Λεξιστορείν: Βοήθεια!

Το ρήμα βοηθώ σημαίνει «παρέχω τη συνδρομή μου σε κάποιον στην εργασία  ή στο έργο που γενικά παράγει ή προκειμένου να αντιμετωπίσει κάποιο κίνδυνο ή κάποια έκτακτη κατάσταση».

Πρόκειται για σύνθετη λέξη από το  βοή + θέω (=τρέχω) δηλαδή «τρέχω στη βοή, στην κραυγή, σε κάποιον έκτακτο κι ασυνήθιστο ήχο προκειμένου να συνδράμω κάποιον που έχει ανάγκη».

Πρωτοχρησιμοποιήθηκε για όσους έτρεχαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους συστρατιώτες τους ακούγοντας τη βοή, τον δυνατό θόρυβο της μάχης και οι οποίοι ονομάζονταν βοηθόοι.