Ο μπάρμπα Μήτσος, ο καλαθάς!

«Πάρε με, πάρε με, πάρε με στο τσαντίρι σου, τα μάτια σου να βλέπω, Πάρε με, πάρε με, κι εγώ για το χατίρι σου, καλάθια θα σου πλέκω»… μου λέει ο μπάρμπα Μήτσος όταν πλησιάζω το παραφορτωμένο αυτοκίνητο και του λέω ότι θέλω να κάνουμε κουβέντα για την τέχνη του.

Ένα αυτοκίνητο που πέρα από «μαγαζί» είναι μεταφορικό μέσο, είναι αποθηκευτικός χώρος για τα καλάθια και τις μικρούλες καρέκλες, τις ψάθινες καρέκλες, είναι κρεβατοκάμαρα και κουζίνα μαζί.

Η ανέμελη ζωή των τσιγγάνων και ο μπριόζος χαρακτήρας τους, τους βάζει σε πολλές περιπέτειες, κι αυτούς και τους γύρω τους. Δεν είναι όμως όλοι οι ίδιοι. Δεν φταίνε για όλα μόνο και μόνο επειδή είναι τσιγγάνοι.

Παρατηρώ τα κολιέ της γυναίκας του, της Ελευθερίας. Ένα κόκκινο, ένα πράσινο, ένα πολύχρωμο μαντήλι στο κεφάλι και το μπρίο της κόρης του της Σοφίας. Τρεις άνθρωποι που πασχίζουν για το μεροκάματο διατηρώντας  την αρχαία τέχνη του πλεξίματος των καλαμιών και της λιγιάς. Άνθρωποι περιπλανώμενοι, που τους αρέσουν τα γλέντια, τα κοσμήματα, η φωτιά, και  δεν ζουν τη ζωή τη δικιά σου!

Ποιος τα πλέκει τα καλάθια;
Ο μπάρμπα Μήτσος, ο τεχνίτης, ο καλαθάς. Και καρέκλες πλέκει και ψαθί πλέκει…

Από πότε μπάρμπα Μήτσο ξεκινήσατε, ποιος σας έμαθε αυτή την τέχνη;
Από 12 χρονών, από τον παππού μου, είμαι του 1942 γεννηθείς. Μια ζωή, να πάμε να κόψουμε καλάμια και λιγές από τα ποτάμια. Στη Ρόδο δεν έχει λιγιές, φέρνω από τ΄ Αγρίνιο κι από τη Λαμία. Καλάμια έχει η Ρόδος.

Σας είδα τώρα με μια αγκαλιά καλάμια να ΄ρχεστε. Πού τα βρήκατε εδώ;
Τα ‘κοψα από το ποτάμι.

Έχει ποτάμι εδώ;
Ναι, εκεί από κάτω…

Ποια είναι η καλύτερη εποχή για τα καλάμια;
Τη λυγαριά τα Χριστούγεννα, τα καλάμια τα κόβω και τώρα. Τα δουλεύω φρέσκα και μετά ψήνονται απάνω στο καλάθι, γίνονται στο χρώμα τους. Το πράσινο γίνεται κίτρινο.

Το χέρι σας τι έχει πάθει;
Έχει στραβώσει, έχει πετάξει εξογκώματα από το χτύπημα που κάνω με το χέρι στα καλάμια. Κι η λυγαριά άμα σκληρύνει δεν πλέκεται πρέπει να την βάλεις στο νερό ξανά δέκα μέρες.
 


Δύσκολη η τέχνη σας! 
Με τον παππού μου ήμουνα κολλητός τότε. Όλα μου τα ‘δειχνε τα παλιά χρόνια.

Τι πλέκετε, τι πουλάτε;
Καλάθια, καρέκλες, φωτιστικά, ψαροπάνερα, παραγαδάκια, μεγάλα πανέρια, μικρά πανέρια. .. Ό,τι θέλεις στον καλαθά θα τα βρεις, αρκεί να πας.

Αγοράζει ο κόσμος;
Έρχονται γιατί δεν τα βρίσκουν αλλού.  Πολλοί δεν τα θέλουν τα πλαστικά,  εδώ όλα αερίζονται, δεν μουχλιάζουν. ΄Ερχονται κι οι ξένοι, κοιτάζουν, τα βγάζουν φωτογραφία, γιατί αυτή τη δουλειά δεν τη φτιάχνουν οι νέοι, οι παλιοί, εμείς.

Οι τρεις σας ποια σχέση έχετε μεταξύ σας;
Είναι η γυναίκα μου η Ελευθερία και η κόρη μου η Σοφία. Εμείς δεν πάμε να κλέψουμε, καλαθάκια φτιάχνουμε. Να τα χέρια μου, από τα καλάθια που τα χτυπάω… Μας κυνηγάει η αστυνομία, στη Λίνδο πάμε, στο Φαληράκι πάμε, μας κυνηγάει. Τσιγγάνοι είμαστε εμείς, καθ’ εαυτού.  Έλληνες,  με  ταυτότητα, χριστιανοί. Δεν είμαστε Αλβανοί, δεν είμαστε Βούλγαροι. Να δουλέψουμε θέλουμε, όχι να κλέψουμε.  

Πού κοιμάστε;
Το βράδυ μες τ΄ αμάξι, τώρα που φτιάχνει ο καιρός έξω… Τουρλού-τουρλού… Τι να κάνουμε, στους δρόμους κοιμόμαστε, δεν είμαστε κλέφτες, δουλειά κάνουμε.