Λεξιστορείν: Σκοτώνω στο…  σκοτάδι!

Η λέξη σκοτάδι αρχικά ήταν  αρσενικού  γένους (ο σκότος), αλλά με  επίδραση του αντωνύμου φάος = φως έγινε ουδέτερο (το σκότος, το σκοτάδι) κι αντικατέστησε παλιότερους γλωσσικούς τύπους με την ίδια σημασία (κνέφας, ζόφος).

Στην ίδια ετυμολογική οικογένεια ανήκει και το ρήμα σκοτώνω ( αρχ. σκοτόω-ώ) με αρχική σημασία «περιβάλλω με σκότος, βάζω μέσα στο σκοτάδι» και μεταφορικά και κατ’ επέκταση «ρίχνω κάποιον στο αιώνιο σκότος , στο θάνατο»  (αφαιρώντας το φως, δηλαδή τη ζωή).