα συμβαλλόμενα μέρη) ανέλαβον υποχρεώσιν να συστήσουν την χάραξιν όλων των Ιταλοτουρκικών συνόρων», φυσικά βάσει της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης. Προφανώς, η σύστασις αυτή έγινε από τις Κυβερνήσεις των συμβαλλομένων μερών εις την υπ’ αυτών σχηματισθείσαν βάσει της Τουρκοϊταλικής Συνθήκης της 4ης Ιανουαρίου του 1932 Μικτήν Επιτροπήν, που ανέλαβε την τεχνικήν χάραξιν των εν λόγω ιταλοτουρκικών θαλασσίων συνόρων.

Το πρωτόκολλον του 1932
«Βεβαίως η Τουρκία θέλει να επισημαίνει ότι το Πρωτόκολλον αυτό δεν έχει πρωτοκολληθεί στην Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών και δι’ αυτό δεν ισχύει. Η απάντηση, ήδη, εδόθη από τον Υπορυγό των Εξωτερικών κ. Θ.  Πάγκαλο, ότι δεν είναι αναγκαίον. Και δεν είναι αναγκαίο, δια να το επισημάνω περισσότερον επιστημονικά, γιατί όπως λέει ο ίδιος ο Ρουσδή Αράς προς τον ομόλογόν του, τον Ιταλό-διότι το Πρωτόκολλο είναι inherente-είναι αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης. Στην επίσημη ελληνική μετάφραση αναφέρεται έμφυτο μέρος ή κάτι άλλο. Εγώ θεωρώ ότι είναι αναπόσπαστο μέρος, είναι το ορθό.

«Αλλά, προχωρώ και περισσότερο, διότι βλέπω ότι έχω μπροστά μου ένα εξαιρετικό ακροατήριο και λέγω ότι και αν ακόμη ήταν σωστή η τουρκική άποψη, ότι έπρεπε κατά το Χάρτη της Κοινωνίας των Εθνών να καταγραφεί, να αναγγελθεί στη Γραμματεία και το Πρωτόκολλο, η απάντηση είναι ότι ακόμη και αυτή η διάταξη της Κοινωνίας των Εθνών δεν έχει γενικήν ισχύ. Διότι δεν είναι γενικόν Διεθνές Δίκαιον. Όπως ξέρετε ο Ουΐλσον, ο πατέρας της Κοινωνίας των Εθνών, δεν κατόρθωσε να πείσει τους Αμεριακνούς να ψηφίσουν την Κοινωνίαν των Εθνών και τις άλλες Συνθήκες και έτσι απερρίφθη η Κοινωνία των Εθνών. Έτσι, οι ΗΠΑ ουδέποτε υπήρξαν μέλος της Κ.τ.Ε. Τότε, δε, ούτε η Ρωσία ήταν μέλος της.

Γενικόν, όμως, Διεθνές Δίκαιον και αναγκαστικόν Δίκαιον (jus cogens, peremjutory law) υπάρχει, όταν τουλάχιστον τα μεγάλα κράτη έχουν προχωρήσει στην Κοινωνία των Εθνών. Το δε γενικό Διεθνές Δίκαιο λέγει τι; «Δεν είναι άκυρη μια Σύμβαση και μια Συμφωνία, αν δεν έγινε η ανακοίνωση στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών» (καθαρώς δηλωτικη έννοια).
«Διότι, όπως ξέρουμε, η ισχύς των Διεθνών Συμβάσεων άρχεται από τις επικυρώσεώς τους και δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο σε αυτό το θέμα.

χ. προηγήθηκαν: Μετά τη Συμμαχική νίκη (8.5.1945) η Δωδεκάνησος υποβλήθηκε στη Στρατιωτική Διοίκηση των Βρετανών, οι οποίοι την εγκατέλειψαν στις 31.3.1947, μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης 10.2.1947.

(Αύριο το τέλος)