Μέτρηση της Οικονομικής δραστηριότητας μιας χώρας (Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν)

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής, Οικονομολόγος

Ο κύριος δείκτης μέτρησης της οικονομικής δραστηριότητας μιας χώρας είναι το Εθνικό της Εισόδημα ή το  Εθνικό της Προϊόν.


Θα πρέπει να γνωρίζουμε εξαρχής ότι, το Εθνικό Εισόδημα, το Εθνικό Προϊόν και η Εθνική Δαπάνη, μεγέθη με τα οποία αναφερόμαστε στη συνέχεια, είναι ίσα οικονομικά μεγέθη (ταυτόσημα), εφόσον χρησιμοποιούμε κατά τη μέτρησή τους την ίδια μεθοδολογία.
Τα μεγέθη αυτά εμφανίζονται συνήθως ως ακαθάριστα, δηλαδή ως Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, ως Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα και ως Ακαθάριστη Εθνική Δαπάνη.
Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν είναι το ποσό της συνολικής αξίας της παραγωγής μιας  Οικονομίας  και ορίζεται ως η συνολική αξία σε χρηματικές μονάδες όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται, σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, συνήθως σε ένα χρόνο.

Ο όρος «ακαθάριστο» σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνουμε κατά τη μέτρησή τους και τις αποσβέσεις. Αν από τα ακαθάριστα αυτά μεγέθη αφαιρέσουμε τις αποσβέσεις, τότε προκύπτουν τα καθαρά μεγέθη , δηλαδή το Καθαρό Εθνικό Εισόδημα, το Καθαρό Εθνικό Προϊόν και η Καθαρή Εθνική Δαπάνη. Επομένως, στην οικονομία ισχύει η βασική ταυτότητα: Δαπάνες Ξ Εισόδημα Ξ Παραγόμενα Προϊόντα.
Σύμφωνα με την ταυτότητα αυτή, υπάρχουν τρεις μέθοδοι υπολογισμού του Εθνικού Εισοδήματος (Εθνικού Προϊόντος).
α) Η μέθοδος των Δαπανών, β) η μέθοδος των Εισοδημάτων και γ) η μέθοδος της Παραγωγής ή της Προστιθέμενης Αξίας.

Μέθοδος των  Δαπανών (της συνολικής ζήτησης  της Οικονομίας)
Η μέθοδος αυτή βασίζεται στον υπολογισμό της αξίας της δαπάνης που γίνεται επί των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια ορισμένη χρονική περίοδο. Επομένως, με τον όρο Εθνική Δαπάνη, εννοούμε τη συνολική χρηματική αξία των δαπανών για την αγορά των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που γίνονται σε μια χώρα κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου, συνήθως μέσα σε ένα χρόνο.
Όλες οι μορφές δαπάνης, που γίνονται για την απόκτηση των τελικών αγαθών και υπηρεσιών – τις οποίες αθροίζουμε για να υπολογίσουμε το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν – διακρίνονται:
– Σε δαπάνες κατανάλωσης (προσωπικής).
Οι δαπάνες αυτές είναι εκείνες που κάνουν τα νοικοκυριά σε αναλώσιμα και μη αναλώσιμα αγαθά και υπηρεσίες, όπως π.χ. είναι η δαπάνη αγοράς τροφίμων, ένδυσης και υπόδησης, διαρκών αγαθών (τηλεοράσεων, ηλεκτρονικών υπολογιστών, επίπλων, αυτοκινήτων, κ.α.), το κόστος επίσκεψης σε γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, κομμωτές, κλπ.

– Σε δαπάνες για ακαθάριστες ιδιωτικές (εγχώριες) επενδύσεις.
Οι δαπάνες αυτές είναι εκείνες που πραγματοποιούνται από φυσικά πρόσωπα και από εταιρείες του ιδιωτικού τομέα. Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται οι δαπάνες για πάγια περιουσιακά στοιχεία, όπως π.χ. είναι οι αγορές εργαλείων, μηχανημάτων, μηχανολογικού εξοπλισμού, μεταφορικών μέσων, νέων κτιριακών εγκαταστάσεων, κ.α., οι συνολικές δαπάνες των νοικοκυριών που πραγματοποιούνται για τις κατασκευές κατοικιών, καθώς και όλες οι μεταβολές που παρουσιάζονται στα αποθέματα των προϊόντων των επιχειρήσεων.

– Σε κρατικές δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες. 
Στις δαπάνες αυτές, περιλαμβάνονται όλες οι δαπάνες του Δημοσίου που γίνονται π.χ. για κατασκευές δρόμων, σιδηροδρόμων, αεροδρομίων, σχολικών κτιρίων, σταδίων, νοσοκομείων, κ.α., οι δαπάνες για τις αγορές τροφίμων των παιδικών σταθμών, των νοσοκομείων, των Ενόπλων Δυνάμεων, κ.α., καθώς και οι δαπάνες που γίνονται για τους μισθούς και τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίες αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού, υπερβαίνοντας  το 50%.

Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι στις κρατικές δαπάνες, για τον υπολογισμό του ΑΕΠ, δεν συμπεριλαμβάνονται οι δημόσιες μεταβιβαστικές πληρωμές, όπως π.χ. είναι η κοινωνική ασφάλεια και τα επιδόματα ανεργίας, γιατί αυτές δεν αποτελούν δαπάνες σε τελικά παραγόμενα προϊόντα.
– Οι καθαρές εξαγωγές (εξαγωγές μείον εισαγωγές). 
Οι καθαρές εξαγωγές είναι το ποσό που δαπανούν οι κάτοικοι των άλλων χωρών για την αγορά εγχώριων προϊόντων, μείον το ποσό που δαπανούν οι κάτοικοι της χώρας μας για την αγορά ξένων προϊόντων. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες των εξαγωγών περιλαμβάνονται στον υπολογισμό ΑΕΠ, επειδή τα εξαγόμενα αγαθά και οι υπηρεσίες αποφέρουν εισοδήματα στην εγχώρια οικονομία.

Αντίθετα, οι δαπάνες των εισαγωγών δεν περιλαμβάνονται στους υπολογισμούς του εθνικού εισοδήματος, επειδή τα εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες δημιουργούν εισοδήματα  στις χώρες του εξωτερικού και επομένως, μειώνουν το εθνικό εισόδημα της χώρας.
Θα πρέπει να τονίσουμε εδώ, ότι η μέθοδος της δαπάνης,  είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται συνήθως από τις Στατιστικές Υπηρεσίες, για το υπολογισμό του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ).

Μέθοδος του Εισοδήματος (της συνολικής προσφοράς της Οικονομίας)
Για τον υπολογισμό του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος με την εισοδηματική μέθοδο, αθροίζονται όλα τα εισοδήματα και οι αμοιβές των συντελεστών παραγωγής που συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία, στη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, συνήθως σε ένα χρόνο.

Οι συντελεστές της παραγωγής, οι οποίοι αποτελούν τις πηγές των εισοδημάτων είναι:
α)  Το έδαφος (η γη), το οποίο δημιουργεί γενικά την πρόσοδο, δηλαδή το εισόδημα που εισπράττουν οι ιδιώτες, είτε με τη μορφή ενοικίων από την εκμίσθωση των κατοικιών, γραφείων, οικοπέδων, κλπ., ως πρόσοδο περιουσίας ή έγγεια πρόσοδο και ειδικότερα ως μίσθωμα, είτε με άλλου είδους μορφή.
β)  Η εργασία, η οποία δημιουργεί γενικά το μισθό. Το εισόδημα από την εργασία περιλαμβάνει το σύνολο των μισθών και ημερομισθίων, καθώς και τις διάφορες συμπληρωματικές αμοιβές σε χρήμα ή σε είδος που καταβάλλονται στους εργαζόμενους, κατά τη διάρκεια του έτους. Στο εισόδημα περιλαμβάνονται και οι εργοδοτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, όπως π.χ. είναι οι δαπάνες ιατρικής περίθαλψης, κ.α.

Τέλος, στο συντελεστή «εργασία» υπολογίζονται και τα εισοδήματα που προέρχονται από την αυτοαπασχόληση, τα οποία είτε εισπράττονται σε χρήμα είτε σε είδος, όπως π.χ. είναι η αυτοκατανάλωση αγροτικών προϊόντων.
γ)  Το κεφάλαιο, το οποίο δημιουργεί γενικά το κέρδος. Και ως κέρδος ορίζεται η διαφορά ανάμεσα στις εισπράξεις και τις πληρωμές μιας επιχείρησης.
Στα κέρδη των επιχειρήσεων περιλαμβάνονται τόσο τα διανεμημένα όσο και τα αδιανέμητα. Επίσης, στο συντελεστή «κεφάλαιο» περιλαμβάνονται και οι τόκοι τους οποίους εισπράττουν οι ιδιώτες με το δανεισμό του χρηματικού τους κεφαλαίου. Στα κέρδη περιλαμβάνονται ακόμη και τα τυχόν ακαθάριστα πλεονάσματα των δημόσιων εταιριών, καθώς και άλλων οργανισμών του δημόσιου τομέα.
Το συνολικό λαμβανόμενο εισόδημα από τους παραπάνω αναφερόμενους συντελεστές της παραγωγής (γη, εργασία, κεφάλαιο) καλείται Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα. Όταν, όμως, από αυτό αφαιρέσουμε τις αποσβέσεις, έχουμε το καθαρό εθνικό εισόδημα.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι για να είναι ίσο το ΑΕΠ  της  μεθόδου του υπολογισμού Εισοδήματος με εκείνο  του υπολογισμού της Δαπάνης, θα πρέπει να προσθέσουμε στη μέθοδο του Εισοδήματος  τις αποσβέσεις και τους έμμεσους φόρους και να αφαιρέσουμε τις επιδοτήσεις και τους τόκους του Δημοσίου Χρέους.  Και αυτό, γιατί οι αποσβέσεις και οι έμμεσοι φόροι δεν αποτελούν εισόδημα κανενός, περιλαμβάνονται όμως στην αξία των τελικών αγαθών και επομένως, περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ΑΕΠ στη μέθοδο της Δαπάνης.

Από τις αναφερόμενες παραπάνω δύο μεθόδους υπολογισμού του ΑΕΠ, δηλαδή των δαπανών και του εισοδήματος, διαπιστώνουμε ότι το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) έχει δύο όψεις (πλευρές): Μία, από  την πλευρά των δαπανών, οι οποίες καταβάλλονται από τους πολίτες και το Κράτος  για  την απόκτηση των αγαθών και υπηρεσιών (Συνολική Ζήτηση της Οικονομίας) και μία, από την πλευρά του εισοδήματος, το οποίο αποκτούν οι πολίτες για τη συμμετοχή τους στην παραγωγή των αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή κατά την παραγωγική διαδικασία (Συνολική Προσφορά της Οικονομίας). Βέβαια, στην Οικονομία, το άθροισμα των δαπανών είναι εξ ορισμού ίσο με το σύνολο της αξίας των προϊόντων που αγοράσθηκαν, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν, κατά τη μέτρηση του ΑΕΠ, οι αγορές προϊόντων που έχουν παραχθεί σε προηγούμενες περιόδους.
 
Μέθοδος της Παραγωγής ή της Προστιθέμενης αξίας 
Μία τρίτη μέθοδος υπολογισμού του  ΑΕΠ, η οποία εφαρμόζεται εναλλακτικά σε αρκετές χώρες ως μέθοδος υπολογισμού, είναι και αυτή της Προστιθέμενης Αξίας.
Με τη μέθοδο της Προστιθέμενης Αξίας, υπολογίζεται το σύνολο των χρηματικών αξιών οι οποίες προστίθενται στα προϊόντα, από τους διάφορους κλάδους και τις δραστηριότητές τους στην οικονομία, κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας.

Επομένως, εδώ υπολογίζεται η αξία των προϊόντων που προστίθεται σε κάθε στάδιο παραγωγής. Δηλαδή, προστίθεται η αξία την οποία η κάθε επιχείρηση προσθέτει στα υλικά που αγοράζει από άλλες επιχειρήσεις. Η προστιθέμενη αξία σε μια επιχείρηση είναι η διαφορά μεταξύ των εκροών και των εισροών της στην παραγωγική διαδικασία, δηλαδή η διαφορά μεταξύ των πωλήσεων και των αγορών προϊόντων, πρώτων υλών, κλπ., που πραγματοποιούνται από αυτή (την επιχείρηση).

Δηλαδή, κατά τη μέθοδο αυτή, αντί για την άθροιση της αξίας των τελικών προϊόντων, λαμβάνεται υπόψη η συμβολή του κάθε παραγωγικού κλάδου στην παραγωγική διαδικασία, από την αξία που προσθέτει κάθε κλάδος στην πρώτη ύλη ή το ενδιάμεσο προϊόν, μέχρις ότου το τελευταίο γίνει τελικό προϊόν. Επομένως, η μέθοδος της προστιθέμενης αξίας συνίσταται στο να αθροίζονται οι προστιθέμενες αξίες των διαφόρων κλάδων παραγωγής.

Από τα παραπάνω, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι το ΑΕΠ, ενώ αποτελεί παγκοσμίως ένα μέτρο σύγκρισης, πλούτου και ευημερίας των  πολιτών μεταξύ των χωρών, παρουσιάζει κάποιες σοβαρές αδυναμίες, όπως πχ. :
   - Είναι μέτρο, το οποίο  εκφράζει την ποσότητα των παραγόμενων προϊόντων και όχι την ποιότητά  τους. Δηλαδή αγνοεί τον βαθμό της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων.
 -  Κατά τη μέτρησή του, αγνοεί τη σύνθεση  των παραγόμενων προϊόντων, αν δηλαδή αυτά είναι χρήσιμα καταναλωτικά προϊόντα και μάλιστα απαραίτητα στους πολίτες και στην κοινωνία ή είναι π.χ. προϊόντα πολεμικού υλικού, όπως άρματα μάχης, αεροπλάνα κ.ά., όπου και αυτά προσμετρώνται  στη μέτρηση του ΑΕΠ.
  - Δεν μετρά, και επομένως δεν εκφράζεται, κατά την κατανομή του εισοδήματος, ο βαθμός ευημερίας, ανάμεσα στα άτομα της κοινωνίας. Αν, δηλαδή, κατά τη μεγέθυνσή του ΑΕΠ  μιας χώρας, ωφελούνται όλοι οι πολίτες του ή αν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας οδηγεί σε ανισότητες.

Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε ότι  η μέτρηση του ΑΕΠ, είναι ένα πολύ χρήσιμο  εργαλείο  για τον παραγόμενο πλούτο μιας χώρας  και τον  βαθμό ευημερίας των πολιτών της, καθώς και για τη σύγκριση οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ των χωρών, χωρίς ωστόσο, να αποτελεί το ιδεώδες και άριστο εργαλείο, μην προσμετρώντας δηλαδή  και τον βαθμό  ποιότητας των αγαθών, κατά τη διαδικασία  παραγωγής του πλούτου.

Πηγή: Από το βιβλίο μου, με τίτλο «Επιλεγμένα Θέματα Οικονομίας», έκδοση Συλλόγου Εφοριακών Υπαλλήλων Ν. Δωδεκανήσου, Ρόδος 2006.