Ο χορός των μεθυσμένων

Γράφει ο Κυριάκος Μ. Χονδρός

Από τα ελάχιστα ταβερνάκια που έχουν παραμείνει. Ένας πάγκος, ένας τιμοκατάλογος, μερικά ξεθωριασμένων κάντρα και άβολες καρέκλες με μικρά τραπέζια. Χώρος ιδανικός για τους πιστούς του Θεού Διόνυσου. Εκεί όπου η ρετσίνα και το ούζο, τα πιοτά των φτωχών, γίνονται προσωρινοί δρόμοι αποφυγής των προβλημάτων.

Μέσα σ’ αυτόν τον χώρο συγκεντρώνονται συνήθως οι απόμαχοι της ζωής. Άνθρωποι που έπαψαν να δουλεύουν, είτε γιατί είναι άνεργοι, είτε γιατί σταμάτησαν λόγω υγείας, είτε γιατί δουλεύουν και θέλουν να περάσουν τη βραδιά, μέσα σ’ αυτό το ναό της οινοποσίας. Ίσως να είναι ναός της παραφροσύνης, όταν η μέθη είναι εκούσια.

Και εκεί ένα μεγάλο με πολύχρωμες χάντρες κομπολόι οι χαρακτήρες. Κομπολόι τα βάσανα, οι λύπες, οι καημοί της ρωμιοσύνης. Άλλοι δεν μιλούν καθόλου για τα προβλήματα και άλλοι διαλαλούν τη φτώχεια, την κακή αρρώστια και τις αναποδιές. Ο άνθρωπος έπαψε να χαίρεται!

Πρόσωπα που τα χάραξε ο χρόνος, ο πόνος, η κακή μοίρα. Πρόσωπα σκοτεινά, γεμάτα απόγνωση και απογοήτευση. Τίποτα πιο θλιβερό από έναν άνθρωπο που δεν ελπίζει ό,τι μπορεί να λύσει τα προβλήματά του.

Αν αυτό το πονεμένο ρωτήσεις τις εισέπραξε από τη ζωή, αμέσως και χωρίς δισταγμό θα σου απαντήσει την περιφρόνηση και την αλαζονεία των συναθρώπων του. Είναι καλύτερα να μην ενοχλήσεις αυτή ακριβώς την ώρα, την ώρα που γίνεται μια ιεροτελεστία όπου το πιοτό, συνάθροιση, οι καπνοί και η μουσική παίζουν ένα πολύ καθοριστικό και ρόλο.

«Άλλο ένα μπουκάλι ρετσίνα».
«Άλλο ένα μπουκάλι ούζο».

Οι θαμώνες θηλάζουν το νέκταρ της αμπέλου. Μερικές γουλιές και από σιγά-σιγά απομακρύνονται άγχη, αγωνίες, χεύτικα λόγια, κάλπικες χαρές. Ο άνθρωπος έφτασε στα αστέρια, τα πάτησε και γνώρισε, μα δεν κατόρθωσε να γνωρίσει, να πλησιάσει τον συνάθρωπό του.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι μας χαρακτηρίζει η ανθρωποφαγία, η ωμή βία, ο θάνατος βιολογικός και πνευματικός.

Λιγότερη ηθική, λιγότερο συναίσθημα.

Έτσι λοιπόν, φτάνουν οι άνθρωποι μέσα σε ένα τεκέ, μέσα σε ένα χώρο κοινό, όπου υπάρχει ομαδοποίηση μακριά από την φωσφορίζουσα προμετωπίδα του σύγχρονου πολιτισμού.

«Άλλη μια ρετσίνα».
«Άλλο ένα ούζο».

Από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα αυτό ο ευλογημένος ζωμός χαρίζει, άλλοτε χαρά, άλλοτε ζάλη και άλλοτε συμφορά. Γιατί σε κάθε ρώγα σταφυλιού, υπάρχει κι ένας διάβολος.

Και είναι φορές που δεν υπάρχει μεζές. Άλλες πάλι, δύο-τρεις ελιές, μισή ντομάτα, άντε λίγη φέτα,
αποτελούν το συμπλήρωμα.

Μα ο νους του ανθρώπου, γυρίζει έξω από τη ταβέρνα και το καφενείο. Εκεί μέσα είναι μονάχα το σώμα, όμως η σκέψη είναι αλλού.

Όσα περνά η ώρα, όσο περνά το ποτό από το λάρυγγα, η μυσταγωγία και η ατμόσφαιρα παίρνει άλλη διάσταση. Που μόνο οι μετοικούντες στο χώρο γνωρίζουν και αντιλαμβάνονται. Η εικόνα αλλάζει, κι ας είναι όλα τα ίδια. Είναι μεν χωρίς συνάντησης των ανδρών και πεδίο κοινωνικής συναναστροφής, αλλά η ζώσα κοινωνία. Αυτή που μοιράζει τους ανθρώπους σε τάξεις, σε τίτλους, σε στρώματα. Μια κοινωνία, που στα μάτια και στο μυαλό αυτών των ανθρώπων είναι χωρίς απάνθρωπη.

«Καθάρισε το τραπέζι».
«Και ξαναφέρε πιοτά».

Πιο πολλά βάσαν πνίγονται μέσα σε ένα ποτήρι, παρά στη θάλασσα. Εκεί που τα πράγματα παίρνουν άλλη μορφή, είναι η μουσική, το τραγούδι και ο χορός.

Η μουσική, αυτή η παναθρώπινη γλώσσα, τα λόγια των τραγουδιών, είναι το συμπλήρωμα στο πιοτό. Χωρίς μουσική έλεγε ο Νίτσε, η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα.

Αρκετοί πιστεύουν πως οι στιχουργοί είναι οι αόρατοι δημιουργοί που παρακολουθούν και καταγράφουν τη μοίρα των βασανισμένων ανθρώπων. Το ίδιο και για τους μουσικούς.

Έχει φορές, που έναςή περισσότεροι σηκώνονται από τη καρέκλα για να χορέψουν. Εδώ ανοίγεται ένα άλλο κεφάλαιο, μια άλλη ιεροτελεστία, που για να την αποδώσει κανείς θα πρέπει να έχει σπουδάσει ψυχολογία και τέχνη του χοροδιδασκαλία.

Ο άντρας που σηκώνεται, αργά και μετρημένα, αφήνει στο τραπέζι το κομπολόι του και η ματιά του είναι κάτω στο πάτωμα, έτσι ταπεινά, έτσι απλά, έτσι μεθοδικά. Δεν βιάζεται να ξεκινήσει με τις πρώτες νότες και τα πρώτα λόγια. Λες και ζυγίσει τα πράγματα, τον αέρα, το περιβάλλον, τους γύρω του.

Ανοίγει τα χέρια του, χέρια σαν φτερά άγριου αρπακτικού πουλιού, σαν να θέλει να σταματήσει τον χρόνο και τον τόπο. Να ξορκίσει το φόβο του, να επικοινωνήσει με τον ίδιο του τον εαυτό και να διηγηθεί με όλες τις υπόλοιπες κινήσεις ποδιών, κεφαλιού και σώματος τη δική του ιστορία.

Τα πόδια του, πρέπει να πατούν γερά, να στηρίζονται στο έδαφος, όταν οι ρίζες ενός δέντρου. Και το πρόσωπό του να έχει εκείνη τη σοβαρότητα των αγίων και των ταπεινών. Δεν είναι όλοι εύθυμοι όσοι χορεύουν. Δεν χορεύουν όσοι είναι εύθυμοι. Αν η ζωή, είπε κάποιος, ήταν χορογραφημένη, δεν θα πέφταμε κάτω...

Με την κρυμμένη γλώσσα του σώματος, ο χορευτής, βρίσκεται στο κέντρο των θαμώνων, αυτών που θα τον κρίνουν ή θα τον επικρίνουν. Όμως το σώμα δεν λέει ποτέ ψέματα, η γλώσσα λέει. Αληθινή έκφραση.

Ο Κων. Καβάφης έλεγε όταν χορεύεις γράφεις στη γη, αυτό που θέλει να πει η ψυχή σου.

Ο καλός χορευτής δεν διακρίνεται για κυρίως για τη τεχνική του, αλλά για το πάθος του. Και οι άνθρωποι για αυτούς που μιλάμε, έχουν τα δικά τους ισχυρά συναισθήματα που υπερισχύουν της λογικής.

Κι αυτός λοιπόν ο χορός, είναι ο χορός των μεθυσμένων. Των αξιοπρόσεκτων αλλά και τραγικών ανθρώπων.